Το βάρος πλέον πέφτει στο Δημοτικό Συμβούλιο
Ο διχασμός για τη ΔΕΘ και η ανάγκη σαφούς αναπτυξιακής στρατηγικής για τη Θεσσαλονίκη, χαραγμένης εδώ
Έναν χρόνο μετά την έναρξη συλλογής υπογραφών υπέρ του δημοψηφίσματος για την ανάπλαση της ΔΕΘ, η όλη διαδικασία φτάνει στο Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την οργανωτική επιτροπή, 23.214 πολίτες συνυπογράφουν την αίτηση. Δεδομένου ότι δεν είχε ποτέ προβλεφθεί ενδεικνυόμενος τρόπος, η οργανωτική επιτροπή έπραξε ό,τι θεωρούσε σωστό και νόμιμο.
Ως γνωστόν, οι αρμόδιες υπηρεσίες του δήμου έκριναν παράτυπο το αποτέλεσμα της διαδικασίας, ενώ δεν έχει παρουσιαστεί σχετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Πλέον τον λόγο έχουν οι δημοτικοί σύμβουλοι: αυτοί καλούνται να κρίνουν το ζήτημα όχι μόνο τυπικά, αλλά και πολιτικά.
Το τελευταίο δωδεκάμηνο, η πίεση όσων αντέδρασαν στην περαιτέρω τσιμεντοποίηση οδήγησε σε αναδίπλωση της κυβέρνησης και σε μία πρόταση πολύ πιο συνετή και ταιριαστή στο πυκνοδομημένο κέντρο. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν πτόησε τους διοργανωτές της κίνησης υπέρ του δημοψηφίσματος· η διαδικασία συλλογής υπογραφών συνεχίστηκε κανονικά. Παράλληλα, πρόσωπα που αρχικά ήταν αναφανδόν υπέρ του φαραωνικού σχεδίου άρχισαν να επιχαίρουν για τη νέα κυβερνητική πρόταση. Παρακολουθήσαμε, δηλαδή, εντυπωσιακές κυβιστήσεις από πολιτικούς και παραγωγικούς εκπροσώπους μας.
Στο ίδιο δωδεκάμηνο, συχνά ειπώθηκε ότι η πόλη ξαναδιχάζεται. Ισχύει, μα πρόκειται για διχασμό κόσμιο και, εν πολλοίς, παραγωγικό. Από τη μία μεριά βρίσκονται όσοι βλέπουν το μέλλον του ιστορικού κέντρου με πολύ περισσότερο πράσινο, με λιγότερα αυτοκίνητα και ίσως και με λιγότερες επαγγελματικές δραστηριότητες. Από την άλλη, όσοι πιστεύουν ότι η Θεσσαλονίκη πάσχει από τόσο έντονη αναπτυξιακή υστέρηση, ώστε να μην έχει την πολυτέλεια απώλειας οποιουδήποτε οικονομικού πόρου. Σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, η Έκθεση πρέπει να μη μετακινηθεί, διότι έτσι στηρίζει καλύτερα την τοπική αγορά.
Εν τούτοις, παρά τη γενικά ήρεμη ανταλλαγή επιχειρημάτων, είναι γεγονός ότι επικρατεί αρκετός φανατισμός γύρω από ένα ζήτημα που δεν είναι ζωής και θανάτου. Ο φανατισμός δεν οφείλεται στο… νερό της Αραβησσού. Οφείλεται στη διαρκή έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης και διαβούλευσης γύρω από τη συνολική αναπτυξιακή στρατηγική της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας.
Με άλλα λόγια, εφόσον οι κυβερνώντες επιδιώκουν διατήρηση της εκθεσιακής δραστηριότητας μέσα στην πόλη, οφείλουν να εξηγήσουν ποιό αναπτυξιακό μοντέλο εξυπηρετεί η επιδίωξή τους. Να εξηγήσουν πώς ακριβώς πρόκειται να ενισχυθεί η τοπική οικονομία μέσω της διατήρησης του υφιστάμενου στάτους κβο. Να ενημερώσουν επίσης αν έχει εξεταστεί επαρκώς το άλλο σενάριο: αν θα μπορούσε να γίνει επενδυτικά πιο ελκυστική η Θεσσαλονίκη, έχοντας ένα μεγάλο πάρκο στο κέντρο της.
Συνεπώς, όσον αφορά τη συγκεκριμένη ανάπλαση και όλα τα μεγάλα έργα για τα οποία κατά καιρούς εκφράζονται επιφυλάξεις και αντιρρήσεις, δεν υπάρχει θέμα συνεννόησης. Υπάρχει θέμα κατανόησης, και μάλιστα σοβαρό. Κατανόησης των όρων, του σκεπτικού και των προϋποθέσεων πίσω από το καθένα. Κατανόησης που οδηγεί σε συναντίληψη, ή έστω σε ευρεία αποδοχή.
Την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ουδείς γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι αύριο στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου. Ομολογουμένως, πολλοί θα θεωρήσουν πρωταπριλιάτικο αστείο τυχόν έγκριση του δημοψηφίσματος. Πάντως, ό,τι κι αν γίνει, μέγα ζητούμενο είναι να μην ξαναζήσουμε διχασμό της Θεσσαλονίκης γύρω από ένα μεγάλο έργο. Η τοπική εκπροσώπηση επιβάλλεται να απαιτήσει στρατηγικό σχεδιασμό εδώ και όχι στην Αθήνα. Εάν δεν το επιτύχει, να μην γκρινιάζει για επαγγελματίες επαναστάτες και για μόνιμα διαμαρτυρόμενους κατοίκους.