ΠΑΣΟΚ και δημοσκοπήσεις: Από εργαλεία, αποδιοπομπαίος τράγος και αφορμές εσωστρέφειας
Η επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση των μετρήσεων από το ΠΑΣΟΚ, οι δηλώσεις Δούκα για συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα και η αντίδραση Διαμαντοπούλου φωτίζουν μια βαθύτερη κρίση στρατηγικής, ηγεσίας και πολιτικής αυτοαντίληψης
Η συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα γύρω από τις δημοσκοπήσεις δεν αφορά στην πραγματικότητα τις δημοσκοπήσεις, αλλά αφορά το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, τον τρόπο με τον οποίο το κόμμα αντιλαμβάνεται τη θέση του στο πολιτικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται το ίδιο. Οι μετρήσεις απλώς λειτουργούν ως ο καθρέφτης αυτής της σχέσης. Και όπως συμβαίνει συχνά στην πολιτική, η σύγκρουση με τον καθρέφτη ξεκινά όταν η εικόνα που επιστρέφει γίνεται δυσάρεστη.
Μετά την ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα και της Ελπίδας για την Ελλάδα της Μαρίας Καρυστιανού, οι πρώτες δημοσκοπήσεις κατέγραψαν μια νέα ανακατάταξη στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε ξανά αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο να χάσει τη δεύτερη θέση και, σχεδόν ταυτόχρονα, επανήλθαν οι γνωστές αιχμές περί αναξιόπιστων μετρήσεων, προβληματικών δειγμάτων και στρεβλής αποτύπωσης της κοινής γνώμης. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι δεν πρόκειται για μια καινούργια αντίδραση. Το ίδιο είχε συμβεί όταν ο Στέφανος Κασσελάκης που έφερνε την πρώτη μείζονα κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ, εντέλει προηγήθηκε του ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές. Το ίδιο συνέβη όταν η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου εκτινάχθηκε δημοσκοπικά μετά τις μεγάλες κινητοποιήσεις για τα Τέμπη. Κάθε φορά που το ΠΑΣΟΚ βλέπει τη δεύτερη θέση του να αμφισβητείται, αμφισβητεί μαζί και τις μετρήσεις που καταγράφουν αυτή τη μεταβολή.
Η δεύτερη θέση που δεν μετατρέπεται σε προοπτική πολιτικής ηγεμονίας
Το επαναλαμβανόμενο αυτό μοτίβο έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποκαλύπτει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στα εργαλεία μέτρησης. Βρίσκεται σε μια πολιτική πραγματικότητα που εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συνέπεια εδώ και τρία χρόνια. Το ΠΑΣΟΚ καταφέρνει στην καλύτερη περίπτωση να παραμένει σταθερό, όμως δεν καταφέρνει να γίνει ηγεμονικό. Κατορθώνει να επιβιώνει μέσα στις κρίσεις των ανταγωνιστών του, χωρίς να μετατρέπει τη δική του παρουσία σε κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Και κάθε φορά που εμφανίζεται μια νέα δύναμη η οποία εκφράζει πιο έντονα την κοινωνική δυσαρέσκεια, την αντισυστημική διάθεση ή την προσδοκία πολιτικής ανατροπής, το ΠΑΣΟΚ διαπιστώνει ότι η θεσμική του θέση δεν αρκεί για να διατηρήσει και την πολιτική πρωτοκαθεδρία.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της τρέχουσας περιόδου. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ μετά το 2023 συνδέθηκε κυρίως με την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα ανέκτησε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης σχεδόν μηχανικά, χωρίς να δημιουργήσει ένα ισχυρό κοινωνικό ρεύμα που να του επιτρέπει να διεκδικήσει την εξουσία με όρους πρωταγωνιστή.
Όταν ένα κόμμα έχει κατακτήσει την πολιτική ηγεμονία στον χώρο του, οι δημοσκοπικές διακυμάνσεις δεν απειλούν τον πυρήνα της ισχύος του. Όταν όμως η θέση του στηρίζεται κυρίως στη σταθερότητα ενός παραδοσιακού εκλογικού ακροατηρίου, κάθε νέα πολιτική πρωτοβουλία μπορεί να μεταβάλει τους συσχετισμούς. Αυτό ακριβώς παρατηρείται σήμερα. Η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα δεν δημιούργησαν απλώς νέους πολιτικούς φορείς. Δημιούργησαν νέες δυνατότητες ταύτισης για ψηφοφόρους που δεν θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ εκφράζει με επάρκεια τις πολιτικές και συναισθηματικές τους αναζητήσεις.
Ένα χαρισματικό κόμμα με μετα-χαρισματική κρίση
Το πρόβλημα αυτό συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της ηγεσίας. Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ιστορικά ένα κόμμα που οικοδομήθηκε γύρω από ισχυρές προσωπικότητες. Η πολιτική του παράδοση διαμορφώθηκε από ηγέτες που λειτουργούσαν ως σύμβολα ευρύτερων κοινωνικών προσδοκιών. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, με εντελώς διαφορετικό τρόπο ο Κώστας Σημίτης, ακόμη και ο Γιώργος Παπανδρέου, εξέφρασαν περιόδους κατά τις οποίες το κόμμα συνδεόταν με μια ισχυρή πολιτική αφήγηση και με πρόσωπα που ενσάρκωναν αυτή την αφήγηση.
Η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό μοντέλο. Πρόκειται για έναν πολιτικό που αναδείχθηκε μέσα από τον κομματικό μηχανισμό, διαθέτει οργανωτική επάρκεια και ισχυρό έλεγχο του κόμματος, χωρίς όμως να έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια αντίστοιχη σχέση πολιτικής προσδοκίας με την κοινωνία. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται διαρκώς στους δείκτες καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, οι οποίοι παραμένουν χαμηλοί παρά τη θεσμική αναβάθμιση του κόμματος.
Η διάσταση αυτή είναι πολύ σημαντικότερη από την πρόθεση ψήφου. Ένα κόμμα μπορεί να συγκεντρώνει ένα αξιοπρεπές εκλογικό ποσοστό και ταυτόχρονα να μη θεωρείται από την κοινωνία πιθανός φορέας εξουσίας. Σε αυτή την περίπτωση δημιουργείται ένα αόρατο πολιτικό ταβάνι, το οποίο περιορίζει τις δυνατότητες διεύρυνσης. Οι πολίτες μπορεί να αναγνωρίζουν σοβαρότητα, θεσμικότητα ή οργανωτική επάρκεια, χωρίς να φαντάζονται τον ηγέτη του κόμματος ως πρωθυπουργό της χώρας.
Γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ μοιάζει ολοένα περισσότερο με έναν αποτελεσματικό γραφειοκρατικό οργανισμό που αναζητεί το πολιτικό πάθος και την κοινωνική ενέργεια που κάποτε χαρακτήριζαν την ύπαρξή του. Και γι’ αυτό επίσης βλέπει κατά καιρούς κόμματα με πολύ πιο αδύναμες δομές ή ακόμη και προσωποπαγή χαρακτηριστικά να το υπερβαίνουν δημοσκοπικά.
Οι δηλώσεις του Χάρη Δούκα, ως υπενθύμιση πολιτικής αδυναμίας
Ακριβώς γι’ αυτό οι πρόσφατες δηλώσεις του Χάρη Δούκα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η πρότασή του για μελλοντική συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη σε πιθανές δεύτερες εκλογές, καθώς και η αποδοχή του ενδεχομένου να ηγηθεί του εγχειρήματος όποιος προηγηθεί εκλογικά, συνιστούν μια έμμεση αναγνώριση ότι το ζήτημα της ηγεμονίας στον χώρο της αντιπολίτευσης παραμένει ανοιχτό, και δεν είναι ζήτημα του ΠΑΣΟΚ πλέον.
Στην πραγματικότητα, ο Δούκας διατύπωσε δημόσια ένα ερώτημα που αιωρείται εδώ και μήνες πάνω από τη Χαριλάου Τρικούπη. Τι θα συμβεί εάν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να συγκεντρώσει μεγαλύτερη πολιτική και εκλογική δυναμική από το ΠΑΣΟΚ; Πώς θα αντιδράσει ένα κόμμα που επί χρόνια διεκδικούσε τον ρόλο του βασικού εκφραστή της κεντροαριστεράς και της αντιπολίτευσης;
Η ίδια η διατύπωση αυτού του ερωτήματος δείχνει ότι η πρωτοκαθεδρία του ΠΑΣΟΚ δεν θεωρείται δεδομένη ούτε από όλα τα κορυφαία στελέχη του. Η συζήτηση αυτή δεν θα είχε ανοίξει εάν οι δημοσκοπήσεις εμφάνιζαν το ΠΑΣΟΚ ως αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο της αντιπολίτευσης. Άρα οι ίδιες οι δηλώσεις Δούκα λειτουργούν ως έμμεση επιβεβαίωση της πραγματικότητας που η ηγεσία συχνά επιχειρεί να υποβαθμίσει.
Η απάντηση της Άννας Διαμαντοπούλου και ο πολιτικός στρουθοκαμηλισμός μπροστά στα ευρήματα των ερευνών
Η απάντηση της Άννας Διαμαντοπούλου υπήρξε εξίσου αποκαλυπτική. Η φράση ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν παρακαλεί κανέναν για συνεργασίες» εξέφρασε μια λογική πολιτικής αυτοπεποίθησης, η οποία όμως έρχεται σε σύγκρουση με τα δεδομένα που καταγράφονται επί μακρόν στις έρευνες κοινής γνώμης. Η πολιτική ισχύς δεν επιβεβαιώνεται από δηλώσεις αυτοπεποίθησης. Επιβεβαιώνεται όταν η κοινωνία αναγνωρίζει σε ένα κόμμα την ικανότητα να ηγηθεί.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Δούκα και τη Διαμαντοπούλου φανερώνει δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας πραγματικότητας. Η πρώτη αντιλαμβάνεται ότι οι νέοι συσχετισμοί δημιουργούν συνθήκες που ενδέχεται να επιβάλουν ευρύτερες πολιτικές συνθέσεις. Η δεύτερη εξακολουθεί να θεωρεί ότι η οργανωτική ισχύς, η ιστορική διαδρομή και η αυτόνομη πορεία αρκούν για να επιβεβαιώσουν αργότερα τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κόμματος.
Και εδώ ακριβώς επιστρέφουμε στο ζήτημα των δημοσκοπήσεων. Η συνεχής αμφισβήτησή τους μοιάζει ολοένα περισσότερο με πολιτικό στρουθοκαμηλισμό. Όχι επειδή οι μετρήσεις είναι αλάνθαστες, αλλά επειδή το πρόβλημα που καταγράφουν εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συνέπεια. Ένα κόμμα που διαθέτει σταθερή εκλογική βάση, αλλά δυσκολεύεται να διευρυνθεί. Μια ηγεσία που ελέγχει τον κομματικό μηχανισμό, αλλά δυσκολεύεται να εμπνεύσει ευρύτερα ακροατήρια. Μια αξιωματική αντιπολίτευση που κατέχει θεσμικά τη δεύτερη θέση, χωρίς να έχει πείσει ότι αποτελεί την αυριανή κυβέρνηση.
Οι δημοσκοπήσεις δεν δημιουργούν αυτή την πραγματικότητα. Την καταγράφουν. Και όσο το ΠΑΣΟΚ επιμένει να αντιμετωπίζει τον καθρέφτη ως πρόβλημα, τόσο περισσότερο θα απομακρύνεται από την ουσιαστική συζήτηση που αφορά τη δική του πολιτική στρατηγική. Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι μετρήσεις αδικούν το ΠΑΣΟΚ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί, τρία χρόνια μετά την ανάδειξή του σε αξιωματική αντιπολίτευση, εξακολουθεί να αδυνατεί να πείσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι αποτελεί τον φυσικό διεκδικητή της εξουσίας.