Επανέρχεται ο ΕΟΔΥ στο θέμα της δηλητηριώδους πικροδάφνης – Το σχόλιο του ΓΕΩΤΕΕ
Με βάση τα δεδομένα από το Κέντρο Δηλητηριάσεων, από το 2020 κάθε έτος υπάρχουν 15-20 περιπτώσεις παιδιών με δηλητηρίαση από πικροδάφνη
Επανέρχεται με νεότερη ανακοίνωσή του ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) στο θέμα της πικροδάφνης και της φύτευσής της σε «ευαίσθητους» χώρους (σχολεία, παιδικές χαρές κ.λπ.), μετά τα σχόλια και τις αντιδράσεις που προκάλεσε προηγούμενη σύστασή του για την εκρίζωσή της από τους χώρους αυτούς.
Ο… πόλεμος της πικροδάφνης: Αντιδράσεις για την απομάκρυνση από τα σχολεία
Στη νέα ανακοίνωσή του, ο ΕΟΔΥ επαναλαμβάνει τις επισημάνεις του για τους κινδύνους που ενέχει η φύτευση της πικροδάφνης στους χώρους αυτούς, φαίνεται όμως πως αυτή τη φορά ακολουθεί μια πιο ήπια στάση για το χειρισμό του όλου θέματος, καθώς δεν επαναλαμβάνει την οδηγία του για πλήρη απομάκρυνση και εκρίζωσή της που είχε ζητήσει στην πρώτη του ανακοίνωση.
Μάλιστα, ο ΕΟΔΥ τονίζει αυτή τη φορά ότι:
« …παρά τους προαναφερθέντες κινδύνους που προκύπτουν από την έκθεση σε μεγάλες ποσότητες συσταστικών της πικροδάφνης, η εμπειρία έχει δείξει ότι τα περιστατικά δηλητηριάσεων είναι λίγα και ελαφράς μορφής. Με βάση τα δεδομένα από το Κέντρο Δηλητηριάσεων, από το 2020 κάθε έτος υπάρχουν 15-20 περιπτώσεις παιδιών με δηλητηρίαση από πικροδάφνη, που όμως κανένα δεν εμφάνισε σοβαρό σύμπτωμα και δεν χρειάστηκε να λάβει αντίδοτο ή να νοσηλευτεί».
Επισημαίνεται ότι το ΓΕΩΤ.Ε.Ε., με δελτίο Τύπου του, είχε τονίσει ότι είναι βεβιασμένη και αδικαιολόγητη η οδηγία για οριζόντια απομάκρυνση της πικροδάφνης από σχολεία, παιδικές χαρές, πάρκα και πεζοδρόμια λόγω της τοξικότητάς της καθώς, με βάση τα στατιστικά στοιχεία του Κέντρου Δηλητηριάσεων, τα περιστατικά βρώσης είναι περιορισμένα ετησίως, παρουσιάζουν συνήθως ήπια συμπτωματολογία και —το κυριότερο— μέχρι σήμερα δεν έχει παραστεί ανάγκη χορήγησης ειδικού αντιδότου στην Ελλάδα.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. επαναλαμβάνει ότι η προστασία των παιδιών και η διατήρηση του αστικού πρασίνου δεν είναι έννοιες αντικρουόμενες και δηλώνει έτοιμο να συμβάλει άμεσα στη διαμόρφωση ενός σοβαρού συναφούς πλαισίου διαχείρισης που θα θωρακίζει την ασφάλεια και την υγεία των πολιτών, χωρίς να προκαλεί υποβάθμιση του φυσικού και του αστικού περιβάλλοντος.