Νομοθεσία περί όπλων: Ερωτηματικά για τις νέες διατάξεις – Τι λένε δικηγόροι στο TheOpinion

«Η εξομοίωση ενός κονταριού σημαίας με "ρόπαλο" αλλοιώνει την αρχή της αναλογικότητας», τονίζουν νομικοί στο TheOpinion.

Νομοθεσία περί όπλων: Ερωτηματικά για τις νέες διατάξεις – Τι λένε δικηγόροι στο TheOpinion

Ερωτήματα ως προς την ερμηνεία, αλλά και την πρακτική εφαρμογή των πρόσφατων τροποποιήσεων στη νομοθεσία περί όπλων, θέτουν δύο δικηγόροι που μιλούν στο TheOpinion, με αφορμή τη διεύρυνση των περιπτώσεων κακουργηματικής δίωξης και τη συμπερίληψη σε αυτές αντικειμένων που μέχρι πρότινος δεν αντιμετωπίζονταν με την ίδια ποινική βαρύτητα. Όπως σημειώνουν, οι νέες ρυθμίσεις μεταβάλλουν ουσιωδώς το ποινικό πλαίσιο και εγείρουν ζητήματα που αφορούν τόσο την ασφάλεια δικαίου όσο και τα όρια της ποινικής καταστολής.

Όπως έχει αναδείξει σε προηγούμενο σχετικό ρεπορτάζ το TheOpinion, είναι αλλεπάλληλες οι τροποποιήσεις και ο «εκσυγχρονισμός» της νομοθεσίας περί όπλων τα τελευταία χρόνια, μετά το περιστατικό στα Βορίζια και τη θεσμοθέτηση της κακουργηματικής δίωξης σε βάρος όσων κατηγορούνται ακόμη και για «απλή» οπλοκατοχή. Στο υφιστάμενο πλαίσιο προστίθεται μία ακόμη μετατροπή από τις 8 Δεκεμβρίου του 2025, η οποία προκαλεί ερωτήματα τόσο από την πλευρά της Πολιτείας όσο και από τις Αστυνομικές Αρχές, κυρίως ως προς την εφαρμογή της στην πράξη. Συγκεκριμένα τα ρόπαλα «μεταλλικά ή μη», οι σημαίες, τα κοντάρια, πλέον εντάσσονται στο πεδίο της κακουργηματικής δίωξης.

Νομοθεσία περί όπλων: Νέες διατάξεις και ερωτήματα για την εφαρμογή τους – Κακούργημα οι σημαίες κοντάρια στις πορείες

Οι δύο νομικοί που μιλούν σήμερα στο TheOpinion εστιάζουν, μεταξύ άλλων, στο εύρος του ορισμού της έννοιας του «όπλου», όπως αυτός διαμορφώνεται μετά τις τελευταίες παρεμβάσεις του νομοθέτη. Επισημαίνουν ότι η ένταξη αντικειμένων τα οποία δεν συνδέονται κατ’ ανάγκην με πρόθεση χρήσης ή πρόκλησης βλάβης δημιουργεί πεδίο ευρείας ερμηνείας, ιδίως όταν αυτά εντοπίζονται στο πλαίσιο δημόσιων συναθροίσεων ή άλλων συλλογικών εκδηλώσεων.

Ιδιαίτερος προβληματισμός διατυπώνεται ως προς τη μετατροπή της οπλοκατοχής σε κακούργημα σε περιπτώσεις όπου δεν προκύπτει πραγματική βλάβη ή άμεσος κίνδυνος, αλλά αρκεί η παρουσία σε συγκεκριμένο χώρο ή γεγονός. Κατά τους δικηγόρους, η αποσύνδεση της ποινικής μεταχείρισης από τα πραγματικά χαρακτηριστικά της πράξης και τις συγκεκριμένες συνθήκες τέλεσής της εγείρει ερωτήματα αναλογικότητας και προβλεψιμότητας της ποινικής κύρωσης.

Στο ίδιο πλαίσιο, τίθεται ζήτημα ως προς τον ρόλο των αστυνομικών αρχών, οι οποίες καλούνται να αξιολογήσουν επί τόπου αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των κακουργηματικών διατάξεων. Οι νομικοί επισημαίνουν ότι η άσκηση μιας τέτοιας κρίσης σε πραγματικό χρόνο, συχνά υπό συνθήκες έντασης, ενδέχεται να οδηγήσει σε ανομοιόμορφες πρακτικές και διαφορετική ποινική αντιμετώπιση παρόμοιων περιστατικών.

Παράλληλα, αναφέρονται και σε ευρύτερα ζητήματα που άπτονται της σχέσης των νέων διατάξεων με θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, τονίζοντας ότι η αυστηροποίηση του πλαισίου ενδέχεται να έχει αποτρεπτικές συνέπειες για τη συμμετοχή πολιτών σε δημόσιες συναθροίσεις, εφόσον δεν συνοδεύεται από σαφή και σταθερά κριτήρια εφαρμογής.

Χαρακτηριστικά, ο δικηγόρος Ηλίας Γκίνδης, μιλώντας στο TheOpinion, αναφέρει «Η πρόσφατη αυστηροποίηση της νομοθεσίας περί “όπλων”, με την ποινικοποίηση ακόμη και αντικειμένων καθημερινής χρήσης σε συνθήκες διαδήλωσης, συνιστά επικίνδυνη διολίσθηση προς την ποινικοποίηση της ίδιας της διαμαρτυρίας».

Ενώ προσθέτει πως «η εξομοίωση ενός κονταριού σημαίας με «ρόπαλο» και η απειλή κακουργηματικής δίωξης αλλοιώνουν την αρχή της αναλογικότητας και διαρρηγνύουν τον πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Η απειλή της άκρατης ποινικής καταστολής δεν μπορεί να συνιστά την απάντηση της πολιτείας στις κοινωνικές διαμαρτυρίες. Με τον τρόπο αυτό, η «δημόσια ασφάλεια» κινδυνεύει να μετατραπεί σε πρόσχημα συρρίκνωσης θεμελιωδών ελευθεριών».

Από την πλευρά της, η δικηγόρος Κωνσταντίνα Κάτσια επισημαίνει, «Με την πρόσφατη τροποποίηση του νόμου περί όπλων επεκτείνεται η κακουργηματική δίωξη, με ποινή κάθειρξης έως οκτώ ετών και χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ, όχι πλέον μόνο σε περιπτώσεις κατοχής βαρέως οπλισμού, αλλά και σε περιπτώσεις κατοχής κοινών όπλων από κάποιον που βρίσκεται σε δημόσια συνάθροιση, καθώς και σε άλλους δημόσιους χώρους ή χώρους του Δημοσίου, που ορίζει η σχετική διάταξη. Η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει μια σαφή αποσύνδεση της ποινικής απαξίας από την πραγματική επικινδυνότητα της πράξης».

Ενώ υπογραμμίζει πως «Η οπλοκατοχή (να το πούμε κοινώς χωρίς χρήση ή άλλα επακόλουθα) αποτελεί αδίκημα αφηρημένης διακινδύνευσης· παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζεται πλέον με ποινές που προσιδιάζουν σε πράξεις ουσιαστικής βλάβης. Η επιλογή αυτή αντανακλά μια τιμωρητική λογική εντυπώσεων, με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για τους διωκόμενους».

Αναφορικά με την «δίκαια μεταχείριση» λέει «το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: για παράδειγμα μπορεί να τιμωρείται αυστηρότερα η κατοχή ή οπλοφορία ενός ροπάλου σε δημόσια συνάθροιση από την κατοχή ή ακόμη και τη χρήση πυροβόλου όπλου σε μη δημόσια συνάθροιση, μάλιστα χωρίς δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης της ποινής έως την εκδίκαση της έφεσης. Και ενώ την ίδια στιγμή, το ισχύον ποινικό πλαίσιο καλύπτει ήδη πλήρως κάθε περίπτωση πραγματικής βλάβης ή αυξημένης επικινδυνότητας, αφού τα συναφή εγκλήματα τιμωρούνται αυτοτελώς».

«Η επαναλαμβανόμενη χρήση του ποινικού δικαίου ως εργαλείου ευκαιριακής πολιτικής της μηδενικής ανοχής μέσω εισαγωγής συνεχών εξαιρέσεων επί εξαιρέσεων καλλιεργεί κατάσταση συνεχούς ανασφάλειας και άνισης μεταχείρισης, σε ευθεία σύγκρουση με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας» τονίζει κλείνοντας.

Όπως υπογραμμίζουν, η πλήρης αποτίμηση των συνεπειών της τροποποίησης αναμένεται να προκύψει μέσα από τη δικαστηριακή πρακτική και τη διαμόρφωση νομολογίας, η οποία θα κληθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που ήδη τίθενται γύρω από τα όρια, τη στόχευση και την αναλογικότητα της νέας ποινικής μεταχείρισης.