Το πλεόνασμα ως πολιτικό εργαλείο

Δημοσιονομική πειθαρχία, στοχευμένη αναδιανομή και τα όρια της ιδεολογικής σύγκλισης σε μια περίοδο πολιτικής όξυνσης στην Ελλάδα

Το πλεόνασμα ως πολιτικό εργαλείο
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η επαναλαμβανόμενη επιλογή της κυβέρνησης του Κυριάκος Μητσοτάκης να ανακοινώνει μέτρα στήριξης αμέσως μετά την επιβεβαίωση των δημοσιονομικών στοιχείων από την ΕΛΣΤΑΤ δεν αποτελεί απλώς μια πρακτική πολιτικής επικοινωνίας. Συνιστά μια συνεκτική αρχιτεκτονική οικονομικής διαχείρισης, η οποία συνδυάζει τη δημιουργία πλεονασμάτων με την επιλεκτική επιστροφή πόρων προς κοινωνικές ομάδες. Η στρατηγική αυτή, αν και εμφανίζεται ως τεχνοκρατική και σχεδόν ουδέτερη, εγείρει ερωτήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της πολιτικής οικονομίας. Πόσο φιλελεύθερη είναι μια τέτοια προσέγγιση. Πόσο προοδευτική ως προς τη φορολογική της λογική. Και κυρίως, τι σημαίνει για τη δομή του πολιτικού ανταγωνισμού σε μια χώρα που έχει ήδη βιώσει έντονες κρίσεις και αντισυστημικές εκρήξεις.

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο των μέτρων, αλλά στη μορφή και τη χρονικότητα της πολιτικής. Η επανάληψη δημιουργεί κανονικότητα. Η κανονικότητα παράγει προσδοκίες. Και οι προσδοκίες, όταν γίνονται προβλέψιμες, λειτουργούν ως μηχανισμός σταθεροποίησης τόσο της οικονομίας όσο και του πολιτικού συστήματος.

Δημοσιονομικός χώρος και πολιτική στόχευση

Η λογική της δημιουργίας πλεονάσματος πριν από την οποιαδήποτε αναδιανομή αντλεί από μια παράδοση που δίνει έμφαση στη δημοσιονομική αξιοπιστία. Σε ένα περιβάλλον όπως το ελληνικό, όπου το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, η επίτευξη πλεονασμάτων λειτουργεί ως σήμα προς τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να κινείται εντός κανόνων, αποφεύγοντας την εικόνα μιας πολιτικής που υπόσχεται περισσότερα από όσα μπορεί να χρηματοδοτήσει.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν εξαντλεί το φαινόμενο. Η παραγωγή πλεονάσματος δεν είναι απλώς τεχνικό αποτέλεσμα. Προϋποθέτει συγκεκριμένες επιλογές ως προς τη φορολογία και τις δαπάνες. Όταν το κράτος συλλέγει περισσότερους πόρους από όσους επιστρέφει άμεσα στην οικονομία, δημιουργεί έναν χώρο τον οποίο στη συνέχεια μπορεί να αξιοποιήσει πολιτικά. Η επιστροφή μέρους αυτού του χώρου, μέσω στοχευμένων μέτρων, δεν αποτελεί ουδέτερη διαδικασία. Ενσωματώνει επιλογές για το ποιοι θα ωφεληθούν και πότε.

Η επαναληπτικότητα της πρακτικής ενισχύει την πολιτική της διάσταση. Όταν οι πολίτες γνωρίζουν ότι κάθε χρόνο, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θα υπάρξει μια μορφή ενίσχυσης, διαμορφώνεται μια σταθερή προσδοκία. Αυτή η προσδοκία λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης κοινωνικών πιέσεων. Δεν πρόκειται για θεσμοποιημένη επέκταση του κράτους πρόνοιας, αλλά για μια μορφή περιοδικής αναδιανομής που διατηρεί ευελιξία και πολιτικό έλεγχο.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται μια σημαντική διάκριση. Η αναδιανομή δεν πραγματοποιείται κυρίως μέσω της φορολογικής δομής, όπως θα υποστήριζε μια πιο προοδευτική προσέγγιση, αλλά μέσω των δαπανών. Η φορολογία παραμένει σχετικά σταθερή ως προς τη δομή της, ενώ η ανακατανομή εισοδήματος επιτυγχάνεται εκ των υστέρων. Αυτό μετατοπίζει το βάρος της πολιτικής από την αρχική κατανομή των πόρων στη διαχείριση του αποτελέσματος.

Φιλελευθερισμός με όρια

Η αξιολόγηση της στρατηγικής αυτής ως προς τη σχέση της με τον οικονομικό φιλελευθερισμό απαιτεί προσοχή. Μια καθαρά φιλελεύθερη προσέγγιση, όπως αυτή που συνδέεται με τον Milton Friedman ή τον Friedrich Hayek, θα έδινε έμφαση στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και στη μεγαλύτερη αυτονομία της αγοράς. Η ιδέα ότι το κράτος συγκεντρώνει πόρους για να τους επιστρέψει επιλεκτικά δεν ευθυγραμμίζεται με αυτή τη λογική.

Για να κατανοηθεί η σημερινή πρακτική, χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στις βασικές αρχές του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, όπως διαμορφώθηκαν στη Γερμανία του 20ού αιώνα. Ο Walter Eucken και οι στοχαστές της σχολής του Φράιμπουργκ υποστήριξαν ότι η αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει τον ανταγωνισμό και τη σταθερότητα. Το κράτος δεν αποσύρεται, αλλά θέτει κανόνες και επιβάλλει δημοσιονομική πειθαρχία.

Αυτή η λογική αποτυπώθηκε στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή οικονομική τάξη και, αργότερα, στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έμφαση στα πλεονάσματα, στον περιορισμό των ελλειμμάτων και στη θεσμική αξιοπιστία αποτελεί ευθεία αντανάκλαση αυτής της παράδοσης.

Η ελληνική πολιτική των τελευταίων ετών φαίνεται να ενσωματώνει αυτή τη λογική. Η δημιουργία πλεονάσματος προηγείται κάθε παροχής, ενώ η χρονική σύνδεση των μέτρων με τα επίσημα στοιχεία ενισχύει την εικόνα μιας πολιτικής που υπακούει σε κανόνες. Η πρακτική αυτή δεν προκύπτει μόνο από εσωτερικές επιλογές, αλλά και από την ανάγκη ευθυγράμμισης με ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που δίνει ιδιαίτερη σημασία στη δημοσιονομική αξιοπιστία.

Ωστόσο, η ελληνική εκδοχή παρουσιάζει μια σημαντική διαφοροποίηση. Εκεί όπου ο κλασικός ορντοφιλελευθερισμός εστιάζει κυρίως στη διασφάλιση των συνθηκών λειτουργίας της αγοράς, η ελληνική πρακτική ενσωματώνει πιο έντονα στοιχεία στοχευμένης αναδιανομής. Το κράτος δεν περιορίζεται στον ρόλο του ρυθμιστή, αλλά αναλαμβάνει ενεργά τη διαχείριση των κοινωνικών πιέσεων μέσω επιλεκτικών παρεμβάσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα υβριδικό μοντέλο. Η αγορά παραμένει κεντρικός μηχανισμός κατανομής των πόρων, αλλά το κράτος διατηρεί ενεργό ρόλο στη διόρθωση των ανισορροπιών. Η πολιτική δεν επιδιώκει τη ριζική αναδιαμόρφωση της φορολογικής δομής, ούτε την εκτεταμένη διόγκωση του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, κινείται σε ένα πεδίο όπου η δημοσιονομική πειθαρχία συνυπάρχει με στοχευμένες παρεμβάσεις.

Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί μια ιδιότυπη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, διατηρείται η εικόνα της υπευθυνότητας και της αξιοπιστίας. Από την άλλη, αποφεύγεται η κοινωνική ένταση που θα προκαλούσε μια αυστηρά περιοριστική πολιτική. Η ισορροπία αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από εντάσεις, επειδή η ύπαρξη πλεονάσματος συνεπάγεται ότι κάποιοι πόροι έχουν αφαιρεθεί από την οικονομία πριν επιστραφούν. Το ερώτημα για το αν αυτοί οι πόροι θα μπορούσαν να παραμείνουν εξαρχής στην οικονομία, ενισχύοντας την ανάπτυξη, παραμένει ανοιχτό.

Σύγκλιση, αντιπολίτευση και το όριο της συναίνεσης σε κλίμα όξυνσης

Το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο αυτής της στρατηγικής αφορά τις επιπτώσεις της στο πολιτικό σύστημα. Όταν μια κυβέρνηση υιοθετεί μια πολιτική που συνδυάζει στοιχεία διαφορετικών ιδεολογικών παραδόσεων, περιορίζεται ο χώρος για καθαρές αντιπαραθέσεις. Η οικονομική πολιτική παύει να αποτελεί πεδίο έντονης ιδεολογικής σύγκρουσης και μετατρέπεται σε ζήτημα διαχείρισης.

Η κεντροαριστερά δυσκολεύεται να διαφοροποιηθεί όταν η κυβέρνηση ήδη εφαρμόζει μέτρα στήριξης προς τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η κριτική περί κοινωνικής αδιαφορίας χάνει την αιχμή της. Την ίδια στιγμή, μια πιο ριζοσπαστική πρόταση αναδιανομής κινδυνεύει να θεωρηθεί δημοσιονομικά επισφαλής, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία που έχει βιώσει τις συνέπειες της κρίσης.

Από την άλλη πλευρά, η καθαρά φιλελεύθερη κριτική, η οποία θα ζητούσε σημαντική μείωση φόρων και περιορισμό των παροχών, αντιμετωπίζει το δικό της πολιτικό κόστος. Σε ένα περιβάλλον όπου μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται οικονομική πίεση, η πρόταση για λιγότερη κρατική παρέμβαση δεν βρίσκει εύκολα απήχηση.

Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή συμπίεσης του πολιτικού ανταγωνισμού. Τα κόμματα κινούνται εντός ενός κοινού πλαισίου, διαφωνώντας κυρίως ως προς την ένταση και τη στόχευση των πολιτικών. Η σύγκρουση μετατοπίζεται από το επίπεδο των αρχών στο επίπεδο της εφαρμογής. Η πολιτική αντιπαράθεση αφορά περισσότερο το ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα το ίδιο μοντέλο, παρά το ποιο μοντέλο πρέπει να υιοθετηθεί.

Η εξέλιξη αυτή έχει διττή επίδραση. Από τη μία πλευρά, ενισχύει τη σταθερότητα καθώς οι μεγάλες αποκλίσεις περιορίζονται και το ενδεχόμενο ριζικών ανατροπών μειώνεται. Από την άλλη, δημιουργεί τον κίνδυνο μιας υποβόσκουσας δυσαρέσκειας. Όταν οι πολίτες δυσκολεύονται να εντοπίσουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βασικών πολιτικών επιλογών, ενδέχεται να στραφούν είτε στην αποχή είτε σε πιο ριζοσπαστικές, αντισυστημικές εκφράσεις.

Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας δείχνει ότι τέτοιες μετατοπίσεις δεν είναι θεωρητικές. Η άνοδος του Αλέξη Τσίπρα πριν το 2015 συνδέθηκε ακριβώς με την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα δεν προσέφερε πραγματικές εναλλακτικές. Η σημερινή κατάσταση διαφέρει ως προς τις συνθήκες, αλλά το βασικό ερώτημα παραμένει. Μέχρι ποιο σημείο η σύγκλιση ενισχύει τη σταθερότητα και από ποιο σημείο και μετά αρχίζει να υπονομεύει την εμπιστοσύνη.

Η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι η πολιτική οικονομία δεν καθορίζεται μόνο από ιδεολογικές επιλογές, αλλά και από ιστορικές εμπειρίες και θεσμικούς περιορισμούς. Το υβριδικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί αντανακλά μια προσπάθεια διαχείρισης πολλαπλών πιέσεων, όπου η δημοσιονομική πειθαρχία, η κοινωνική συνοχή και η πολιτική βιωσιμότητα συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία.

Το αν αυτή η ισορροπία θα αποδειχθεί διατηρήσιμη εξαρτάται από παράγοντες που υπερβαίνουν την ίδια την οικονομική πολιτική. Η εξέλιξη των εισοδημάτων, η αίσθηση δικαιοσύνης και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς θα καθορίσουν το κατά πόσο το μοντέλο αυτό θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης ή αν θα αποτελέσει το υπόβαθρο για μια νέα φάση πολιτικής αμφισβήτησης.