Η Chalkos Gallery φιλοξενεί την ομαδική έκθεση φωτογραφίας αφιερωμένη στον Στέργιο Τσιούμα
Οκτώ καλλιτέχνες, φίλοι και συνοδοιπόροι του, συναντώνται εκ νέου μέσα από τα έργα τους
Η Chalkos Gallery στο κέντρο της Θεσσαλονίκης φιλοξενεί από την Παρασκευή 17 Απριλίου 2026, από τις 18:00 – 21:00, την ομαδική έκθεση φωτογραφίας αφιερωμένη στον Στέργιο Τσιούμα, δημιουργό με έντονη και πολυδιάστατη παρουσία στον χώρο της Τέχνης.
Οκτώ καλλιτέχνες, φίλοι και συνοδοιπόροι του, συναντώνται εκ νέου μέσα από τα έργα τους, συγκροτώντας ένα πολυφωνικό σύνολο. Η έκθεση λειτουργεί ως πράξη μνήμης που ριζώνει στην προσωπική σχέση των συμμετεχόντων μαζί του και ενεργοποιεί έναν διάλογο ανάμεσα στο παρόν της δημιουργίας και το αποτύπωμα που εκείνος άφησε πίσω του.
Ο φωτογράφος και μουσικός Νίκος Κουκής, που είχε την επιμέλεια της έκθεσης, περιγράφει την αρχική της σύλληψη ως μια ιδέα που προϋπήρχε του θανάτου του Στέργιου Τσιούμα και εξελίχθηκε υπό διαφορετικές συνθήκες: «Ήταν μια έκθεση που σκέφτηκα πριν από περίπου δύο χρόνια και σε αυτήν θα υπήρχαν συμμετοχές φίλων, πιθανόν και του ίδιου του Στέργιου εν ζωή. Για κάποιο λόγο καθυστέρησε. Όταν φτάσαμε στο σημείο να την υλοποιήσουμε, έφυγε από τη ζωή. Έτσι προέκυψε μια διαφορετική συνθήκη, όπου όλοι εμείς αποφασίσαμε να την πραγματοποιήσουμε στη μνήμη του, με έργα δικά μας αλλά και με παρουσία έργων του ίδιου. Είναι μια μετάβαση από ένα κοινό σχέδιο σε μια πράξη μνήμης που διατηρεί την αρχική πρόθεση της συνάντησης».
Στην έκθεση συμμετέχουν οι φωτογράφοι Ιωάννης Βανίδης, Άρις Γεωργίου, Νίκος Κουκής, Χρήστος Κρανιώτης, Μαρία Πατεράκη, Παναγιώτης Πλουμής, Μικέλε Τροϊάνι και Βαλεριάνο Τροϊάνι. Το κείμενο έχει γράψει ο δημοσιογράφος Γιάννης Κεσσόπουλος.
Όσα έγραψε για τον εκλιπόντα, ο δημοσιογράφος Γιάννης Κεσσόπουλος
« Είναι κάποιες συναντήσεις στη ζωή, που ο χρόνος μοιάζει λίγος για να τις χωρέσει.
Έμαθα για τον ξαφνικό θάνατο του Στέργιου Τσιούμα από τα social media, τις «κολώνες» όπου αναρτώνται «τα κοινωνικά» στην εποχή μας. Τον συνόδευσα με απόλυτη σιωπή. Και διαρκή σκέψη. Φταίει γι’ αυτό ο χαρακτήρας και το βαθιά ανθρώπινο χαμόγελό του. Η τρυφερότητά του όπως ανάβλυζε μέσα από την κάθε επικοινωνία μαζί του. Καμιά φορά θέλεις να πιστέψεις ότι απουσιάζοντας από τα κατευόδια, ότι κλείνοντας τα μάτια απέναντι στη μοίρα, θα αποτρέψεις το πέρασμα «της χαρακιάς» -του Γκάτσου. Ώσπου μου ζητήθηκε ένα κείμενο για κείνον, να συνοδεύσει την προς τιμήν του έκθεση στη γκαλερί Chalkos.
Τον πρωτογνώρισα τον Ιούνιο του 1998. Στο καφέ του Τόττη, Αγίας Σοφίας με παλιά παραλία. Νέος δημοσιογράφος τότε, του ζήτησα να κάνουμε συνέντευξη για την εφημερίδα «Μακεδονία». Μια συνέντευξη που μάλλον ήταν σημαντική για τον αγώνα του ως πρόεδρος τότε του Συνδέσμου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βορείου Ελλάδος -κάποιες φορές όταν συναντιόμασταν μου την υπενθύμιζε. Είχε πει πράγματα που τον συνόδευσαν μια ζωή. Που τον χαρακτήρισαν.
«Η τέχνη είναι η ανάσα μας, είναι η άδηλος αναπνοή μας. Δημιουργεί αυτογνωσία, δίνει χαρά, διαμορφώνει σχέσεις… Υπηρετώ την τέχνη εδώ και 24 χρόνια. Είναι μια κατσούφα, κακόκεφη κυρία, ιδιότροπη με πολλά ελαττώματα. Όταν όμως έχει κέφια με παίρνει από το χέρι και μου δείχνει κόσμους ανείπωτους και μαγικούς!»
Έκανε τότε μεγάλη προσπάθεια να δυναμώσει ο ΣΚΕΤΒΕ, τον οποίο είχαν ιδρύσει ο Λουκάς Βενετούλιας και ο Νίκος Σαχίνης, και να αναδείξει τη «σχολή της Θεσσαλονίκης των Τεχνών», όπως μου είχε πει. Μαζί του τότε στο διοικητικό συμβούλιο ήταν η Πέννυ Κορνέτη, ο Σταύρος Παναγιωτάκης, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Πάνος Κουκουβίτης, ο Νίκος Κρυωνίδης και ο Νικόλας Κυριάκου.
Ήταν η εποχή που κυκλοφόρησε πειραματικά το περιοδικό «Η Άστεγος Τέχνη», για να πει ότι ο Σύλλογος των Εικαστικών Καλλιτεχνών δεν έχει δική του στέγη, αλλά και, με βαθιά πίστη στην τέχνη και στην αισθητική, να διακηρύξει -όπως το είδα εγώ- προς τις κάθε λογής εξουσίες το λόγο του Οδυσσέα Ελύτη ότι «Τίποτε απ’ ολ’ αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα εκφραστικά».
Μια, λοιπόν, από τις προτάσεις που είχε κάνει ο Σύλλογος προς την Πολιτιστική Πρωτεύουσα «Θεσσαλονίκη 1997» και προς το δήμο Θεσσαλονίκης, ήτανε να φτιαχτεί η «Πλατεία των Καλλιτεχνών». «Εκεί το παγκάκι και η βρύση θα ‘τανε γλυπτό, η επέμβαση στους γύρω χώρους θα ‘τανε εικαστική…» μου είχε πει. Ήταν μια σφοδρή επιθυμία του που δεν έγινε πράξη ποτέ, αλλά πάντα μπορεί να γίνει.
Με τον Στέργιο μας συνέδεσε και κάτι άλλο. Συνεργαστήκαμε κάποτε με την άλλη του ιδιότητα, του αρχιτέκτονα. Χάρισε στην οικογένειά μου μια «πινελιά», μια αρχιτεκτονική πινελιά με έμπνευση από το ισπανικό «κουκλέτο» με εξωτερικές αναφορές στη μακεδονική αρχιτεκτονική. Μια πινελιά βγαλμένη από τη λαϊκή παράδοση, ίσως από τον Πεντάλοφο Κοζάνης τον τόπο καταγωγής του που συχνά μνημόνευε. Μια πινελιά που έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την επιστήμη του και τη συνδύαζε με την τέχνη και την αισθητική. Είναι προσωπικό αυτό και μάλλον δεν ενδιαφέρει κανέναν απολύτως, όμως με την αναφορά αυτή θέλω να πω πόσο μεγάλη αξία έχει η αρχιτεκτονική ακόμη και στο πιο ταπεινό σπίτι, στην πιο απλή καθημερινότητα. Και πώς η αρχιτεκτονική μπορεί να γεφυρώνει το χθες με το σήμερα με τρόπο θετικό και λειτουργικό, όχι φολκλόρ. Και ότι με την «πινελιά» του αυτή ο Στέργιος που λίγο γνώρισα, έχει καταφέρει να ‘ναι στον βίο μας διά βίου παρών».