«Οι άνεμοι ήταν σαν τυφώνας, δεν θέλω να το ξαναζήσω»: Συγκλονίζει ο ψαράς που συνέδραμε στην εκκένωση στο Ρέθυμνο (VIDEO)

«Έχουμε ζήσει φωτιές αλλά αυτό το δράμα, να είναι άνθρωποι εγκλωβισμένοι στην παραλία, το έζησα πρώτη φορά. Και δεν θέλω να το ξαναζήσω»

«Οι άνεμοι ήταν σαν τυφώνας, δεν θέλω να το ξαναζήσω»: Συγκλονίζει ο ψαράς που συνέδραμε στην εκκένωση στο Ρέθυμνο (VIDEO)
Screenshot
Screenshot

Συγκλονίζει η μαρτυρία του ψαρά, Νίκου Ματθαιάκη, που έσπευσε να συνδράμει στην εκκένωση πολιτών από την παραλία του Αγίου Παύλου στο Ρέθυμνο, εν μέσω ανέμων που «άγγιζαν» τα 160 χιλιόμετρα την ώρα.

«Κάναμε και εμείς το καθήκον μας… Κλήθηκα από το Λιμεναρχείο κατά τις 4 το μεσημέρι να είμαι stand by. Μου ζήτησαν βοήθεια και την έδωσα απλόχερα. Πήγα με το αλιευτικό μου εκεί πέρα, τον “Άγιο Σπυρίδωνα”», δήλωσε ο ίδιος στο Cretalive.gr.

Αυτό που αντίκρισε στον Άγιο Παύλο ήταν ένα απόκοσμο τοπίο, καθώς η φωτιά είχε κυκλώσει την περιοχή, οι φλόγες τύλιγαν την ταβέρνα και τα τουριστικά καταλύματα, οι καλαμωτές καίγονταν, οι σπίθες έφταναν μέχρι το καΐκι, ενώ οι εκρήξεις από τις φιάλες υγραερίου έκαναν το ήδη εφιαλτικό σκηνικό ακόμη πιο τρομακτικό.

Παράλληλα, η φουρτουνιασμένη θάλασσα χτυπούσε αλύπητα τα σκάφη και περίπου τριάντα άνθρωποι είχαν εγκλωβιστεί στην παραλία, χωρίς διέξοδο. «Ήταν αποπνικτικά από θέμα φωτιάς και καπνού αλλά και οι άνεμοι ήταν τυφώνας. Φανταστείτε ότι κατέγραψαν μέχρι 160 χιλιόμετρα ριπή αέρα», περιγράφει.

«Ήταν στη γωνία του Αγίου Παύλου είχαν εγκλωβιστεί άνθρωποι. Από πάνω καιγόταν η ταβέρνα και τα καταλύματα. Έσκασαν και κάποιες φιάλες. Ακούγαμε τα “μπαμ”. Πλησίασα με το καϊκάκι. Είμαι κατεχιάρης της περιοχής. Προσέγγισα με μεγάλη δυσκολία. Καθόλου εύκολο.»

«Ήταν κάπου 30 άτομα εκεί μαζεμένοι. Ήταν και κάποιοι ηλικιωμένοι. Δεν μπορούσαν εύκολα να ανέβουν στο καΐκι. Η κακοκαιρία ήταν φοβερή. Τρεις φορές πήρα ανθρώπους γιατί το καΐκι μου είναι μικρό.»

«Κάνω τον ψαρά από τότε που γεννήθηκα… Και ο πατέρας μου ψαράς. Έχουμε ζήσει φωτιές αλλά αυτό το δράμα, να είναι άνθρωποι εγκλωβισμένοι στην παραλία, το έζησα πρώτη φορά. Και δεν θέλω να το ξαναζήσω. Είναι ψυχοπλακωτικό να βλέπεις τον άλλον να αγωνιά να σωθεί, να καίγεται η περιουσία του, οι φιάλες να “σκάνε”. Είχαν αρπάξει φωτιά οι καλαμωτές στα καταλύματα και έπεφταν στο καΐκι σπίθες. Τις σβήσαμε με τη μάνικα. Μπορούσαμε να πάθουμε ζημιά και εμείς, να πάρουμε φωτιά…»