Η συζήτηση είναι πλέον, ποιος κληρονομεί τον ΣΥΡΙΖΑ;
Η Κεντρική Επιτροπή που άνοιξε τη συζήτηση για το νέο κόμμα Τσίπρα, οι μνήμες των «Μπανιάδων» και το διαχρονικό πρόβλημα της ανανεωτικής Αριστεράς να ανασυνθέτει διαρκώς τον εαυτό της
Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάστηκε ως μια κρίσιμη απόφαση για τη στάση του κόμματος απέναντι στην ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Η περιγραφή αυτή είναι σωστή, αλλά ανεπαρκής. Όσα συνέβησαν στην Κουμουνδούρου δεν αφορούν μόνο τη σχέση ενός κόμματος με έναν νέο πολιτικό φορέα, αλλά ένα βαθύτερο ερώτημα που συνοδεύει την ελληνική ανανεωτική Αριστερά εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Πώς μεταβιβάζεται η πολιτική κληρονομιά ενός χώρου και ποιος δικαιούται κάθε φορά να εμφανίζεται ως ο φορέας της συνέχειάς του.
Η υπερψήφιση της εισήγησης του Σωκράτη Φάμελλου υπέρ της πολιτικής συμπόρευσης με την ΕΛΑΣ καταγράφηκε από πολλούς ως μια λευκή επιταγή προς τον Αλέξη Τσίπρα. Ίσως να ήταν και κάτι περισσότερο, καθώς ήταν η έμμεση παραδοχή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως τον γνωρίσαμε μετά το 2012, δυσκολεύεται πλέον να φανταστεί ένα αυτόνομο μέλλον για τον εαυτό του.
Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένα κόμμα που πριν από δέκα χρόνια κυβερνούσε τη χώρα και πριν από τρία χρόνια διατηρούσε ακόμη τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης συζητά σήμερα την πολιτική του προοπτική μέσα από τη σχέση του με έναν νέο φορέα που ακόμη μετρά λίγες ημέρες ζωής. Το γεγονός αυτό λέει πολλά για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ, λέει όμως αρκετά και για τη φύση του ίδιου του εγχειρήματος της ΕΛΑΣ.
Η διαρκής ανασύνθεση ως πολιτική κουλτούρα
Η ιστορία της ανανεωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα διαβάζεται συχνά ως μια ακολουθία δημιουργικών μετασχηματισμών. Το ΚΚΕ Εσωτερικού έδωσε τη θέση του στην ΕΑΡ. Η ΕΑΡ συνέβαλε στη δημιουργία του Συνασπισμού. Ο Συνασπισμός μετασχηματίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα η ΕΛΑΣ φιλοδοξεί να αποτελέσει τον επόμενο σταθμό αυτής της διαδρομής.
Η ανάγνωση αυτή περιέχει ένα μέρος της αλήθειας. Παραλείπει όμως ένα εξίσου σημαντικό στοιχείο. Ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε διαδικασία ανασύνθεσης. Κάθε νέα γενιά στελεχών αναζητά ένα νέο οργανωτικό σχήμα, μια νέα σύνθεση, ένα νέο ξεκίνημα που υπόσχεται να ξεπεράσει τα όρια του προηγούμενου.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Πόσες φορές μπορεί να ανασυντίθεται ένας πολιτικός χώρος χωρίς να αναμετρηθεί με τις αιτίες που τον οδηγούν διαρκώς στην ανάγκη νέων ανασυνθέσεων;
Η δημιουργία της ΕΛΑΣ παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές της ως αναγκαία απάντηση στην κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ίδια η ύπαρξη αυτής της κρίσης, ωστόσο, γεννά ένα δεύτερο ερώτημα. Μήπως η διαρκής αναζήτηση νέων πολιτικών σχημάτων λειτουργεί ως υποκατάστατο μιας βαθύτερης αποτίμησης των στρατηγικών επιλογών που οδήγησαν τον χώρο στη σημερινή του κατάσταση;
Η σκιά του Αλέξη Τσίπρα
Η συζήτηση για την ΕΛΑΣ συνοδεύεται συχνά από την εικόνα ενός έμπειρου πολιτικού που επιστρέφει για να ανασυνθέσει έναν κατακερματισμένο χώρο. Η εικόνα αυτή περιγράφει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας.
Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε ο βασικός αρχιτέκτονας του ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου της ανόδου και της διακυβέρνησης. Υπό τη δική του ηγεσία το κόμμα μετατράπηκε από μικρό σχηματισμό διαμαρτυρίας σε δύναμη εξουσίας. Υπό τη δική του ηγεσία διαμορφώθηκαν οι μηχανισμοί, οι ισορροπίες και το μοντέλο λειτουργίας που χαρακτήρισαν το κόμμα επί σειρά ετών. Υπό τη δική του ηγεσία καταγράφηκαν οι μεγάλες επιτυχίες, αλλά και οι επιλογές που οδήγησαν σταδιακά στην απώλεια της πολιτικής του δυναμικής.
Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί τη δυνατότητα ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος. Υπενθυμίζει όμως ότι η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ δεν προέκυψε ανεξάρτητα από τη διαδρομή του ίδιου του Τσίπρα. Το κόμμα που σήμερα εμφανίζεται να χρειάζεται μια νέα αρχή είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της πολιτικής του ηγεσίας.
Η διαπίστωση αυτή προσδίδει μια ιδιότυπη ειρωνεία στις σημερινές εξελίξεις. Ο πολιτικός που καλείται να ηγηθεί της επόμενης φάσης του χώρου είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος που σφράγισε καθοριστικά την προηγούμενη.
Η μνήμη του Μπανιά και ο φόβος της εξαΰλωσης
Για πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων ξυπνούν μνήμες που προηγούνται κατά δεκαετίες του σημερινού πολιτικού σκηνικού.
Όταν το ΚΚΕ Εσωτερικού οδηγήθηκε στη δημιουργία της ΕΑΡ, ο Γιάννης Μπανιάς και οι συνεργάτες του επέλεξαν να κρατήσουν την οργανωτική συνέχεια του ιστορικού φορέα. Η επιλογή εκείνη συνοδεύτηκε από την πεποίθηση ότι η πολιτική ταυτότητα του χώρου όφειλε να διατηρηθεί με σαφήνεια και αυτοτέλεια.
Η μετέπειτα πορεία είναι γνωστή. Το κόμμα που παρέμεινε εκτός της νέας σύνθεσης διατήρησε την ύπαρξή του, αλλά περιορίστηκε εκλογικά σε ποσοστά που κυμάνθηκαν μεταξύ 0,28% και 0,13% στις αναμετρήσεις του 1989 και του 1990. Η μετέπειτα ΑΚΟΑ διατήρησε επιρροή στο επίπεδο των ιδεών και των προσώπων, χωρίς να αποκτήσει αυτόνομη εκλογική βαρύτητα.
Η ιστορική αυτή εμπειρία εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αρκετά στελέχη διαβάζουν τις σημερινές εξελίξεις. Πολλοί από τους πρωταγωνιστές της Κεντρικής Επιτροπής προέρχονται από πολιτικές διαδρομές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την παράδοση του ΚΚΕ Εσωτερικού και της ΑΚΟΑ. Για αυτούς, το ενδεχόμενο ένας ιστορικός φορέας να διατηρήσει την τυπική του υπόσταση ενώ η πραγματική πολιτική δυναμική μεταφέρεται αλλού δεν αποτελεί θεωρητική υπόθεση, αλλά ιστορική εμπειρία. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την αυτοτέλεια του ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει βάθος που δεν μπορεί να αποτυπωθεί στις καθημερινές αντιπαραθέσεις των κομμάτων.
Η περιουσία, τα δίκτυα και η «προίκα» ενός κόμματος υπό διάλυση
Οι πολιτικές παραδόσεις μεταβιβάζονται μέσα από ιδέες και σύμβολα. Μεταβιβάζονται όμως και μέσα από οργανισμούς, πόρους και δίκτυα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει μόνο ένα αναγνωρίσιμο πολιτικό όνομα. Διαθέτει οργανώσεις σε όλη τη χώρα, κομματικό προσωπικό, αυτοδιοικητικά στελέχη, ιστορικούς τίτλους όπως η «Αυγή» και το «Στο Κόκκινο», θεσμική παρουσία και κρατική χρηματοδότηση που εξακολουθεί να βασίζεται στο εκλογικό αποτέλεσμα του 2023.
Η πραγματικότητα αυτή εξηγεί γιατί η συζήτηση γύρω από την ΕΛΑΣ δεν περιορίζεται στο επίπεδο των ιδεών. Αγγίζει αναπόφευκτα και το ζήτημα της πολιτικής κληρονομιάς με την πιο απτή έννοια του όρου. Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται σήμερα να διαθέτει μεγαλύτερο πολιτικό κεφάλαιο από τον ΣΥΡΙΖΑ, που διαθέτει αν και απαξιωμένο, σαφώς μεγαλύτερο οργανωτικό κεφάλαιο από την ΕΛΑΣ. Η σχέση ανάμεσα στα δύο μεγέθη βρίσκεται στο επίκεντρο των σημερινών διεργασιών.
Η ηγεσία του κόμματος αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική της επιβίωση συνδέεται με την επιτυχία του νέου εγχειρήματος. Το γεγονός αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στάση που υιοθετήθηκε στην Κεντρική Επιτροπή. Πίσω από τις αναφορές στην ιστορική ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου διακρίνεται και μια πιο πεζή πραγματικότητα. Η πολιτική επιβίωση στελεχών, μηχανισμών και δικτύων εξαρτάται από την ύπαρξη ενός νέου φορέα που θα μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις χώρο στο πολιτικό σύστημα.
Τα «σιδερικά» της ιστορίας και το ανοιχτό ερώτημα
Στην παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς έχει μείνει η φράση ότι η πλευρά του Μπανιά κράτησε «το Κομμουνιστικό κάπα και τα σιδερικά του σφυροδρέπανου». Η έκφραση συμπυκνώνει μια διαχρονική πολιτική αλήθεια. Τα ονόματα, οι σφραγίδες, τα γραφεία και οι οργανωτικές δομές μπορούν να παραμείνουν σε έναν φορέα ακόμη και όταν η πολιτική πρωτοβουλία μεταφέρεται αλλού. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο ερώτημα που άφησε πίσω της η πρόσφατη Κεντρική Επιτροπή καθώς δεν αφορά μόνο το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το μέλλον της ΕΛΑΣ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει λόγο ύπαρξης πέρα από την ανάγκη πολιτικής αυτοσυντήρησης των στελεχών του και το κόμμα Τσίπρα καλείται να αποδείξει ότι αποτελεί κάτι περισσότερο από ένα νέο οργανωτικό σχήμα γύρω από το μεσσιανικό χάρισμα του πρώην πρωθυπουργού αρχηγού του.
Η ιστορία της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς είναι γεμάτη από νέες αρχές, νέες ονομασίες και νέες συνθέσεις. Αυτό που μένει να φανεί είναι αν η επόμενη ανασύνθεση θα συνοδευτεί από ένα πραγματικά νέο πολιτικό σχέδιο ή αν θα αποτελέσει ακόμη έναν σταθμό σε μια μακρά αλυσίδα μετασχηματισμών που ανακυκλώνουν τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες αγωνίες και τις ίδιες εκκρεμότητες με διαφορετικά ονόματα.