Οι συλλήψεις για Marfin και Βάγια Νέστορα, και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Για μια ακόμη φορά, δυστυχώς αναδείχθηκε η σοβαρή δυσπιστία πολλών Ελλήνων απέναντι στις αρχες νόμου και τάξης.
Μόνο θετική μπορεί να χαρακτηριστεί η σχεδόν ταυτόχρονη σύλληψη υπόπτων για τον θάνατο της Βάγιας Νέστορα, αλλά και για την τριπλή δολοφονία στη Marfin το 2010. Ζητούμενο τώρα είναι η γρήγορη δικαστική διερεύνηση των δύο υποθέσεων και η απόδοση δικαίου, ώστε να δικαιωθούν τα θύματα.
Ως είθισται, διατυπώθηκαν οι γνωστές θεωρίες περί προβοκάτσιας και παράνομων συλλήψεων. Οι θεωρίες τούτες κυκλοφορούν εδώ και πολλές δεκαετίες, σε κάθε σύλληψη για τρομοκρατία. Ίσως με μοναδική εξαίρεση τη 17 Νοέμβρη, σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, μία πλειάδα δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών, δικηγόρων και φυσικά πολιτικών καταγγέλλει τις συλλήψεις ως ένδειξη κρατικής αυθαιρεσίας. Η εν λόγω πλειάδα θεωρεί εκ προοιμίου αθώους τους συλληφθέντες και ένοχη την -μονίμως συνωμοτική- εξουσία. Η απάντηση στον γνωστό περί συνωμοσίας ισχυρισμό είναι απλή: σε μία χώρα όπου οι πάντες φλυαρούν, είναι κωμικό να πιστεύουμε ότι τέτοιου είδους ίντριγκες θα παρέμεναν κρυφές επί δεκαετίες.
Ωστόσο, εκ μέρους των επιφυλακτικών για τις συλλήψεις εκφράστηκε και μία άλλη άποψη: η αστυνομία συλλαμβάνει όποτε αυτή το αποφασίσει. Η άποψη αυτή είναι πολύ χειρότερη όσον αφορά τα αισθήματα της κοινωνίας προς τις αρχές νόμου και τάξης. Η άποψη αυτή ουσιαστικά υπαινίσσεται πως η αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών πάταξης της εγκληματικότητας επαφίεται στη διάθεση τη δική τους και των εκάστοτε πολιτικών τους προϊσταμένων. Πρόκειται για άποψη κυνική, η οποία αμαυρώνει την εικόνα της αστυνομίας και της δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Πού οφείλεται;
Δυστυχώς η μικροπαραβατικότητα ευδοκιμεί στη χώρα μας, και μάλιστα ευδοκιμεί μπροστά στα μάτια των αρμόδιων αρχών· οι πολίτες γίνονται καθημερινά μάρτυρες χιλιάδων -μικρών και μεγάλων- περιστατικών εξύβρισης, απειλής, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και παρακώλυσης συγκοινωνιών, τα οποία αντιμετωπίζονται ως μη γενόμενα. Παράλληλα, έχουμε συλλήψεις εγκληματικών ομάδων που εξαπατούν ηλικιωμένους, που κλέβουν χαλκό, που διακινούν παράνομους μετανάστες, που προωθούν επαίτες, που διεξάγουν λαθρεμπόριο όπλων κ.ο.κ. Δυστυχώς, έχουμε και σχεδόν εξίσου πολλές αποφυλακίσεις και αθωώσεις, με τις παράνομες δραστηριότητες να συνεχίζονται κανονικά.
Η όλη εικόνα είναι για πολλούς δυσνόητη, οπότε τους οδηγεί σε ένα απαξιωτικό σενάριο: αστυνομικοί και δικαστές παίζουν με τους παρανόμους το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, πιάνοντας κάποιους και αφήνοντάς τους για να τους ξαναπιάσουν. Ο λόγος; Να δικαιολογούν την ύπαρξή τους και την ισχύ τους.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η παραπάνω περιγραφή αρμόζει σε κρατικές δομές ταγμένες όχι στην υπηρεσία των πολλών, μα μόνο των στελεχών τους και των κομμάτων. Τέτοιου είδους δομές προφανώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε έμπιστες, ούτε αξιόπιστες, ούτε άξιες σεβασμού. Τέτοιου είδους δομές θεωρούνται έτερη μορφή μαφίας, διαδεδομένης σε κράτη της Νότιας Αμερικής και της πρώην ΕΣΣΔ.
Με τις άστοχες δημόσιες τοποθετήσεις τους, πολιτικά πρόσωπα όλων των αποχρώσεων συχνά δικαιώνουν την περιφρόνηση της ποινικής νομοθεσίας, ενώ η κακή διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών και οι παρακολουθήσεις έχουν επιβαρύνει την κατάσταση. Μέσα σε περιβάλλον γενικευμένης αμφισβήτησης, οι αρχές νόμου και τάξης οφείλουν να περιφρουρούν συνεχώς το κύρος τους. Οφείλουν να αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας πως η στάση τους απέναντι στο έγκλημα δεν είναι συζητήσιμη, ούτε εξαρτάται από τις εκάστοτε κυβερνητικές σκοπιμότητες. Η αποστολή τους δεν είναι εύκολη.