«Scream 7»: Όταν η νοσταλγία προσπαθεί να σώσει ένα «πεθαμένο» franchise (VIDEO)
Το Scream 7 είναι μια νοσταλγική, αλλά αμήχανη επιστροφή στο franchise: διατηρεί ζωντανή την ένταση αλλά μένει πίσω σε χαρακτήρες.
Στο Scream 7, η Sidney Prescott (Neve Campbell) έχει αφήσει πίσω της το αιματοβαμμένο παρελθόν της Woodsboro και ζει μια σχετικά ήσυχη ζωή με τον σύζυγό της Mark (Joel McHale) και τα τρία παιδιά τους στο Pine Grove.
Η ηρεμία αυτή διαταράσσεται όταν ξεκινά ένα νέο κύμα φόνων, με το θανάσιμο μάσκα-φαντασμα Ghostface να κυνηγάει τη 17χρονη κόρη της, Tatum (Isabel May), και τους φίλους της.
Η ταινία ανοίγει με μια ανατριχιαστική σκηνή στο σπίτι του Stu Macher, που πλέον έχει μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν για τους φανατικούς των “Stab” ταινιών, όπου ένα ζευγάρι πέφτει θύμα της δολοφονικής μανίας του Ghostface. Η Tatum ανακαλύπτει κομμάτια από το παρελθόν της μητέρας της, ενώ η Sidney προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη μητρική υπερανάλυση και το φόβο της για τη νέα γενιά δολοφόνων.
Στη μέση της ταινίας εμφανίζονται χαρακτήρες-σταθερές της σειράς όπως η Gale Weathers (Courteney Cox) και οι επιζώντες Mindy (Jasmin Savoy Brown) και Chad (Mason Gooding), προσφέροντας στιγμές ενέργειας και νοσταλγίας. Παρά τις ανατροπές και τις παλιές αναφορές, η ταινία συχνά χάνει τη δυναμική της, με τον δολοφόνο να αποκαλύπτεται με έναν αρκετά αδύναμο και αναποτελεσματικό τρόπο, ενώ η ένταξη τεχνολογικών θεμάτων όπως η A.I. και η γενεαλογική μεταβίβαση του τραύματος μένει ανεκμετάλλευτη.
Η Neve Campbell και η Courteney Cox κρατούν ζωντανή την ταινία, ενώ οι νέοι χαρακτήρες μοιάζουν αδύναμοι και απρόσωποι σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, αφήνοντας ένα αίσθημα χαμένης δυναμικής, παρά τις ικανοποιητικές σκηνές φόρτισης και κάποιες ιδιαίτερα δημιουργικές σκηνές δολοφονιών.
Το Scream 7 επιχειρεί να επαναφέρει τη σειρά στις ρίζες της, επενδύοντας στη νοσταλγία και τον γνωστό meta-horror τόνο, αλλά παλεύει με τα βάρη της ιστορίας και τα προβλήματα παραγωγής. Η απουσία των νεότερων πρωταγωνιστριών Melissa Barrera και Jenna Ortega, λόγω δημόσιων διαφορών και διαφωνιών με την παραγωγή, σφραγίζει την ταινία με μια αίσθηση «μισής λύσης». Ο Kevin Williamson, επιστρέφοντας ως σκηνοθέτης για πρώτη φορά από το 1999, φαίνεται να είναι πιο άνετος στις παραδοσιακές στιγμές slasher, αλλά χάνει την ευκαιρία να μιλήσει ουσιαστικά στη νέα γενιά θεατών.
Η ταινία είναι σαφώς πιο παιχνιδιάρικη και ελαφριά σε σύγκριση με τις προηγούμενες προσθήκες, αφήνοντας πολλές από τις υποσχέσεις της σε ημιτελή κατάσταση. Τα νέα παιδιά της ταινίας μοιάζουν απρόσωπα, οι ανατροπές φαντάζουν τυχαίες, και η αίσθηση της αυθεντικής απειλής μειώνεται σε σχέση με τα κλασικά Craven/Williamson έργα. Παρ’ όλα αυτά, η Campbell και η Cox παρέχουν έναν πυρήνα που κρατά τη σειρά ζωντανή, δίνοντας ενδιαφέρον σε ένα plot που συχνά κινείται αμήχανα ανάμεσα σε παλιά και νέα στοιχεία.
Με βάση το Editorial Memo για νεανικό περιεχόμενο, το Scream 7 λειτουργεί ως μια καθαρά nostalgic εμπειρία και ένα reminder ότι η φρίκη, η ένταση και η αυτοαναφορικότητα δεν αρκούν όταν λείπει η φρεσκάδα των χαρακτήρων. Σε επίπεδο κοινωνικών θεμάτων, η ταινία ακροβατεί στο ζήτημα της γενεαλογικής κληρονομιάς του τραύματος και της τεχνολογικής επίδρασης στη ζωή των εφήβων, αλλά δεν το εξερευνά πλήρως. Στο τέλος, η ταινία είναι μια ικανοποιητική slasher διασκέδαση για τους φανατικούς, αλλά όχι η ανανέωση που θα μπορούσε να φέρει η επιστροφή της Sidney Prescott.
Το Scream 7 είναι μια νοσταλγική, αλλά αμήχανη επιστροφή στο franchise: διατηρεί ζωντανή την ένταση και τη φρικαλέα διασκέδαση, αλλά μένει πίσω σε χαρακτήρες, νέες ιδέες και σύγχρονο commentary. Για τους νέους θεατές, είναι ένα μάλλον μισογεμάτο ποτήρι, ενώ για τους παλιούς θαυμαστές, η εμπειρία είναι περισσότερο μια επιστροφή στο παλιό σπίτι παρά μια ανατροπή που αξίζει.