Οι κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης: Σθεναρότητα στα εθνικά, κοινωνικό πρόσωπο χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό

Οι κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης: Σθεναρότητα στα εθνικά, κοινωνικό πρόσωπο χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Σε διπλό ταμπλό κινείται η κυβέρνηση σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων και έντονης κοινωνικής πίεσης λόγω της ακρίβειας. Το Μέγαρο Μαξίμου καθιστά σαφές ότι στα εθνικά θέματα δεν υπάρχουν περιθώρια υποχωρήσεων ούτε γκρίζες ζώνες. Επίσης, επιμένει πως η στήριξη των πολιτών πρέπει να γίνεται με κοστολογημένες παρεμβάσεις, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα που η κυβέρνηση θεωρεί θεμέλιο της οικονομικής πολιτικής της.

Στα εθνικά θέματα η γραμμή είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, η πλήρης αξιοποίηση των συμμαχιών και η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο. Στην οικονομία, η απάντηση στην κοινωνική δυσαρέσκεια δεν θα έρθει, όπως τονίζουν κυβερνητικές πηγές, μέσα από «εύκολες υποσχέσεις» όπως αυτές που μοιράζει αφειδώς η αντιπολίτευση παραδοσιακών και εμφανιζόμενων ως νέα κομμάτων,  αλλά μέσα από μειώσεις φόρων, αύξηση εισοδημάτων, περισσότερες θέσεις εργασίας και αυστηρότερους ελέγχους στην αγορά.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην ‘Άγκυρα επανέφερε την ανάγκη για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, όχι ως αντίβαρο στο ΝΑΤΟ, αλλά ως έναν ισχυρό ευρωπαϊκό πυλώνα που θα ενισχύει τη Συμμαχία. Η Ελλάδα, όπως υπογραμμίζει η κυβέρνηση, δεν ζητά από άλλους να αναλάβουν βάρη που η ίδια αποφεύγει. Αντιθέτως, παραμένει σταθερά στις πρώτες θέσεις των χωρών του ΝΑΤΟ ως προς τις αμυντικές δαπάνες, έχοντας ήδη πιάσει τον στόχο του 3,5% από το τρέχον έτος, νωρίτερα από τα σχετικά ορόσημα.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη το εξοπλιστικό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, ύψους 25 δισ. ευρώ, με κεντρικό στοιχείο και την απόκτηση των F-35. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, οι Έλληνες πιλότοι αναμένεται να ξεκινήσουν μέσα στο 2027 την εκπαίδευσή τους στα ελληνικά F-35, τα οποία έχουν ήδη μπει σε τροχιά υλοποίησης.

Εθνική ανάγκη οι εξοπλισμοί της χώρας

Η Ελλάδα, όπως σημειώνεται, βρίσκεται σε μια ευαίσθητη γειτονιά, όπου οι αναθεωρητισμοί, οι απειλές και οι ανοιχτές περιφερειακές κρίσεις δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Για την Ελλάδα, οι εξοπλισμοί είναι εθνική ανάγκη κι όχι υπακοή σε άλλα συμφέροντα.  Σε αυτό το πλαίσιο, το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει ότι μια συμμαχία δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από την αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στο τουρκικό casus belli, το οποίο η Αθήνα αντιμετωπίζει ως ανοιχτή απειλή απέναντι σε ένα νόμιμο δικαίωμα της χώρας, την επέκταση των χωρικών υδάτων. Το κυβερνητικό μήνυμα είναι ότι οι ευαισθησίες όλων των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και ότι δεν μπορεί να παραγνωρίζεται μια διαρκής απειλή πολέμου μεταξύ συμμάχων.

Στο ζήτημα των F-35 και της Τουρκίας, η ελληνική πλευρά αποφεύγει να εμφανιστεί ως χώρα που υποδεικνύει στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιους θα πουλήσουν αμυντικά συστήματα. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός έκανε μια σαφή πραγματολογική επισήμανση: υπάρχουν ακόμη σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα, λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, ενός συστήματος που το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ θεωρούν ευθέως ανταγωνιστικό προς το πρόγραμμα των F-35.

Τα ζητήματα με την Τουρκία είναι… το εξής ένα

Η Αθήνα, ταυτόχρονα, επιμένει ότι η μόνη βασική διαφορά με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Απορρίπτει ό,τι προσπαθεί να θέσει ο τουρκικός αναθεωρητισμός. Το πλαίσιο επίλυσης, σύμφωνα με την πάγια ελληνική θέση, είναι το Διεθνές Δίκαιο και ειδικά η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό μέτωπο, η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Η συζήτηση αναμένεται να μεταφερθεί στη Βουλή, όπου ο πρωθυπουργός θα απαντήσει την Παρασκευή στην επίκαιρη ερώτηση του Νίκου Ανδρουλάκη. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να πιέσει την κυβέρνηση πάνω στο κόστος ζωής, ενώ το Μέγαρο Μαξίμου προετοιμάζεται να αντιπαραβάλει τη δική του γραμμή: παρεμβάσεις με μετρήσιμο δημοσιονομικό αποτύπωμα απέναντι σε αυτό που χαρακτηρίζει «λαϊκισμό των εύκολων λύσεων».

«Κανείς δεν είναι ικανοποιημένος»…

Στην κυβέρνηση αναγνωρίζουν ότι η ακρίβεια παραμένει σοβαρό πρόβλημα και αποφεύγουν να εμφανίσουν μια εικόνα πλήρους κανονικότητας. Σε κάθε ευκαιρία υπογραμμίζουν ότι «κανείς δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- ικανοποιημένος με την καθημερινότητα». Ωστόσο, αντιτείνουν ότι δεν υπάρχει «κουμπί» που μπορεί να πατήσει οποιαδήποτε κυβέρνηση για να μειωθούν αυτομάτως οι τιμές, ούτε ανεξάντλητοι πόροι που μπορούν να διανεμηθούν χωρίς συνέπειες.

Η βασική κυβερνητική γραμμή είναι πως κάθε μέτρο στήριξης πρέπει να απαντά σε δύο ερωτήματα: τι δίνεται και από πού χρηματοδοτείται. Και, για τον λόγο αυτό, προβάλλεται συνεχώς ότι, για την κυβέρνηση, η λύση δεν είναι μερικά επιδόματα ακόμη.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Μαξίμου προτάσσει τις μειώσεις φόρων, την αύξηση των εισοδημάτων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ενίσχυση των ελέγχων στην αγορά. Κυβερνητικά στελέχη υπενθυμίζουν ότι η ΔΙΜΕΑ, την οποία χαρακτηρίζουν υπηρεσία που στο παρελθόν υπολειτουργούσε, ενισχύθηκε και απέκτησε ρόλο στους ελέγχους. Παράλληλα, αναδεικνύουν τις παρεμβάσεις της Αρχής Προστασίας του Καταναλωτή, τα πρόστιμα και τις πρωτοβουλίες για τη συγκράτηση τιμών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους περίπου 1.900 κωδικούς προϊόντων, στους οποίους, σύμφωνα με την κυβέρνηση, υπήρξαν μειώσεις τιμών ως αποτέλεσμα του έκτακτου πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και των ελέγχων σε εταιρείες χονδρεμπορίου και λιανεμπορίου. Το κυβερνητικό επιτελείο υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν, υπό την πίεση των ελέγχων και των προστίμων, να προχωρήσουν σε μειώσεις, οι οποίες θα διατηρηθούν και το επόμενο διάστημα, βάσει των δεσμεύσεων που ανέλαβαν οι εκπρόσωποι της αγοράς έναντι της πολιτείας.

Η αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ αναμένεται να είναι έντονη, καθώς η αξιωματική αντιπολίτευση αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των μέτρων και ζητά πιο άμεσες παρεμβάσεις. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι καταφεύγει σε κάλπικες υποσχέσεις, χωρίς να εξηγεί το κόστος και την πηγή χρηματοδότησης των προτάσεών της. Η συνέχεια… στη Βουλή.