Συζήτηση για κράτος δικαίου, δίχως απαντήσεις

Υψηλοί τόνοι, χαμηλή ουσία και μια κοινωνία που ζητά λύσεις, αντί για επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις και σκιαμαχίες

Συζήτηση για κράτος δικαίου, δίχως απαντήσεις
Συζήτηση προ Ημερησίας Διατάξεως, με πρωτοβουλία του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ, Νίκου Ανδρουλάκη, σε επίπεδο Προέδρων Κοινοβουλευτικών Ομάδων, "για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου, των Θεσμών και της λειτουργίας του Κοινοβουλίου στην Ελλάδα", Πέμπτη 16 Απριλίου 2026. (ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Χθες στη Βουλή είχαμε μία προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση. Αντικείμενό της, το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, ένα ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για κάθε υγιή δημοκρατία.

Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, τις εργασίες κυρίως παρακολούθησαν όσοι λιγοστοί επιμένουν να ενημερώνονται για την πολιτική ζωή. Η αιτία του περιορισμένου ενδιαφέροντος είναι απλή: η κοινωνία γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα διαφωτιζόταν ελάχιστα και ότι θα παρακολουθούσε μία ακόμη αντιπαράθεση υπερβολών και ζητημάτων συχνά δευτερευόντων. Εύστοχο το σχόλιο του Δημήτρη Κουτσούμπα, ότι η πολιτική ηγεσία προσέρχεται σαν απλός παρατηρητής διαχρονικών προβλημάτων. Διαπιστώσεις και καταγγελίες, λοιπόν, και τίποτα παραπάνω.

Το κλίμα ήταν εξαιρετικά φορτισμένο· το ξαφνικό πρόβλημα υγείας του Γιώργου Μυλωνάκη, η άποψη του Άδωνι Γεωργιάδη σχετικά με τα κίνητρα της εν Ελλάδι Ευρωπαίας εισαγγελέως και η πρόσφατη συνέντευξη του Μακάριου Λαζαρίδη είχαν ενισχύσει την ένταση.

Η συζήτηση διεξήχθη κυρίως ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και στον Νίκο Ανδρουλάκη, θυμίζοντας άλλες εποχές: ο δεύτερος ανέβασε εξαιρετικά πολύ τους τόνους, χωρίς όμως να υπολείπεται του πρωθυπουργού. Εκείνος μίλησε –δικαίως– για δολοφονία χαρακτήρων μέσω ανέντιμων διαδόσεων στα ΜΜΕ και στα σόσιαλ. Τον Ανδρουλάκη συνεπικούρησαν οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί, σε διάφορους βαθμούς. Γενικώς επικράτησαν ακραίες τοποθετήσεις και χρησιμοποιήθηκαν εκφράσεις εξαιρετικά άκομψες, οι οποίες δεν συνάδουν με κράτος του ανεπτυγμένου κόσμου.

Μιλάμε για ένα θέατρο της προσβολής και του παραλόγου, πλέον κουραστικό ακόμη και για τους ίδιους τους βουλευτές. Με εξαίρεση τις αρχηγικές ομιλίες των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, τα έδρανα ήταν άδεια. Με άλλα λόγια, οι θεατές παρακολουθούν από τις κερκίδες της αρένας μόνο τους μεγάλους μονομάχους, ενώ αδιαφορούν για τους μικρούς.

Εφόσον λοιπόν αδιαφορούν οι ίδιοι οι βουλευτές, δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα ενδιαφερθούν οι πολίτες. Και εκείνοι ξέρουν πως το ρουσφέτι υπάρχει από γεννήσεως του ελληνικού κράτους, ότι οι παρακολουθήσεις είναι φαινόμενο δεκαετιών, ότι οι πολιτικοί είναι κυνικοί και επιλεκτικά ευαίσθητοι. Οι πολίτες δεν επιθυμούν αυτή την κατάσταση, μα δυστυχώς από το βήμα της Βουλής δεν άκουσαν πώς μπορούμε να βγούμε από αυτήν.

Ο πρωθυπουργός ομολογουμένως επιχείρησε να αναδείξει τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για αναβάθμιση του Δημοσίου μέσω 25 προτεινόμενων συνταγματικών αλλαγών. Η κοινωνία δεν έχει παρά να ελπίζει ότι οι εν λόγω τομές θα λάβουν διακομματική στήριξη και θα οδηγήσουν σε περαιτέρω περιορισμό του πελατειακού κράτους και της περιφρόνησης του νόμου, ολοκληρώνοντας όσα ξεκίνησε η ψηφιοποίηση του Δημοσίου. Η κοινωνία θέλει λύσεις, έχει βαρεθεί τις μεγαλοστομίες.

Είναι γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ο Μητσοτάκης εκπέμπει αρκετά ξεκάθαρο μεταρρυθμιστικό λόγο. Ωστόσο, πολλοί πλέον προβληματίζονται κατά πόσον μπορεί και θέλει να εκσυγχρονίσει τη χώρα, φέρνοντάς τη στο θεσμικό επίπεδο της Δυτικής Ευρώπης. Πολλοί προβληματίζονται από αλλεπάλληλα σκάνδαλα, τόσο από όσα προβάλλονται στα ΜΜΕ όσο και από όσα –προς το παρόν– συζητούνται μονάχα στα πηγαδάκια. Η συμμετοχή αυτών των προβληματισμένων πολιτών στις επόμενες εκλογές θα είναι καθοριστική για την κυβερνητική σταθερότητα.

Πάντως, η ΝΔ δεν πρόκειται να βελτιώσει ιδιαίτερα τις προοπτικές της υιοθετώντας προτάσεις εύηχες μεν, αλλά ανοίκειες στη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων της, ειδικά των πιο συντηρητικών. Αν πρόκειται οι Έλληνες να αποκοπούν από τους βουλευτές και τους υπουργούς τους, θα πρέπει προηγουμένως να πειστούν ότι το κράτος είναι τόσο άρτιο και δίκαιο, ώστε να θεωρούνται περιττές οι εξωγενείς παρεμβάσεις στη λειτουργία του.