Πυροβολισμοί σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Πώς συνδέονται;
Από την Παναγία Φανερωμένη έως τα δικαστήρια της Αθήνας, η ίδια παθογένεια: ένα κράτος που αντιδρά, αφού έχει αποτύχει στην πρόληψη
Τα ξημερώματα της Δευτέρας έπεσαν πυροβολισμοί στην Παναγία Φανερωμένη, με αποτέλεσμα έναν ακόμη Τούρκο υπήκοο αιμόφυρτο στο οδόστρωμα. Το περιστατικό δεν συνέβη σε κάποια κλασική… σκοτεινή γωνιά των Βαλκανίων, αλλά σε μια ήσυχη γειτονιά της Θεσσαλονίκης. Χθες το πρωί, στην Αθήνα, ένας 89χρονος εισέβαλε ανενόχλητος σε δημόσια κτίρια και άνοιξε πυρ, τραυματίζοντας 4 γυναίκες. Δύο γεγονότα φαινομενικά διαφορετικά, μα με κοινό παρονομαστή: την ανεπαρκή δημόσια ασφάλεια.
Δυστυχώς δεν πρόκειται για ατυχή σύμπτωση. Πρόκειται για επίπτωση ενός συστήματος που αφήνει την κοινωνία εκτεθειμένη, είτε απέναντι σε οργανωμένα δίκτυα είτε απέναντι σε έναν ψυχικά ασταθή «μοναχικό λύκο». Για τα αθώα θύματα, η διαφορά αποτελεί λεπτομέρεια.
Ας δούμε την πρώτη περίπτωση. Η Θεσσαλονίκη έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως απλό πέρασμα. Έχει μετατραπεί σε σημαντικό κόμβο οργανωμένου εγκλήματος. Οι τουρκικές ομάδες δεν έρχονται μόνο για να κρυφτούν· φέρνουν μαζί τους τις συγκρούσεις τους, όπως συνέβη και στους Ταγαράδες πριν μερικούς μήνες. Από τη μεριά τους, οι βαλκανικές μαφίες δεν κινούνται παράλληλα· αντίθετα, συνεργάζονται μεταξύ τους. Αλβανοί, Γεωργιανοί, δίκτυα Ρομά: καταμερισμός ρόλων, κοινά συμφέροντα, κοινές διαδρομές.
Το φαινόμενο δεν πρέπει να εκπλήσσει, δεδομένης της ιδεώδους γεωγραφικής της θέσης: στην περιοχή έχουμε Εγνατία Οδό, μεγάλο λιμάνι, βόρεια σύνορα που έγιναν εντελώς διάτρητα μετά τη Σένγκεν. Η είσοδος Βουλγαρίας και Ρουμανίας δεν έφερε μόνο ελευθερία μετακίνησης· έφερε και ελευθερία δράσης. Τα λαθραία φορτία εισάγονται, σπάνε και εξάγονται. Η πόλη λειτουργεί ταυτόχρονα ως ενδιάμεσος σταθμός και πεδίο συγκρούσεων.
Σε ένα τόσο ευνοϊκό περιβάλλον, η άνετη στρατολόγηση στελεχών είναι αναπόφευκτη. Μετανάστες, συχνά εγκλωβισμένοι, χωρίς νόμιμη πρόσβαση σε εργασία, μετατρέπονται σε εύκολη δεξαμενή. Όχι επειδή είναι εκ προοιμίου εγκληματίες, αλλά επειδή η θέση τους δεν τους επιτρέπει πολλές επιλογές. Και τι κάνει το κράτος μας; Κυρίως παρακολουθεί.
Με παρόμοια επιμέλεια παρακολουθεί και τα δημόσια κτίρια. Η δεύτερη περίπτωση, το περιστατικό στην Αθήνα, θυμίζει αρκετά την τραγωδία στη ΔΟΥ Κοζάνης το 2020. Από τότε μέχρι σήμερα, οι συνθήκες ασφάλειας δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς: πρακτικά ελεύθερη είσοδος, ανεπαρκείς έλεγχοι, απουσία κατάλληλου προσωπικού. Η απόσταση μεταξύ πιθανού δράστη και αμέριμνου υπαλλήλου παραμένει μερικά εκατοστά.
Παρατηρούμε, λοιπόν, το εξής: στη Βουλή και στα υπουργεία, πολλαπλά φίλτρα· στα δικαστικά μέγαρα, τρύπες· στον ΕΦΚΑ, στις ΔΟΥ και στους δρόμους, σχεδόν υποτυπώδης φύλαξη. Η παροχή προστασίας δεν δείχνει να κατανέμεται τόσο με βάση τον κίνδυνο, όσο με βάση την ιεραρχία. Η σύγκριση δεν τιμά την Πολιτεία.
Ως γνωστόν, η σημερινή Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη μέτρων. Πάσχει από σοβαρή έλλειψη συνέπειας στην εφαρμογή των μέτρων. Επικρατεί το γνωστό μοτίβο: σοκ, εξαγγελίες, προσωρινή αυστηρότητα, επιστροφή στη χαλαρότητα, μέχρι το επόμενο περιστατικό. Αυτός ο κύκλος δεν είναι απλώς αναποτελεσματικός. Είναι επικίνδυνος. Δημιουργεί την αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει. Και η αίσθηση αυτή είναι το πιο ισχυρό όπλο του ένοπλου εγκλήματος.
Κάπως έτσι διαμορφώνεται ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μία, οι τοπικές και ξένες μαφίες πιστεύουν ότι μπορούν να επιχειρούν εντελώς ανενοχλητες. Από την άλλη, οι απλοί πολίτες νιώθουν ότι πρέπει να αυτοπροστατευθούν, οπότε οπλίζονται παράνομα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προκύπτουν ακραία φαινόμενα. Δεν προκύπτουν απαραίτητα στο κοινωνικό περιθώριο. Συχνά, η γένεσή τους είναι κοινότοπη.
Η λύση δεν εντοπίζεται ούτε στη χουντική αστυνομοκρατία, ούτε στην παθητικότητα. Εντοπίζεται στη -δυσεύρετη- θεσμική σοβαρότητα των αρχών νόμου και τάξης. Αν και είναι ικανές στη διαλεύκανση εγκλημάτων, οι επιδόσεις τους στην πρόληψη και στην αποτροπή δεν χαρακτηρίζονται αξιοζήλευτες. Μονίμως ζητούνται ταχεία απόδοση δικαιοσύνης, σταθερά πρωτόκολλα, νέα τεχνολογία, βελτιωμένη εκπαίδευση, πειθαρχία, πραγματική παρουσία στελεχών στο πεδίο. Όχι εντυπωσιασμός, μα αξιόπιστη λειτουργία.
Ειδικά στο τωρινό απρόβλεπτο διεθνές σκηνικό, η εγκατάλειψη της υφιστάμενης δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας στον τομέα της ασφάλειας είναι απολύτως επιβεβλημένη.