Το μεγάλο στοίχημα των φόρων: Από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στη νέα μορφή φορολογικών μειώσεων
Η φετινή μελέτη του ΚΕΦΙΜ για την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας δείχνει ότι αφήνουμε πίσω τη λογική της υπερφορολόγησης και η πρόκληση αφορά τη μετατροπή των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων ετών σε μια σταθερή πολιτική φορολογικών ελαφρύνσεων που θα ενισχύσει την ανάπτυξη και το διαθέσιμο εισόδημα.
Κάθε χρόνο η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας περνά σχεδόν απαρατήρητη από τη δημόσια συζήτηση, παρότι αποτελεί έναν από τους πιο εύγλωττους δείκτες της σχέσης πολίτη και κράτους. Δεν αποτυπώνει μόνο πόσες ημέρες εργάζεται ένας πολίτης για να πληρώσει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Δείχνει πόσο μεγάλο μέρος του πλούτου που παράγεται κατευθύνεται στη χρηματοδότηση του κράτους και πόσο παραμένει στην οικονομία για κατανάλωση, αποταμίευση και επενδύσεις.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας τοποθετείται στις 29 Ιουνίου. Οι Έλληνες χρειάζονται πλέον 179 ημέρες εργασίας για να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο Δημόσιο, μία ημέρα λιγότερη από πέρυσι και δύο λιγότερες σε σχέση με το 2019.
Η μεταβολή αυτή μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται μικρή. Ωστόσο, αποκτά διαφορετική σημασία αν ενταχθεί στη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα του 2026 απέχει σημαντικά από την Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η δημοσιονομική προσαρμογή στηριζόταν κυρίως σε νέες φορολογικές επιβαρύνσεις. Σήμερα η χώρα διαθέτει επενδυτική βαθμίδα, υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αυξημένη απασχόληση και μια πολύ αποτελεσματικότερη φορολογική διοίκηση χάρη στην ψηφιακή της αναβάθμιση.
Ακριβώς γι’ αυτό η αξία της φετινής έκθεσης δεν περιορίζεται στο ότι η φορολογική ελευθερία μετακινήθηκε κατά μία ημέρα νωρίτερα. Το ουσιαστικό της μήνυμα είναι ότι η χώρα ολοκληρώνει έναν δύσκολο κύκλο δημοσιονομικής προσαρμογής και εισέρχεται σε μια περίοδο όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον η αύξηση των εσόδων, αλλά η αξιοποίησή τους για τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου που θα επιτρέψει νέες μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις.
Η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η φορολογία δεν αποτελεί απλώς μέσο χρηματοδότησης του κράτους. Επηρεάζει τα κίνητρα για εργασία, τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, διαμορφώνοντας τελικά τις δυνατότητες μιας οικονομίας να παράγει περισσότερο πλούτο.
Οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών άλλαξαν το σημείο εκκίνησης της οικονομίας
Η πορεία των τελευταίων έξι ετών δείχνει ότι η δημοσιονομική υπευθυνότητα και οι φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να συνυπάρξουν όταν προηγείται μια συστηματική προσπάθεια εκσυγχρονισμού των θεσμών. Οι μειώσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων, οι παρεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ, η αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών και οι αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος δημιούργησαν ένα σαφώς ευνοϊκότερο περιβάλλον από εκείνο που επικρατούσε στα χρόνια της κρίσης.
Εξίσου σημαντική αποδείχθηκε η μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης. Για δεκαετίες η φοροδιαφυγή μετέφερε δυσανάλογο βάρος στους συνεπείς φορολογουμένους. Η ψηφιοποίηση της ΑΑΔΕ, τα ηλεκτρονικά βιβλία, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών, η διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών και οι αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις περιόρισαν αισθητά τα περιθώρια απόκρυψης φορολογητέας ύλης.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται πλέον στα δημόσια έσοδα. Η υπεραπόδοσή τους δεν συνδέεται μόνο με την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης, αλλά και με την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των κανόνων. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το κράτος μπορεί να εισπράττει περισσότερα χωρίς να αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει μια βασική αρχή της οικονομικής πολιτικής: ένα αποτελεσματικό κράτος μπορεί να χρηματοδοτεί τις λειτουργίες του μέσω ευρύτερης φορολογικής συμμόρφωσης και ισχυρότερης οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς να επιβαρύνει συνεχώς όσους εργάζονται και παράγουν.
Παράλληλα, δημιουργεί νέες προσδοκίες. Όσο τα δημόσια οικονομικά ενισχύονται και η ανάπτυξη σταθεροποιείται, τόσο πιο εύλογο γίνεται το αίτημα να επιστρέφει μέρος αυτής της προόδου στους πολίτες μέσα από χαμηλότερους φόρους και εισφορές.
Η επόμενη πρόκληση δεν αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή αλλά την απελευθέρωση της παραγωγικής δυναμικής
Η δημόσια συζήτηση μπορεί πλέον να στραφεί σε ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς θα αξιοποιηθεί η πρόοδος των τελευταίων ετών ώστε να επιταχυνθεί η ανάπτυξη και να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στους φορολογικούς συντελεστές, αλλά στη συνολική αρχιτεκτονική του φορολογικού συστήματος. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ υπενθυμίζει ότι σημαντικό μέρος των κρατικών εσόδων εξακολουθεί να προέρχεται από τους έμμεσους φόρους και ιδιαίτερα από τον ΦΠΑ, επιλογή που αντανακλά τις ανάγκες της περιόδου της κρίσης.
Σήμερα, όμως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η οικονομία αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό, η απασχόληση βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα, οι εξαγωγές εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και η φορολογική διοίκηση διαθέτει εργαλεία που πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν πλέον για μια πιο φιλόδοξη στρατηγική, η οποία θα συνδέει την αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων με τη σταδιακή αποκλιμάκωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης.
Η επιλογή αυτή έχει έντονη αναπτυξιακή διάσταση. Κάθε ευρώ που παραμένει στην πραγματική οικονομία ενισχύει την κατανάλωση, τις επενδύσεις και την παραγωγή νέου πλούτου. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τη συνολική φορολογική επιβάρυνση, γεγονός που δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η χώρα ανταγωνίζεται οικονομίες που επενδύουν συστηματικά στην καινοτομία, την τεχνολογία και την προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων. Ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό πλαίσιο λειτουργεί ως σημαντικός παράγοντας ενίσχυσης των επενδύσεων και της εμπιστοσύνης στην οικονομία.
Η φοροδιαφυγή πρέπει να μετατραπεί σε φορολογική ελάφρυνση
Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη θεσμική αλλαγή των τελευταίων ετών. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η δημόσια διοίκηση διαθέτει τα εργαλεία ώστε να εντοπίζει αποτελεσματικότερα την απόκρυψη εισοδημάτων και να περιορίζει την παραβατικότητα.
Τα αυξημένα δημόσια έσοδα αποδεικνύουν ότι η τεχνολογία, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και οι διασταυρώσεις στοιχείων μπορούν να αποδίδουν περισσότερο από την επιβολή νέων φόρων. Ακριβώς γι’ αυτό δημιουργείται πλέον μια ρεαλιστική δυνατότητα να συνδεθεί η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής με τη σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Η επιτυχία της φορολογικής διοίκησης δεν θα πρέπει να αξιολογείται μόνο από το ύψος των εσόδων, αλλά και από το κατά πόσο επιτρέπει στην Πολιτεία να μειώνει σταδιακά φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική ισορροπία.
Η προσέγγιση αυτή διαθέτει και έντονη διάσταση δικαιοσύνης. Για πολλά χρόνια οι συνεπείς φορολογούμενοι επωμίζονταν δυσανάλογο βάρος, επειδή σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας παρέμενε εκτός φορολογικού συστήματος. Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης αποκαθιστά σταδιακά αυτή την ανισορροπία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η οποία ενισχύει τις καθαρές αποδοχές των εργαζομένων και μειώνει το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις. Αντίστοιχα, σε βάθος χρόνου, μπορεί να εξεταστεί και μια πιο ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στην άμεση και την έμμεση φορολογία, καθώς η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.
Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί από τη συνέπεια των μεταρρυθμίσεων
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η δημοσιονομική υπευθυνότητα και η αναπτυξιακή πολιτική δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Όταν οι μεταρρυθμίσεις εφαρμόζονται με συνέπεια και συνοδεύονται από αποτελεσματικότερη λειτουργία των θεσμών, δημιουργούν έναν ενάρετο κύκλο που ενισχύει τόσο τα δημόσια οικονομικά όσο και την πραγματική οικονομία.
Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αύξηση της απασχόλησης, η βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων και η σταθερή εισροή επενδύσεων συνθέτουν ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον από εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φορολογική πολιτική καλείται να λειτουργήσει όχι μόνο ως εργαλείο επίτευξης δημοσιονομικών στόχων, αλλά και ως μοχλός ενίσχυσης της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας.
Η μετακίνηση της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας κατά μία ημέρα δεν αλλάζει από μόνη της την καθημερινότητα των πολιτών. Αποτελεί, όμως, ένδειξη μιας ευρύτερης τάσης: ότι η χώρα απομακρύνεται σταδιακά από το μοντέλο της υπερφορολόγησης και προσεγγίζει ένα διαφορετικό υπόδειγμα, όπου η ανάπτυξη, η τεχνολογία και η αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων δημιουργούν μεγαλύτερο περιθώριο άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση από πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, γεγονός που υπενθυμίζει ότι η μεταρρυθμιστική προσπάθεια δεν έχει ολοκληρωθεί. Η περαιτέρω αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων, η διεύρυνση της φορολογικής συμμόρφωσης, η περιστολή της παραοικονομίας και η αποτελεσματικότερη αξιολόγηση των δημόσιων δαπανών μπορούν να δημιουργήσουν νέο δημοσιονομικό χώρο χωρίς να διακυβεύεται η σταθερότητα της οικονομίας.
Η συγκεκριμένη στρατηγική δεν αποτελεί μόνο μια φιλελεύθερη πρόταση οικονομικής πολιτικής. Ενισχύει και την εμπιστοσύνη ανάμεσα στον πολίτη και στο κράτος. Όταν οι φορολογούμενοι διαπιστώνουν ότι η συνέπειά τους ανταμείβεται και ότι η αποτελεσματικότερη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης επιστρέφει σε αυτούς με τη μορφή χαμηλότερων φορολογικών βαρών, ενισχύεται η νομιμοποίηση του ίδιου του φορολογικού συστήματος.
Η φετινή έκθεση του ΚΕΦΙΜ προσφέρει τελικά κάτι περισσότερο από έναν ετήσιο απολογισμό. Υπενθυμίζει ότι η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, αλλά και από την ικανότητά της να διευρύνει σταδιακά τον χώρο της οικονομικής ελευθερίας. Αν η Ελλάδα διατηρήσει τη μεταρρυθμιστική της συνέπεια και μετατρέψει τα πρόσθετα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής σε μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις, τότε η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας θα αποτελεί όχι απλώς έναν ετήσιο δείκτη, αλλά μια απτή ένδειξη ότι η ανάπτυξη, η δημοσιονομική υπευθυνότητα και η βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών μπορούν να συμβαδίζουν.