Βιομηχανικές περιοχές Θεσσαλονίκης: Παράγουν πλούτο, εισπράττουν αδιαφορία
H συζήτηση για τη βιομηχανία παραμένει συχνά στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου
Όταν γίνεται συζήτηση για την οικονομία της Θεσσαλονίκης, συνήθως το ενδιαφέρον στρέφεται στο λιμάνι, τον τουρισμό, την εστίαση ή το εμπόριο. Ωστόσο, ο πραγματικός παραγωγικός πυρήνας της πόλης βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στις βιομηχανικές και επιχειρηματικές περιοχές της Σίνδου, του Καλοχωρίου, της Νέας Ραιδεστού, της Θέρμης, της Λακκιάς, της περιοχής του Δερβενίου και σε δεκάδες ακόμη συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που συνθέτουν το μεγαλύτερο βιομηχανικό οικοσύστημα της Βόρειας Ελλάδας.
Εκεί παράγεται ένα μεγάλο μέρος του πλούτου της Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί λειτουργούν βιομηχανίες τροφίμων, φαρμακευτικές εταιρείες, μεταποιητικές μονάδες, logistics centers, εξαγωγικές επιχειρήσεις και βιοτεχνίες που απασχολούν δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους και δημιουργούν σημαντική προστιθέμενη αξία για την εθνική οικονομία.
Κι όμως, παρά τη στρατηγική σημασία τους, πολλές από αυτές τις περιοχές συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές τους ανάγκες.
Η ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου αποτελεί τη μοναδική πλήρως οργανωμένη βιομηχανική περιοχή μεγάλης κλίμακας στη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, σε πολλές άλλες περιπτώσεις η ανάπτυξη έγινε αποσπασματικά, χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ισχυρές επιχειρηματικές συγκεντρώσεις χωρίς τις αντίστοιχες υποδομές.
Το Καλοχώρι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μία από τις σημαντικότερες περιοχές logistics της χώρας, με άμεση σύνδεση με το λιμάνι και το εθνικό οδικό δίκτυο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ζητήματα οδικής πρόσβασης, πλημμυρικής προστασίας και κυκλοφοριακής επιβάρυνσης. Αντίστοιχα, στις περιοχές της Θέρμης και της Νέας Ραιδεστού, όπου τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν σύγχρονες επιχειρήσεις τεχνολογίας, υπηρεσιών και μεταποίησης, οι υποδομές συχνά ακολουθούν με καθυστέρηση τον ρυθμό των ιδιωτικών επενδύσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολεοδομικό. Είναι βαθιά οικονομικό.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει το τίμημα μιας διαχρονικής αδυναμίας χωροταξικού σχεδιασμού. Για δεκαετίες η επιχειρηματική δραστηριότητα αναπτυσσόταν ταχύτερα από το θεσμικό πλαίσιο. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να υπάρχουν ισχυρές παραγωγικές ζώνες που δεν διαθέτουν πάντα το καθεστώς ενός σύγχρονου και οργανωμένου επιχειρηματικού πάρκου.
Αυτό σημαίνει μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, δυσκολότερες αδειοδοτήσεις, καθυστερήσεις σε επεκτάσεις εγκαταστάσεων και περιορισμένες δυνατότητες προσέλκυσης νέων επενδύσεων.
Και εδώ αναδεικνύεται ένα παράδοξο που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία: οι επιχειρήσεις επενδύουν γρηγορότερα από το κράτος. Δεν είναι λίγες οι φορές που η ίδια η Πολιτεία αφήνει να εννοηθεί ότι η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δημιουργεί ασφυκτική πίεση για την υλοποίηση των αναγκαίων έργων υποδομής στις βιομηχανικές περιοχές, σαν η επιχειρηματική ανάπτυξη να αποτελεί πρόβλημα και όχι ζητούμενο.
Το αποτέλεσμα; Την ώρα που ιδιωτικά κεφάλαια χρηματοδοτούν νέες μονάδες παραγωγής, αποθήκες, κέντρα logistics και τεχνολογικές εγκαταστάσεις, οι δημόσιες επενδύσεις σε δρόμους, φωτισμό, δίκτυα, αντιπλημμυρικά έργα και συνδέσεις μεταφορών προχωρούν με πολύ πιο αργούς ρυθμούς.
Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα αναπτυξιακό έλλειμμα που κοστίζει ακριβά στην ανταγωνιστικότητα της περιοχής αλλά και φυσικά σε θέσεις εργασίας.
Η Κεντρική Μακεδονία αποτελεί τη δεύτερη ισχυρότερη παραγωγική περιφέρεια της χώρας μετά την Αττική. Μεγάλο μέρος των εξαγωγών της Ελλάδας σε τρόφιμα, βιομηχανικά προϊόντα, δομικά υλικά, χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα προέρχεται από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Θεσσαλονίκη και στις γειτονικές περιοχές.
Παρόλα αυτά, η συζήτηση για τη βιομηχανία παραμένει συχνά στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος.
Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη επενδύει εκ νέου στη βιομηχανική παραγωγή, στην εφοδιαστική αλυσίδα και στην τεχνολογική αυτονομία, η Θεσσαλονίκη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κόμβους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Για να συμβεί όμως αυτό, απαιτείται κάτι περισσότερο από ανακοινώσεις και αναπτυξιακά συνέδρια (που ειδικά στην πόλη μας έχουμε βουλιάξει).
Απαιτείται ένας συνολικός σχεδιασμός για όλες τις βιομηχανικές και επιχειρηματικές περιοχές του νομού. Με σύγχρονες υποδομές, ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, νέες οργανωμένες ζώνες επιχειρηματικότητας, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και επενδύσεις που θα ακολουθούν τις πραγματικές ανάγκες της παραγωγής.
Γιατί η ανάπτυξη δεν κρίνεται από τα λόγια που λέγονται στα συνέδρια. Κρίνεται από το αν ένα φορτηγό μπορεί να φτάσει γρήγορα στο λιμάνι, αν μια βιομηχανία έχει αξιόπιστες υποδομές και αν ένας επενδυτής θεωρεί τη Θεσσαλονίκη πιο ελκυστική από μια ανταγωνιστική πόλη στα Βαλκάνια.
Και σήμερα, παρά τις τεράστιες δυνατότητές της, η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να μην αξιοποιεί πλήρως το μεγαλύτερο οικονομικό της πλεονέκτημα: την ίδια της την παραγωγή.