Παρέμβαση του Δικτύου ΕΙΦΚΔ στη Σύνοδο Πρυτάνεων: Ζητούν ουσιαστική εφαρμογή των πολιτικών έμφυλης ισότητας στα ΑΕΙ
Την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης των πολιτικών έμφυλης ισότητας στα ελληνικά πανεπιστήμια και της θεσμικής θωράκισης των Επιτροπών Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων (ΕΙΦΚΔ), ανέδειξε το Δίκτυο των ΕΙΦΚΔ κατά την εισήγησή του στην 111η Σύνοδο Πρυτάνεων.
Όπως τονίστηκε στην παρέμβαση του Δικτύου, η χρηματοδότηση δράσεων ενδυνάμωσης και προώθησης της ισότητας στα ΑΕΙ μέσω του ΕΣΠΑ δημιουργεί, για πρώτη φορά, τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση από τη θεωρητική διακήρυξη στην ουσιαστική εφαρμογή πολιτικών έμφυλης ισότητας στην ανώτατη εκπαίδευση.
Στην εισήγηση επισημαίνεται ότι το βασικό ζητούμενο είναι εάν η νέα αυτή δυνατότητα θα αξιοποιηθεί ως εργαλείο ουσιαστικής αλλαγής ή θα περιοριστεί σε επίπεδο τυπικής συμμόρφωσης με θεσμικές υποχρεώσεις.
Ακολουθεί το κείμενο της εισήγησης
«Αξιότιμα μέλη της Συνόδου Πρυτάνεων,
Σας ευχαριστούμε θερμά, εκ μέρους του Δικτύου των Επιτροπών Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων των ΑΕΙ, για τη δυνατότητα να θέσουμε σήμερα προς συζήτηση ένα ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας: την ενίσχυση των θεσμικών πρωτοβουλιών για τη στήριξη και εδραίωση των πολιτικών έμφυλης ισότητας στα ελληνικά πανεπιστήμια.
Η χρηματοδότηση δράσεων ενδυνάμωσης και προώθησης της ισότητας στα ΑΕΙ μέσω του ΕΣΠΑ [ΕΚΠ37] δημιουργεί, για πρώτη φορά, τις προϋποθέσεις μετάβασης από τη διακήρυξη στην ουσιαστική εφαρμογή των πολιτικών έμφυλης ισότητας. Σε αυτό το σημείο ανακύπτει ένα κρίσιμο θεσμικό ερώτημα: θα αξιοποιηθεί η δυνατότητα αυτή ως μοχλός ουσιαστικής αλλαγής ή θα περιοριστεί σε μια λογική τυπικής συμμόρφωσης;
Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρούμε ότι η Σύνοδος Πρυτάνεων μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού εθνικού πλαισίου για την έμφυλη ισότητα στην ανώτατη εκπαίδευση, διασφαλίζοντας τον συντονισμό, τη συνέργεια και τη θεσμική συνέχεια των σχετικών πολιτικών. Ειδικότερα, η συμβολή της μπορεί να αποτυπωθεί στη στήριξη των Επιτροπών Ισότητας ως μόνιμων θεσμικών μηχανισμών, στην ενίσχυση της επιχειρησιακής τους ικανότητας, καθώς και στην προώθηση κοινών κατευθύνσεων και προτύπων εφαρμογής σε επίπεδο ιδρυμάτων.
Τα τελευταία χρόνια, τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν πραγματοποιήσει ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση της έμφυλης ισότητας. Συγκροτήθηκαν οι Επιτροπές Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων (ΕΙΦΚΔ), εκπονήθηκαν τα Σχέδια Δράσης για την Ισότητα των Φύλων (ΣΔΙΦ) και ενεργοποιήθηκαν στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία που ενισχύουν την επιχειρησιακή διάσταση των σχετικών πολιτικών. Παράλληλα, η συγκρότηση του Δικτύου των ΕΙΦΚΔ αποτέλεσε κομβικό μηχανισμό συντονισμού και διάχυσης καλών πρακτικών, συμβάλλοντας καθοριστικά τόσο στην ωρίμανση των ΣΔΙΦ όσο και στην ένταξη της χρηματοδότησής τους στο ΕΣΠΑ.
Σε επίπεδο υλοποίησης, μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί χρηματοδοτήσεις για 18 ΑΕΙ, για δύο ιδρύματα εκκρεμεί η έγκριση, ενώ σε τρία τα τεχνικά δελτία βρίσκονται σε φάση προετοιμασίας – για την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, διαθέσιμη πληροφόρηση.
Υπό το πρίσμα αυτό, θα θέλαμε να επισημάνουμε δύο κρίσιμα σημεία αναφορικά με την Υποδράση 1 του ΕΣΠΑ [ΕΚΠ37], που αφορά τις δράσεις ενδυνάμωσης και προώθησης της ισότητας στα ΑΕΙ.
Πρώτον, μόνο σε 14 ΑΕΙ η επιστημονική ευθύνη για την Υποδράση 1 έχει ανατεθεί στις/στους Προέδρους των ΕΙΦΚΔ. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ασυμμετρίες ως προς τη θεσμική ενσωμάτωση των πολιτικών ισότητας, περιορίζοντας τη δυνατότητα των Επιτροπών να ασκήσουν τον συντονιστικό και επιστημονικό τους ρόλο με συνέπεια και συνέχεια.
Δεύτερον, στα περισσότερα ιδρύματα, οι δράσεις ισότητας λαμβάνουν μικρότερο ποσοστό χρηματοδότησης σε σύγκριση με τις δράσεις ψυχολογικής και συμβουλευτικής υποστήριξης. Ενδεικτικά, σε 9 ΑΕΙ το ποσοστό χρηματοδότησης των δράσεων ισότητας κυμαίνεται μεταξύ 50% και 70%, με το ανώτατο επίπεδο, 70%, να καταγράφεται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο, ενώ το χαμηλότερο, 31,4%, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει μια τάση υποβάθμισης της διάστασης της ισότητας έναντι άλλων, εξίσου κρίσιμων αλλά διαφορετικής φύσης, παρεμβάσεων.
Στο επίπεδο του σχεδιασμού, η εικόνα είναι, αναμφίβολα, θετική και συνιστά μια σημαντική θεσμική κατάκτηση. Ωστόσο, η θεσμική κατοχύρωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών.
Η πρόοδος στον τομέα της έμφυλης ισότητας στα ΑΕΙ παραμένει άνιση και, σε αρκετές περιπτώσεις, μη επαρκώς εδραιωμένη. Οι σχετικές πολιτικές αγγίζουν δομές εξουσίας, ιεραρχίες και παγιωμένες αντιλήψεις που έχουν διαμορφωθεί διαχρονικά, και για τον λόγο αυτό συναντούν αντιστάσεις, συχνά όχι ρητές. Εκδηλώνονται ως υποβάθμιση της σημασίας των ζητημάτων ισότητας, ως περιορισμένη διάθεση πόρων και διοικητικής υποστήριξης, ως απουσία συστηματικών μηχανισμών παρακολούθησης και αξιολόγησης, αλλά και μέσα από την οικεία, πλην προβληματική, επίκληση ότι «υπάρχουν και άλλα πιο επείγοντα ζητήματα».
Με άλλα λόγια, τα Σχέδια Δράσης για την Ισότητα των Φύλων δεν μπορούν να παραμείνουν σε επίπεδο διακηρυκτικών στρατηγικών κειμένων. Οφείλουν να λειτουργήσουν ως δεσμευτικά εργαλεία οργανωσιακής αλλαγής και ουσιαστικού μετασχηματισμού. Σε αυτή την κατεύθυνση, η ένταξη της χρηματοδότησής τους στο ΕΣΠΑ αναμένεται να ενισχύσει τις συνθήκες εφαρμογής τους, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από σαφείς θεσμικές εγγυήσεις, επαρκείς πόρους και συνεκτικό συντονισμό σε επίπεδο συστήματος.
Σήμερα, αναδεικνύεται ένας ακόμη παράγοντας που καθιστά τη μετάβαση αυτή επιτακτική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο του Horizon Europe, μετατοπίζει το βάρος από την απλή ύπαρξη των ΣΔΙΦ ως κριτηρίου επιλεξιμότητας, στην αξιολόγηση της ουσιαστικής εφαρμογής τους μέσω στοχευμένων ελέγχων. Εισερχόμαστε, πλέον, σε μια φάση ενισχυμένης θεσμικής λογοδοσίας.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι δεν επαρκεί η τυπική ύπαρξη ενός ΣΔΙΦ. Απαιτείται τεκμηριωμένη απόδειξη εφαρμογής, μέσω δεδομένων, δεικτών και μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Η απουσία αυτών δεν συνιστά απλώς διοικητική αδυναμία, αλλά δύναται να καταγραφεί ως μη συμμόρφωση, με σαφείς επιπτώσεις ως προς την πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και την αξιοπιστία των ιδρυμάτων.
Κατά συνέπεια, καθίσταται αναγκαία η μετάβαση από τη φάση της θεσμικής εγκαθίδρυσης των πολιτικών έμφυλης ισότητας στη φάση της συστηματικής και αποδεδειγμένης εφαρμογής τους. Τα απαραίτητα εργαλεία, η συσσωρευμένη γνώση, η εμπειρία και η διαθέσιμη χρηματοδότηση ήδη υπάρχουν. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι πλέον η ύπαρξη πολιτικών, αλλά η σταθερή και έμπρακτη πολιτική βούληση για την υλοποίησή τους.Η ευθύνη αυτή δεν μπορεί να μετατίθεται αποκλειστικά στις ΕΙΦΚΔ ή στις εξειδικευμένες δομές. Η λογοδοσία πρέπει να αποτελεί ευθύνη και της ανώτατης διοίκησης των ιδρυμάτων.
Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε ότι η ουσιαστική εφαρμογή των ΣΔΙΦ, σε γενικές γραμμές, προϋποθέτει:
- Θεσμική δέσμευση της ηγεσίας. Το ΣΔΙΦ πρέπει να ενσωματώνεται στον στρατηγικό σχεδιασμό των ιδρυμάτων και στον προϋπολογισμό τους, καθώς και να συνδέεται με τις πολιτικές ανθρώπινου δυναμικού και τη στρατηγική έρευνας.
- Σύστημα αξιολόγησης και λογοδοσίας (όπως ετήσιες εκθέσεις προόδου και ένταξη δεικτών ισότητας στην αξιολόγηση μονάδων) ώστε να περιοριστεί η ‘’σιωπηρή’’ παραμέληση των σχετικών πολιτικών.
- Αξιόπιστα έμφυλα δεδομένα και κοινούς δείκτες ώστε να διαμορφωθεί ένα εθνικό σύστημα παρακολούθησης στην ανώτατη εκπαίδευση και να δημιουργηθεί βάση δεδομένων με συγκεντρωτικά στοιχεία για τον έμφυλο χάρτη των ΑΕΙ στην Ελλάδα.
- Σύσταση και λειτουργία Μονάδων/Γραφείων Ισότητας – σε όσα ΑΕΙ δεν υπάρχουν ήδη.
- Θεσμική στήριξη των ΕΙΦΚΔ ώστε να μπορούν να επιτελούν αποτελεσματικά τον ρόλο τους (όπως συμμετοχή τους σε κρίσιμες διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού, πρόσβαση των ΕΙΦΚΔ σε στοιχεία προσωπικού και φοιτητών/φοιτητριών για την παραγωγή δεικτών, υποστήριξη για ανάπτυξη βάσεων δεδομένων και reports)
- Ενίσχυση της διαθεματικής προσέγγισης και της συμπερίληψης, μέσω της οριζόντιας ενσωμάτωσης της ισότητας σε όλες τις λειτουργίες των ιδρυμάτων, από τα προγράμματα σπουδών έως τις διαδικασίες επιλογής προσωπικού και αξιολόγησης.
- Σύνταξη Πρωτοκόλλων και Μηχανισμών για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας.
- Θεσμική αναδιάρθρωση ώστε η έμφυλη ισότητα να αποτελεί διακριτό και δεσμευτικό οργανωτικό κριτήριο ενσωματωμένο σε όλες τις διοικητικές και λειτουργικές διαδικασίες των ιδρυμάτων.
- Ανάδειξη της έμφυλης ισότητας ως στοιχείου που συνδέεται άμεσα με την ακαδημαϊκή ποιότητα και τη διεθνή αξιοπιστία.
Συμπερασματικά
Η έμφυλη ισότητα στα ΑΕΙ δεν αποτελεί απλώς μια τυπική υποχρέωση συμμόρφωσης προς ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Αναδεικνύεται σε κρίσιμο δείκτη ακαδημαϊκής ποιότητας, κοινωνικής λογοδοσίας και θεσμικής αξιοπιστίας των ιδρυμάτων.
Είναι πολιτική επιλογή για το τι είδους πανεπιστήμιο θέλουμε.
Η προώθησή της έμφυλης ισότητας προϋποθέτει σταθερή θεσμική δέσμευση όλων μας, σαφή πολιτική βούληση, επαρκείς πόρους, καλλιέργεια κουλτούρας ισότητας και επιμονή απέναντι στις αντιστάσεις.
Η προώθηση της έμφυλης ισότητας προϋποθέτει σταθερή θεσμική δέσμευση όλων μας, σαφή πολιτική βούληση και ουσιαστική ανάληψη ευθύνης από την ηγεσία των ιδρυμάτων».
Πηγή: esos.gr
ΑΠΘ: «Με ευθύνη ποιανού θα γίνει το κακό;» – Καταγγελία για το «κουφάρι» της Αγίου Δημητρίου (ΦΩΤΟ)