Έφυγε όπως της άξιζε η Μαρινέλλα;
Από το Ηρώδειο στη Βαρκελώνη, δύο ιστορίες που φωτίζουν τα όρια μεταξύ ανθρώπινης αξιοπρέπειας και πολιτικής βούλησης
Η Μαρινέλλα μας άφησε, ενάμιση χρόνο μετά την κατάρρευσή της στη σκηνή του Ηρωδείου. Δεν έφυγε πάνω στο σανίδι, αλλά μετά από μακρά παράταση, που για πολλούς θα θεωρούταν μαρτύριο. Δεν κυκλοφόρησαν φωτογραφίες της από το τελευταίο διάστημα. Θα τη θυμόμαστε μόνο για τη σπάνια φωνή της, το λαμπερό χαμόγελό της και τη σκηνική της κυριαρχία.
Εν έτει 2026, ο τρόπος που πεθαίνει ένας άνθρωπος εξελίσσεται σε αντικείμενο ανοικτής συζήτησης, όχι όμως ως κουτσομπολιό. Γιατί; Διότι η ιατρική τεχνολογία παρατείνει σημαντικά τη ζωή, μα δεν εγγυάται την αξιοπρέπεια.
Τις ίδιες μέρες, στη Βαρκελώνη, μια άλλη ιστορία έκλεισε τον κύκλο της. Η 25χρονη Νοέλια Καστίγιο Ράμος επέλεξε την ευθανασία, μετά από έναν βιασμό. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας που την άφησε παραπληγική. Μετά από χρόνια πόνου -σωματικού και ψυχικού. Αφού αγωνίστηκε εναντίον των αντιτιθέμενων συγγενών της, τα δικαστήρια αναγνώρισαν το δικαίωμά της. Το ισπανικό κράτος της το προσέφερε, και εκείνη την άσκησε.
Το ζήτημα της ευθανασίας και της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας δεν είναι περιθωριακό. Δεν αποτελεί ιδεολογική πολυτέλεια. Έχουν πια περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Τζακ Κεβόρκιαν έθεσε τον αξιοπρεπή θάνατο στο δημόσιο διάλογο. Εκτός της Ισπανίας, είναι πια θεσμοθετημένος σε χώρες όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Ελβετία, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, ενώ έπεται η Γαλλία. Με αυστηρούς όρους. Με ελέγχους. Με φίλτρα. Όχι ως εύκολη λύση. Αλλά ως νόμιμη έσχατη επιλογή.
Οι κοινωνίες που προχώρησαν σε ανάλογες νομοθετικές ρυθμίσεις δεν λειτούργησαν ελαφρά τη καρδία. Το έκαναν αφού αναγνώρισαν κάτι απλό: ότι η ελευθερία και το αυτεξούσιο αφορούν και το τέλος της ζωής· ίσως μάλιστα εκεί δοκιμάζονται περισσότερο. Στην Ελλάδα όμως, η συζήτηση δεν έχει καν ξεκινήσει σοβαρά. Ο τρόπος θανάτου του Βέλιου πριν δέκα χρόνια δεν συγκίνησε την Πολιτεία. Το ίδιο ισχύει για τον φετινό χαμό του Αναστάση Παπαληγούρα. Όχι επειδή δεν υπάρχει ευρύς προβληματισμός στην κοινωνία· επειδή δεν υπάρχει η αναγκαία υπερκομματική βούληση.
Το γεγονός τούτο δεν ξαφνιάζει. Από το 2006, χρειάστηκαν 13 χρόνια για να λειτουργήσει το πρώτο Κέντρο Αποτέφρωσης Νεκρών, χωρίς να έχει αδειοδοτηθεί δεύτερο. Εξυπακούεται λοιπόν πως η Ελλάδα δεν είναι έτοιμη να νομοθετήσει για την ευθανασία. Όταν ακόμη και η καύση -πρακτική αυτονόητη στον υπόλοιπο προηγμένο κόσμο- παραμένει θέμα ευαίσθητο, η συζήτηση για «θάνατο αξιοπρέπειας» μοιάζει σχεδόν απαγορευμένη.
Με άλλα λόγια, όσα κόμματα έχουν προοδευτικές απόψεις γύρω από το θέμα, κινούνται αμυντικά. Ειδικά η σημερινή κυβέρνηση δικαίως φοβάται το πολιτικό κόστος. Έχοντας ήδη ανοίξει μέτωπα λόγω της θεσμοθέτησης γάμου των ομοφυλοφίλων, δεν αντέχει ένα ακόμη. Προτιμά τη σιωπή.
Δυστυχώς η εν λόγω σιωπή δεν είναι απλή ουδετερότητα. Είναι πρωτίστως επιλογή, με σοβαρές συνέπειες. Εξαιτίας της, άνθρωποι βασανίζονται σκληρά. Βασανίζονται μαζί τους οι οικείοι τους, κατά κανόνα παρέχοντάς τους καθημερινή φροντίδα. Ασθενείς, συγγενείς και φίλοι διέρχονται μια οδό μαρτυρίου, δίχως να αντιλαμβάνονται γιατί. Βρίσκονται μαζί σε μια γκρίζα ζώνη, όπου η αξιοπρέπεια εξαρτάται από την τύχη, την οικογένεια, τους οικονομικούς πόρους, ή -χειρότερα- από την περιστασιακή ανοχή των αρχών. Τους αξίζει κάτι τέτοιο;
Προφανώς δεν υπάρχει σύγκριση ανάμεσα στη Μαρινέλλα και τη Νοέλια ως φυσικά πρόσωπα. Ωστόσο υπάρχει σύγκριση ανάμεσα στα πλαίσια μέσα στα οποία έζησαν το τέλος τους· η Μαρινέλλα δεν θα είχε το αντίστοιχο δικαίωμα, αν τυχόν αποφάσιζε να το αξιοποιήσει. Και αυτή η σύγκριση είναι θεσμική. Αναμφίβολα η ευθανασία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ενέχει ηθικούς και ποινικούς κινδύνους. Απαιτεί αυστηρούς ελέγχους. Θέτει βαθιά ηθικά διλήμματα. Το να μην συζητούνται όλα αυτά δεν μας απαλλάσσει από κάτι.
Οφείλουμε να αποδεχτούμε πως η ατομική αξιοπρέπεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να εξαντλείται στον τρόπο ζωής, καθώς επεκτείνεται και στον τρόπο θανάτου. Και αυτό δεν είναι υψηλή φιλοσοφία. Είναι κοινή λογική.