Ακρόπολη και Sagrada Família: Τι μας λέει η σύγκριση;

Ακρόπολη και Sagrada Família: Τι μας λέει η σύγκριση;
Eurokinissi

Λίγες ημέρες μετά τους εορτασμούς (παρόντος του Ποντίφικα) για την ολοκλήρωση του κεντρικού πύργου της Sagrada Família, η Ελλάδα πανηγύρισε για την παράδοση της δυτικής όψης του Παρθενώνα και την απομάκρυνση των τελευταίων μεγάλων σκαλωσιών από το συγκεκριμένο σημείο στην Ακρόπολη. Δύο γεγονότα που εκ πρώτης όψεως δεν συγκρίνονται: το ένα αφορά την ολοκλήρωση ενός έργου που πρωτοξεκίνησε το 1882· το άλλο μια νέα φάση αποκατάστασης ενός μνημείου ηλικίας 2500 ετών. Εν τούτοις, μέσα τις διαφορές, αναδεικνύονται ορισμένες αλήθειες για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες διαχειρίζονται τον χρόνο, την κληρονομιά και τη συνέχειά τους.

Η σύγκριση δεν γίνεται για να ανακηρύξει νικητή. Η Sagrada Família είναι έργο δημιουργίας. Η Ακρόπολη έργο διάσωσης. Στη Βαρκελώνη οικοδομούν ένα ανεκπλήρωτο αρχιτεκτονικό όραμα. Στην Αθήνα επιχειρούν να επαναφέρουν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση ένα μνημείο ταλαιπωρημένου από πολέμους, λεηλασίες και λανθασμένες επεμβάσεις.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες. Και τα δύο είναι άθλοι. Και τα δύο έργα διήρκεσαν πολλές δεκαετίες, με ή χωρίς διακοπές. Και τα δύο χρειάστηκαν τεχνολογία που οι αρχικοί δημιουργοί τους δεν μπορούσαν καν να φανταστούν. Και τα δύο απέδειξαν ότι τα μεγάλα επιτεύγματα δεν οικοδομούνται με εκλογικούς κύκλους αλλά με θεσμική συνέχεια. Εδώ όμως προκύπτουν και ενδιαφέρουσες διαφορές, καθώς στην περίπτωση του Παρθενώνα δεν έχει προσδιοριστεί ημερομηνία ολοκλήρωσης.

Ο καταλανικός καθεδρικός αποτελεί πλήρως ενεργό ναό, με όσα –πάμπολλα και μοναδικά– στατικά και διακοσμητικά στοιχεία είχε προβλέψει ο Γκαουντί. Σε γενικές γραμμές, τα εκατομμύρια των επισκεπτών του τον βλέπουν όπως θα έπρεπε να είναι. Από τη μεριά της, η αποκατάσταση της Ακρόπολης επίσης αποτελεί διεθνές πρότυπο. Η επιστημονική της τεκμηρίωση είναι υποδειγματική. Η τηρηθείσα αρχή της αναστρεψιμότητας συνιστά ίσως το πιο ώριμο μοντέλο συντήρησης μνημείων παγκοσμίως. Τούτου λεχθέντος, το αισθητικό και λειτουργικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντοτε ικανοποιητικό για τον αναζητητή του αρχαίου κάλλους.

Όποιος ανεβαίνει σήμερα στον Ιερό Βράχο συναντά ένα τοπίο που προβληματίζει. Αρχιτεκτονικά μέλη παραμένουν διάσπαρτα, ερείπια στον χώρο (κυρίως ορισμένα ρωμαϊκά) στέκονται σε σωρούς, ενώ η συνολική εικόνα απέχει από την ιδανική. Στο μυαλό των μη εξοικειωμένων με τη Χάρτα της Βενετίας, γεννώνται συνειρμοί με λατομεία και εργοτάξια. Η γενική εικόνα μάλλον αδικεί το πιο σημαντικό μνημείο της χώρας, ειδικά αν συνυπολογίσουμε πως τα -από φέτος- ετήσια έσοδα από Έλληνες και ξένους επισκέπτες θα προσεγγίζουν το εκτιμώμενο συνολικό κόστος των εργασιών, μετά το 1983.

Δυστυχώς το ίδιο πρόβλημα εντοπίζεται και αλλού. Από τους Δελφούς και τη Δήλο μέχρι τη Νικόπολη και το Δίον, η χώρα συχνά δίνει την εντύπωση ότι φοβάται την οπτική αρτιότητα. Αντί να αναδεικνύει το μεγαλείο των μνημείων της, εγκλωβίζεται σε ατέρμονες, φοβικές διαδικασίες. Υπάρχουν βεβαίως φωτεινές εξαιρέσεις, όπως οι Αιγές και η Αρχαία Μεσσήνη, όπου αποδείχθηκε ότι η αρχαιολογική έρευνα μπορεί να συνυπάρξει με την ευκρινή αμεσότητα.

Φυσικά εντοπίζεται και στη Θεσσαλονίκη. Η Αγορά, το Γαλεριανό Συγκρότημα, τα τείχη, τα λουτρά και τα υπόλοιπα κατάλοιπα της αρχαίας μητρόπολης συντηρούνται και προστατεύονται -οριακά- μα συνήθως δεν αναδεικνύουν στον επισκέπτη το πραγματικό τους μέγεθος· εδώ εξαίρεση αποτελεί η Ροτόντα. Η πόλη που υπήρξε συμπρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλο μέρος παρελθόντος της ως αποσπασματικά ερείπια, όχι ως ένα ενιαίο αφήγημα αστικής ιστορίας και πλούτου. Είθε η ανακοινωθείσα ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων να σημάνει αλλαγή σελίδας.

Αυτό είναι ίσως το μάθημα της σύγκρισης μεταξύ Αθήνας και Βαρκελώνης: ότι ο σεβασμός στην πολιτιστική κληρονομιά δεν μετριέται μόνο από το βαθμό επιμέλειας των επεμβάσεων, αλλά και από την παράδοση αποτέλεσματος ταιριαστού στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, διότι τα σπουδαία μνημεία δεν διατηρούνται για να τα θαυμάζουν οι σκαλωσιές.

Το Υπουργείο Πολιτισμού αποδεδειγμένα διαθέτει εξαιρετικούς αρχαιολόγους, μηχανικούς και συντηρητές. Εκεί όπου συνεχίζει να υστερεί είναι στη διαχείριση του χρόνου και των κονδυλίων, στην ταχύτητα λήψης αποφάσεων και στην ικανότητα να μετατρέπει την επιστημονική συνέπεια σε βιωματική εμπειρία. Συνεχίζει να υστερεί, συχνά πέφτοντας θύμα γραφειοκρατικών αγκυλώσεων και ιδεολογικών εμμονών.