Μιχάλης Μόσιος: Πέθανε ο «Ταμτάκος» του ελληνικού κινηματογράφου
Τα πρώτα βήματα στο ελληνικό θέατρο στη Θεσσαλονίκη
Πέθανε σε ηλικία 79 ετών ο ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος, ο οποίος έμεινε γνωστός στο ευρύ κοινό από τον ρόλο του «Ταμτάκου», αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.
Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε ο γιος του με μια συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία τον αποχαιρετά με λόγια γεμάτα αγάπη και ευγνωμοσύνη.
Αναλυτικά η ανάρτηση του γιου του
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο…όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε… Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα. Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, το ήθος σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη που μοιραστηκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε. Τώρα κι εμείς με την σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι οτι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος. Θα κλείσω με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που είχα γράψει, για τον φόβο του να χάσω τον μπαμπά μου Δεν ξέρω πως θα το αντέξω. Άμα σε χάσω μπαμπά Θ’αφήσω τα κλειδιά μου απ’έξω Μήπως και μπεις ξανά. Αντίο πατέρα μου».
Τα πρώτα βήματα στο ελληνικό θέατρο στη Θεσσαλονίκη
Η επαγγελματική πορεία του ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου από το 1969 έως το 1972 απέκτησε σημαντική θεατρική εμπειρία συμμετέχοντας σε ένα ευρύ φάσμα κλασικών έργων. Στο διάστημα αυτό βρέθηκε στη σκηνή σε παραστάσεις της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά και σε έργα σημαντικών ξένων και Ελλήνων δημιουργών, όπως ο Αριστοφάνης, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ο Στρίντμπεργκ, ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Αντώνιος Μάτεσης και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, χτίζοντας τις βάσεις της μετέπειτα καλλιτεχνικής του διαδρομής.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε την πορεία του στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 1972 έκανε την εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Αν Ήμουν Πλούσιος», σε σκηνοθεσία του Στέλιου Τατασόπουλου, ενώ την ίδια χρονιά συμμετείχε στην παράσταση «Ριχάρδος Γ΄» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, έχοντας στο πλευρό του τον Δημήτρη Χορν. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν συνεργασίες σε θεατρικές παραγωγές όπως «Τα Πατατάκια», «Θέλω Έρωτα Όχι Πόλεμο» και «Ο Σεΐχης της Καβάλας», με την τελευταία να σηματοδοτεί την έναρξη της στενής συνεργασίας του με τη Ρένα Βλαχοπούλου.
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, οι κοινές τους εμφανίσεις συνεχίστηκαν στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς με παραστάσεις όπως «Παπαδόπουλος και Σία» και «Η Χαρτοπαίχτρα». Ήταν κατά τη διάρκεια της τελευταίας που γράφτηκε μια από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες του ελληνικού θεάτρου. Σύμφωνα με όσα έχουν μείνει ως θεατρικός θρύλος, όταν ο Θέμης Μάνεσης αποχώρησε από την παραγωγή, ο ηθοποιός κλήθηκε να καλύψει αιφνιδιαστικά τον ρόλο του «παπατζή», ενώ ήδη συμμετείχε στην παράσταση.
Για να διαφοροποιήσει τον νέο χαρακτήρα, φόρεσε μια παλιά τραγιάσκα, άλλαξε ρούχα και χρησιμοποίησε περούκα από το βεστιάριο, ώστε το κοινό να μην αντιληφθεί ότι επρόκειτο για τον ίδιο ηθοποιό. Η εμφάνισή του προκάλεσε αμέσως γέλια και θερμή ανταπόκριση από τους θεατές, με τη Ρένα Βλαχοπούλου να διακρίνει αμέσως το ιδιαίτερο κωμικό του ταλέντο και να του επισημαίνει πως διαθέτει όλα τα προσόντα για την επιθεώρηση.
Εκείνη η αυθόρμητη θεατρική στιγμή αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία του «Ταμτάκου», ενός χαρακτήρα που έμελλε να γίνει ιδιαίτερα αγαπητός στο κοινό. Μέσα από τις βιντεοταινίες της δεκαετίας του 1980, ο λαϊκός αυτός τύπος καθιερώθηκε ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες της ελληνικής κωμωδίας, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία της εγχώριας ψυχαγωγίας.