Καθολικό Βασικό Κεφάλαιο: Yπάρχει λύση σε έναν κόσμο τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς ανθρώπινη εργασία και μισθό;
Η θερινή ανάγνωση του βιβλίου του Θόδωρου Σκυλακάκη οδηγεί σε μια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, την ιδιοκτησία και το μέλλον της ελευθερίας, από τον Ρωλς και τον Νότζικ έως την παρακαταθήκη του Στέφανου Μάνου.
Τις ημέρες της καλοκαιρινής ανάπαυλας, όταν ο χρόνος επιτρέπει μια πιο ήσυχη ανάγνωση και μια κάποια απόσταση από τον καθημερινό πολιτικό θόρυβο, διάβασα το βιβλίο του Θόδωρου Σκυλακάκη «Τεχνητή Νοημοσύνη: Η εκτόπιση της εργασίας». Από τις πρώτες σελίδες έγινε φανερό ότι πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με όλες τις προϋποθέσεις και τα συμπεράσματά του, επιχειρεί να θέσει ένα ερώτημα που σύντομα θα βρεθεί στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Τι θα συμβεί όταν η εργασία πάψει να αποτελεί για ένα σημαντικό μέρος των ανθρώπων τον βασικό δρόμο προς το εισόδημα και την οικονομική ανεξαρτησία;
Το ερώτημα ακούγεται ακόμη πρόωρο, ίσως και υπερβολικό, για όσους θεωρούν ότι κάθε τεχνολογική επανάσταση τελικά δημιουργεί νέες δουλειές και νέες ευκαιρίες. Η ιστορία προσφέρει, πράγματι, πολλά επιχειρήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Η τεχνητή νοημοσύνη, όμως, ανοίγει ένα διαφορετικό πεδίο συζήτησης, επειδή η αυτοματοποίηση επεκτείνεται πλέον σε λειτουργίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο της ανθρώπινης νοημοσύνης.
Η μεγάλη αξία της παρέμβασης του Σκυλακάκη βρίσκεται στο ότι δεν περιορίζεται στην πρόβλεψη για το ποια επαγγέλματα θα πληγούν και ποια θα αναδυθούν. Επιχειρεί να δει τι θα συμβεί στην ίδια τη δομή μιας κοινωνίας που έχει οικοδομηθεί πάνω στην υπόθεση ότι ο πολίτης αποκτά την οικονομική του αυτονομία κυρίως μέσω της εργασίας του. Η πρόταση του Καθολικού Βασικού Κεφαλαίου, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου, επιχειρεί να δώσει μια απάντηση με σαφές φιλελεύθερο υπόβαθρο και με ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές συγγένειες προς τον Τζον Ρωλς και τον Ρόμπερτ Νότζικ.
Όταν η τεχνολογία μεταβάλλει τη θέση της εργασίας
Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή δημιουργεί νικητές και χαμένους, ενώ ταυτόχρονα αναδιατάσσει τις σχέσεις μεταξύ εργασίας, κεφαλαίου και παραγωγής. Η βιομηχανική επανάσταση κατέστρεψε επαγγέλματα και δημιούργησε άλλα. Η ψηφιακή επανάσταση ακολούθησε μια ανάλογη διαδρομή, καθώς η εξαφάνιση ορισμένων δραστηριοτήτων συνοδεύτηκε από την εμφάνιση νέων κλάδων και ειδικοτήτων.
Η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να διαφοροποιηθεί ως προς την ταχύτητα και το εύρος της μετάβασης. Η αυτοματοποίηση εισέρχεται πλέον σε δραστηριότητες που αφορούν τη γλώσσα, τη σύνθεση γνώσης, την ανάλυση δεδομένων, την παραγωγή περιεχομένου, τον προγραμματισμό και τμήματα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Η ανθρώπινη γνώση μπορεί να μετατρέπεται σε ψηφιακό προϊόν και να αξιοποιείται σε τεράστια κλίμακα με πολύ χαμηλότερο οριακό κόστος.
Από αυτή την εξέλιξη προκύπτει η βασική υπόθεση του Σκυλακάκη. Μια οικονομία μπορεί να παράγει όλο και περισσότερο πλούτο, ενώ ταυτόχρονα να χρειάζεται μικρότερο αριθμό ανθρώπων για την παραγωγή του. Αν η υπόθεση αυτή επιβεβαιωθεί σε μεγάλη κλίμακα, το πρόβλημα δεν θα αφορά απλώς την ανεργία.
Ο μισθός αποτελεί θεμέλιο της σύγχρονης κοινωνικής οργάνωσης. Μέσα από την εργασία, ο άνθρωπος αποκτά εισόδημα, διαμορφώνει την κοινωνική του θέση και εξασφαλίζει ένα επίπεδο ανεξαρτησίας από την οικογένεια, το κράτος ή άλλους φορείς οικονομικής ισχύος. Η πιθανή αποδυνάμωση αυτού του μηχανισμού θέτει επομένως ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα.
Πώς μπορεί να παραμείνει οικονομικά ελεύθερος ένας πολίτης όταν η αγορά χρειάζεται όλο και λιγότερη από την εργασία του;
Από το εγγυημένο εισόδημα στην ιδιοκτησία
Η πρώτη και περισσότερο συζητημένη απάντηση σε μια πιθανή μαζική εκτόπιση της εργασίας είναι το καθολικό ή βασικό εισόδημα. Η ιδέα έχει ισχυρή ηθική και πολιτική βάση, καθώς επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι κανένας άνθρωπος δεν θα στερείται των στοιχειωδών μέσων διαβίωσης εξαιτίας μιας οικονομικής και τεχνολογικής μετάβασης που δεν ελέγχει.
Η βασική διαφορά του Καθολικού Βασικού Κεφαλαίου βρίσκεται στο ότι μετακινεί τη συζήτηση από τη ροή εισοδήματος προς την κατοχή ενός αποθέματος οικονομικής ισχύος. Το εισόδημα επιτρέπει στον πολίτη να καταναλώνει και να καλύπτει τις ανάγκες του. Το κεφάλαιο μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο, καθώς δημιουργεί τη δυνατότητα για μελλοντικές αποδόσεις, επενδύσεις και μεγαλύτερη ανεξαρτησία στις επιλογές της ζωής. Η ιδιοκτησία μιας ασφαλούς κατοικίας, η ύπαρξη ενός προστατευμένου κεφαλαίου και η πρόσβαση σε τεχνολογικά μέσα παραγωγής μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τη σχέση του ατόμου με την οικονομική εξάρτηση.
Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της πρότασης του Σκυλακάκη. Ο πολίτης δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως δικαιούχος μιας κρατικής μεταβίβασης. Αποκτά ένα ελάχιστο ιδιοκτησιακό υπόβαθρο που μπορεί να λειτουργήσει ως βάση της αυτονομίας του.
Αυτό δίνει στην πρόταση έναν ιδιαίτερο φιλελεύθερο χαρακτήρα. Η ελευθερία προϋποθέτει θεσμικά δικαιώματα, χρειάζεται όμως και ένα ελάχιστο πεδίο υλικής ανεξαρτησίας. Ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει κανένα περιουσιακό απόθεμα και εξαρτάται απόλυτα από τον μισθό ή από μια κρατική παροχή έχει περιορισμένη δυνατότητα να καθορίσει ο ίδιος τους όρους της ζωής του.
Η κληρονομιά του Ρωλς και η δημοκρατία των ιδιοκτητών
Η πιο άμεση φιλοσοφική συγγένεια της ιδέας βρίσκεται στη θεωρία του Τζον Ρωλς για τη δημοκρατία ευρείας διασποράς της ιδιοκτησίας.
Ο Ρωλς ενδιαφερόταν για μια κοινωνία όπου η οικονομική ισχύς και η κατοχή παραγωγικών μέσων δεν συγκεντρώνονται σε μια περιορισμένη ελίτ, ενώ η μεγάλη πλειονότητα εξαρτάται αποκλειστικά από την πώληση της εργασίας της ή από τις μεταβιβάσεις του κράτους. Η κοινωνική δικαιοσύνη, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαιτεί θεσμούς που επιτρέπουν στους πολίτες να διαθέτουν πραγματικά μέσα ανεξαρτησίας και συμμετοχής. Η σκέψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Τα νέα μέσα παραγωγής δεν είναι μόνο τα εργοστάσια και οι παραδοσιακές επιχειρήσεις. Η υπολογιστική ισχύς, τα δεδομένα, οι αλγόριθμοι και οι τεράστιες τεχνολογικές υποδομές μπορούν να συγκεντρώσουν εξαιρετικά μεγάλη οικονομική αξία στα χέρια περιορισμένου αριθμού εταιρειών και επενδυτών. Αν η εργασία χάνει σταδιακά μέρος του μεριδίου της στο παραγόμενο εισόδημα, το ζήτημα της ιδιοκτησίας αυτών των νέων μέσων παραγωγής αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η ρωλσιανή προσέγγιση προσφέρει εδώ μια σημαντική κατεύθυνση. Η κοινωνία δεν χρειάζεται απλώς να διορθώνει εκ των υστέρων τις ακραίες ανισότητες μέσω επιδομάτων και φορολογίας. Μπορεί να επιχειρεί μια ευρύτερη διάχυση της οικονομικής ισχύος από την αρχή.
Το Καθολικό Βασικό Κεφάλαιο μπορεί να ιδωθεί ως μια σύγχρονη εκδοχή αυτής της ιδέας. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη παράγει ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο, η πολιτική πρόκληση αφορά το πώς οι πολίτες θα αποκτήσουν ένα πραγματικό μερίδιο στην οικονομία που δημιουργεί αυτόν τον πλούτο.
Ο Νότζικ, η ιδιοκτησία και η ελευθερία από την εξάρτηση
Η σχέση της πρότασης αυτής με τον Ρόμπερτ Νότζικ είναι πιο περίπλοκη. Ο Νότζικ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της αυστηρής προστασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και του περιορισμένου κράτους. Η θεωρία του αντιμετωπίζει με μεγάλη καχυποψία τις προσπάθειες του κράτους να επιβάλει ένα συγκεκριμένο πρότυπο κατανομής του πλούτου μέσω διαρκούς αναδιανομής.
Από αυτή την οπτική, η δημιουργία ενός καθολικού κεφαλαίου δημιουργεί ένα προφανές θεωρητικό πρόβλημα. Για να διανεμηθεί κεφάλαιο σε όλους, απαιτείται ένας μηχανισμός χρηματοδότησης που θα αντλεί πόρους από τον ήδη υπάρχοντα πλούτο ή από τις αποδόσεις του νέου τεχνολογικού κεφαλαίου. Ένας αυστηρός νοζικιανός θα ζητούσε να εξηγηθεί με ποιο δικαίωμα πραγματοποιείται αυτή η μεταφορά.
Η συγγένεια του Καθολικού Βασικού Κεφαλαίου με τον Νότζικ βρίσκεται περισσότερο στον τελικό σκοπό. Η ιδιοκτησία μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος προσωπικής ανεξαρτησίας. Ο άνθρωπος που διαθέτει ένα ελάχιστο περιουσιακό υπόβαθρο έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να οργανώσει τη ζωή του χωρίς να εξαρτάται διαρκώς από έναν εργοδότη ή από τη διοίκηση του κράτους.
Αυτή η διάσταση αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια κοινωνία όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ενδέχεται να ζει από εισοδηματικές μεταβιβάσεις. Η κοινωνική ασφάλεια είναι αναγκαία, η μόνιμη εξάρτηση όμως από αποφάσεις τρίτων δημιουργεί ένα διαφορετικό πολιτικό πρόβλημα.
Η πρόταση του βασικού κεφαλαίου επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό. Ο πολίτης χρειάζεται προστασία, χρειάζεται όμως και ένα πεδίο οικονομικής κυριαρχίας που θα του επιτρέπει να λαμβάνει αποφάσεις ως κάτοχος πόρων και όχι μόνο ως αποδέκτης παροχών.
Μια νέα σύνθετη πρόκληση για τον φιλελευθερισμό της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα θεωρητική πλευρά του βιβλίου του Σκυλακάκη.
Ο Ρωλς προσφέρει τη βάση για την ιδέα της ευρείας διάχυσης της ιδιοκτησίας. Ο Νότζικ προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα για την αξία της ιδιοκτησίας ως θεμελίου της προσωπικής ανεξαρτησίας. Η προσπάθεια να συνδυαστούν αυτές οι δύο παραδόσεις δημιουργεί αναπόφευκτες εντάσεις, μπορεί όμως να οδηγήσει σε μια νέα συζήτηση για τον χαρακτήρα του φιλελευθερισμού.
Για δύο αιώνες, η φιλελεύθερη υπόσχεση συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με την εργασία. Η εκπαίδευση, η προσωπική προσπάθεια και η επαγγελματική εξέλιξη αποτελούσαν τους βασικούς δρόμους προς την οικονομική αυτονομία. Η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να υποχρεώσει τις κοινωνίες να αναζητήσουν μια νέα βάση.
Αν η παραγωγή του πλούτου απαιτεί μικρότερη ανθρώπινη συμμετοχή, η ευρύτερη διάχυση της ιδιοκτησίας μπορεί να αποκτήσει μια νέα λειτουργία. Από κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτικής ελευθερίας.
Η μεγάλη πρόκληση βρίσκεται στη χρηματοδότηση και στη διακυβέρνηση ενός τέτοιου συστήματος. Ένα πραγματικά ουσιαστικό Καθολικό Βασικό Κεφάλαιο θα απαιτούσε σημαντικούς πόρους. Η φορολόγηση του νέου τεχνολογικού πλούτου θα συναντούσε προβλήματα διεθνούς ανταγωνισμού και μετακίνησης κεφαλαίων. Η κεντρική διαχείριση τεράστιων περιουσιακών πόρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας.
Η επιτυχία της ιδέας θα εξαρτηθεί επομένως από τη θεσμική της μορφή. Αν το βασικό κεφάλαιο λειτουργεί ως πραγματικό και ασφαλές δικαίωμα του πολίτη, μπορεί να ενισχύσει την αυτονομία του. Αν μετατραπεί σε έναν μηχανισμό όπου το κράτος ελέγχει απόλυτα τους οικονομικούς πόρους που υποτίθεται ότι διανέμει, η φιλελεύθερη υπόσχεση της πρότασης θα αποδυναμωθεί.
Το βιβλίο του Θόδωρου Σκυλακάκη ανοίγει, έτσι, μια συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της τεχνολογικής πρόβλεψης. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τη μορφή της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε, εφόσον η σχέση μεταξύ ανθρώπου και εργασίας αλλάξει ριζικά.
Σε μια τέτοια κοινωνία, η οικονομική ασφάλεια μπορεί να χρειαστεί να στηριχθεί περισσότερο στην ιδιοκτησία και λιγότερο στον μισθό. Η πολιτική ελευθερία μπορεί να εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι πολίτες συμμετέχουν στον πλούτο που δημιουργεί η τεχνολογία. Και η παλιά συζήτηση ανάμεσα στον κοινωνικό φιλελευθερισμό και στον φιλελευθερισμό της ατομικής ιδιοκτησίας μπορεί να αποκτήσει ένα νέο κοινό πεδίο.
Το αν το Καθολικό Βασικό Κεφάλαιο αποτελεί την οριστική απάντηση παραμένει ανοιχτό. Η αξία της πρότασης βρίσκεται στο ότι επιχειρεί να θέσει το πρόβλημα πριν αυτό αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα που αφήνει η ανάγνωση του βιβλίου. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει τη μορφή της εργασίας με τρόπους που ακόμη δυσκολευόμαστε να προβλέψουμε. Η πολιτική, όμως, οφείλει να αρχίσει από τώρα να απαντά στο ερώτημα ποιος θα κατέχει τον πλούτο που η νέα τεχνολογία θα παράγει και με ποια μέσα ο πολίτης θα διατηρήσει την οικονομική του ελευθερία.
Υστερόγραφο: Aπό το βασικό εγγυημένο εισόδημα στο βασικό κεφάλαιο και η μνήμη του Στέφανου Μάνου
Η ανάγνωση του βιβλίου απέκτησε, αναπόφευκτα, μια ακόμη πολιτική διάσταση μέσα στις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου, καθώς συμπίπτει με την απώλεια του Στέφανου Μάνου, ενός πολιτικού που συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια να εισαχθούν στην ελληνική δημόσια συζήτηση ιδέες οι οποίες, όταν πρωτοδιατυπώθηκαν, έμοιαζαν για πολλούς ξένες προς τις καθιερωμένες διαχωριστικές γραμμές της ελληνικής πολιτικής. Και που υπήρξε και στενότατος συνεργάτης του ο Θόδωρος Σκυλακάκης.
Ανάμεσα στις προτάσεις που εισηγήθηκε ο Στέφανος Μάνος βρισκόταν και η ανάγκη για ένα ισχυρότερο, πιο καθαρό και περισσότερο ορθολογικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας, μέσα από τη συζήτηση για το βασικό ή εγγυημένο εισόδημα, τόσο γενικά, όσο και στο ασφαλιστικό σύστημα συγκεκριμένα. Οι δύο αυτές ιδέες του εγγυημένου εισοδήματος και του βασικού κεφαλαίου λειτουργούν συμπληρωματικά και συνομιλούν μεταξύ τους. Το εγγυημένο εισόδημα αφορά το αναγκαίο δίχτυ ασφαλείας, ενώ το καθολικό κεφάλαιο αφορά τη δυνατότητα να αποκτήσει ο πολίτης ένα ελάχιστο μερίδιο οικονομικής ανεξαρτησίας.
Υπό αυτή την έννοια, η παλαιότερη ελληνική συζήτηση για το βασικό εγγυημένο εισόδημα και η σημερινή συζήτηση για το Καθολικό Βασικό Κεφάλαιο ανήκουν σε μια ευρύτερη διαδρομή της φιλελεύθερης σκέψης. Μια διαδρομή που αναζητά τρόπους ώστε η κοινωνική ασφάλεια και η προσωπική ελευθερία να ενισχύουν η μία την άλλη.
Ίσως αυτή να είναι και μια ταιριαστή αφορμή για να θυμηθούμε τον Στέφανο Μάνο. Όχι μόνο για τις απαντήσεις που έδωσε στα προβλήματα της εποχής του, αλλά και για την επιμονή του να συζητά ιδέες πριν αυτές γίνουν πολιτικά βολικές ή ευρέως αποδεκτές. Στον κόσμο που διαμορφώνει η τεχνητή νοημοσύνη, αυτή η προνοητικότητα ίσως αποδειχθεί περισσότερο αναγκαία από ποτέ.