Πόλεμος Ιράν: Ένας λευκός τράκτορας και η νέα γεωπολιτική
Από έναν αυτοσχέδιο εκτοξευτή πυραύλων μέχρι τα παγκόσμια ναυτιλιακά περάσματα: γιατί η σύγκρουση με το Ιράν δύσκολα θα τελειώσει σύντομα.
Η σκηνή κρατάει ελάχιστα. Ένας λευκός πολιτικός τράκτορας Mercedes σταματά σε ένα επιλεγμένο σημείο, μέσα σε μια πλατεία της Τεχεράνης. Γύρω του, μια μικρή συνοδεία από επίσης λευκά ημιφορτηγά Toyota Hilux. Τίποτα το εντυπωσιακό, τίποτα που να προϊδεάζει για κάτι ιδιαίτερο. Μέχρι τη στιγμή που η καρότσα ανοίγει. Τότε ένας μεγάλος πύραυλος εδάφους-εδάφους ανυψώνεται και αμέσως εκτοξεύεται προς τον ουρανό. Το συνεργείο εκτόξευσης χώνεται βιαστικά στα Toyota και φεύγει, για να γλιτώσει ενδεχόμενο πλήγμα από αμερικανικό ή Ισραηλινό drone.
Η όλη εικόνα είναι ωμή, σχεδόν πρωτόγονη. Κι όμως, αυτή η πρόχειρη -σύμφωνα με τα δυτικά δεδομένα- διαδικασία εξηγεί περισσότερα για τον πόλεμο με το Ιράν από ό,τι εκατοντάδες αναλύσεις στρατηγικών ινστιτούτων. Γιατί αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι το εξής: οι πόλεμοι του 21ου αιώνα δεν μοιάζουν πια με αυτούς που περιγράφουν τα στρατιωτικά εγχειρίδια της Δύσης, βασισμένα στην εμπειρία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και σε θεωρήματα του Ψυχρού. Η δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στα αεροπλανοφόρα, στα stealth αεροσκάφη ή στους δορυφόρους. Βρίσκεται και στη διασπορά στοιχειωδώς σύγχρονων δυνάμεων. Στην ικανότητα ενός καθεστώτος να μετατρέπει πολιτικά φορτηγά σε κινητούς εκτοξευτές πυραύλων και τηλεκατευθυνόμενα ελικοπτεράκια σε έξυπνα βλήματα.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα των ΗΠΑ στο Ιράν.
Την Παρασκευή σημειώθηκε αεροπορικός βομβαρδισμός στη Νήσο Χαργκ, ίσως το πιο κρίσιμο νησί του Περσικού, από όπου διεκπεραιώνεται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Πρόκειται για έναν από τους πιο ευάλωτους αλλά και πιο στρατηγικούς ενεργειακούς κόμβους στον πλανήτη. Θεωρητικά, μια άνετη κατάληψή του από αμερικανικές δυνάμεις θα μπορούσε να παραλύσει άμεσα την οικονομία της Τεχεράνης.
Στην πράξη όμως, το επιτελείο του Λευκού Οίκου δείχνει διστακτικό. Ο λόγος είναι απλός και βαθιά πρακτικός. Όποια δύναμη αποβιβαστεί στο νησί θα βρεθεί αμέσως στο έλεος ενός καταιγισμού πυραύλων εδάφους-εδάφους. Πυραύλων που μπορούν να εκτοξεύονται από πολιτικά φορτηγά, από αποθήκες εργοστασίων, από αγροκτήματα μέσα στην έρημο, από αυλές σχολείων. Η στρατηγική του Ιράν βασίζεται σε αυτή την υπερπληθώρα στόχων· στην αδυναμία ενός αντιπάλου να τους εξουδετερώσει όλους.
Πολλοί στις ΗΠΑ εξακολουθούν να αναρωτιούνται γιατί οι Ιρανοί συνεχίζουν να πολεμούν. Κακώς , διότι η απάντηση είναι απλούστατη. Πολεμούν επειδή μπορούν και, ως καθεστώς, δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Οι θεοκρατικές εξουσίες σπάνια λειτουργούν με όρους κόστους και οφέλους. Η επιβίωσή τους δεν εξαρτάται από την ευημερία της κοινωνίας αλλά από τη διατήρηση της ισχύος τους. Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η εσωτερική πίεση μετατρέπεται σε εξωτερική σύγκρουση. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος γίνεται μέρος της ίδιας της επιβίωσης του καθεστώτος. Η σιιτική ιερά παράδοση των μαρτύρων λειτουργεί βοηθητικά.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση. Η στρατιωτική βιομηχανία του Ιράν έχει οργανωθεί σε ένα ιδιαίτερο μοντέλο. Πυραυλικά συστήματα, θαλάσσιες νάρκες και μικρά drones παράγονται σε μικρές, διασκορπισμένες εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα. Αυτό σημαίνει ότι η πλήρης καταστροφή της παραγωγής τους είναι σχεδόν αδύνατη. Ακόμη κι αν καταστραφούν μεγάλα εργοστάσια, δεκάδες μικρότερα εργαστήρια συνεχίζουν να λειτουργούν. Η τεχνολογία τους δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, αλλά είναι αρκετή για να κάνει ζημιά. Και συχνά αυτή η δυνατότητα αρκεί για να παρατείνει έναν πόλεμο πολύ περισσότερο απ’ όσο υπολογίζουν σύμβουλοι και επιτελείς. Άλλωστε ο σκοπός των μουλάδων είναι να κρατηθούν ώσπου να κουραστούν οι αντίπαλοί τους.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση δεν είναι μόνο μεταξύ ΗΠΑ-Ισραηλ και Ιράν. Η Ρωσία έχει κάθε λόγο να βλέπει τη σύγκρουση να παρατείνεται. Όσο η ένταση ανεβαίνει στον Περσικό Κόλπο, οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται και μαζί τους αυξάνονται και τα έσοδα από το ρωσικό πετρέλαιο· συνεπώς, κάθε συνδρομή της Μόσχας στην Τεχεράνη είναι αμοιβαία επωφελής. Από τη μεριά της, η Κίνα αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως ένα τεράστιο εργαστήριο. Ως ένα πεδίο δοκιμών για ηλεκτρονικά συστήματα, τεχνολογίες παρεμβολών και ποικίλους αισθητήρες. Ίσως όμως και την ενδιαφέρει κάτι ακόμη σημαντικότερο: βρίσκει ευκαιρία να παρατηρήσει διεξοδικά πώς επιτίθεται ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου, και πώς αντιδρά σε έναν πόλεμο φθοράς. Ο ίδιος στρατός που θα μπορούσε κάποτε να βρεθεί απέναντί της σε μια κρίση στην Ταϊβάν.
Γι αυτό και είναι αφελείς όσοι Αμερικανοί πιστεύουν ότι η σύγκρουση θα τελειώσει σύντομα. Από το Ισραήλ δεν ειπώθηκε ποτέ κάτι τέτοιο, ούτε από σοβαρούς Ευρωπαίους στρατηγικούς αναλυτές Η εκτίμηση που φαίνεται να κυριαρχεί είναι ότι το επιτελείο του Τραμπ -ή ευρύτερα το σύστημα που τον περιβάλλει- μάλλον υπερτίμησε τις δυνατότητες της αεροπορίας και υποτίμησε την ανθεκτικότητα των Επαναστατικών Φρουρών. Η αεροπορική υπεροχή είναι δεδομένη, όπως δεδομένη είναι και η ισοπέδωση μεγάλων υποδομών και καθεστωτικών συμβόλων. Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει: αρκούν όλα αυτά για να ανατραπεί ένα καθεστώς με βαθιές ρίζες; Η ιστορία συνήθως απαντά αρνητικά.
Εάν λοιπόν η αεροπορική πίεση δεν οδηγήσει σε πραξικόπημα ή μαζική εξέγερση, τότε θα ανοίξει μια πολύ πιο επικίνδυνη συζήτηση: ο σταδιακός τεμαχισμός της χώρας. Σενάρια ενεργοποίησης του κουρδικού παράγοντα συζητούνται ήδη στην Ουάσιγκτον, μα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα ακολουθήσει. Τυχόν διάλυση του ισλαμιστικού Ιράν δεν θα οδηγήσει απλώς σε ένα νέο κράτος. Θα δημιουργήσει μια γεωπολιτική δίνη σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Τα απόνερα θα είναι μεγάλα. Κανονικό τσουνάμι, μέχρι τη Μεσόγειο.
Πάντως, ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, ένα γεγονός θεωρείται σχεδόν βέβαιο: το κρατικό μόρφωμα που θα προκύψει μετά από τούτη τη σύγκρουση δύσκολα θα αποτελεί απειλή για τους γείτονές του, για αρκετές δεκαετίες. Με άλλα λόγια, Τραμπ και Νετανιάχου θα έχουν καταγάγει μια σημαντική νίκη, προς όφελος των χωρών τους και των βασιλείων του Κόλπου. Εδώ παρουσιάζεται το μεγαλύτερο ζήτημα. Η στρατηγική σκέψη στην Ουάσιγκτον φαίνεται να προετοιμάζεται για έναν κόσμο όπου η ελεύθερη διακίνηση αγαθών και πρώτων υλών δεν θα θεωρείται πλέον δεδομένη. Έναν κόσμο πιο κατακερματισμένο, με ανταγωνιστικά οικονομικοπιλιτικά μπλοκ και σκληρότερο έλεγχο στους φυσικούς πόρους.
Σε ένα τέτοιο διεθνές περιβάλλον, η μάχη για τα λεγόμενα choking points της παγκόσμιας ναυτιλίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα Στενά του Ορμούζ είναι ένα από αυτά, ίσως το πιο γνωστό. Από εκεί περνά ένα τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου πετρελαίου. Δεν είναι όμως το μόνο κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα. Στην ίδια κατηγορία ανήκει η Διώρυγα του Παναμά (που άλλαξε χέρια τους προηγούμενους μήνες), τα Στενά της Μάλακα, η Μάγχη, το Γιβραλτάρ, η Διώρυγα του Σουέζ και η Ερυθρά Θάλασσα. Στον ίδια λίστα βρίσκουμε και το σύμπλεγμα Αιγαίου-Δαρδανελλίων. Όποιος ελέγχει αυτά τα περάσματα επηρεάζει την ίδια τη ροή της παγκόσμιας οικονομίας.
Επιστρέφοντας στη σκηνή με τον λευκό τράκτορα, το συμπέρασμα είναι απλό. Η παγκόσμια στρατηγική φαίνεται συχνά εξαιρετικά περίπλοκη, ενώ στην πραγματικότητα βασίζεται σε τρία θεμελιώδη: αντοχή, πόρους και πολιτική βούληση. Το Ιράν διαθέτει τα δύο πρώτα σε επαρκή βαθμό. Το τρίτο -την πολιτική βούληση- φαίνεται να το διαθέτει σε υπερθετικό βαθμό. Και αυτό σημαίνει πως ο πόλεμος αυτός δεν θα τελειώσει εύκολα. Όταν οι μεγάλες δυνάμεις μπαίνουν στον χορό της γεωπολιτικής, δεν αποχωρούν γρήγορα. Χορεύουν μέχρι τέλους.