Η στεγαστική κρίση χωρίς μύθους και εύκολες λύσεις

Πώς η δεκαπενταετής αποεπένδυση, οι δημογραφικές μεταβολές και οι θεσμικές στρεβλώσεις δημιούργησαν μια αγορά κατοικίας που αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών

Η στεγαστική κρίση χωρίς μύθους και εύκολες λύσεις
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Η συζήτηση για το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια σχεδόν εμμονικό χαρακτήρα. Οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται, τα ενοίκια απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος και η απόκτηση πρώτης κατοικίας μετατρέπεται σε όλο και πιο δύσκολο στόχο για μια μεγάλη μερίδα των νέων ανθρώπων. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δημόσια συζήτηση αναζητά συχνά έναν κεντρικό υπεύθυνο. Άλλοτε στο επίκεντρο βρίσκονται οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, άλλοτε η χρυσή βίζα, άλλοτε οι ξένοι επενδυτές και άλλοτε οι τράπεζες.

Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύεται πιο σύνθετη. Τα δεδομένα που παρουσιάζει η πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ φωτίζουν μια εικόνα η οποία δεν χωρά εύκολα σε συνθήματα και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η στεγαστική κρίση προέκυψε μέσα από τη συνάντηση πολλών παραγόντων που δρουν ταυτόχρονα και αλληλοενισχύονται. Στον πυρήνα της βρίσκεται μια βαθιά ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, η οποία οικοδομήθηκε σταδιακά επί δεκαπέντε σχεδόν χρόνια και σήμερα γίνεται αισθητή σε ολόκληρη την κοινωνία.

Η μεγάλη πληγή της αποεπένδυσης

Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή κατάσταση, χρειάζεται να επιστρέψει στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Από το 2008 και έπειτα, η οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα υπέστη μια κατάρρευση χωρίς ιστορικό προηγούμενο στη μεταπολεμική περίοδο. Οι επενδύσεις σε κατοικίες σχεδόν εξαφανίστηκαν, οι οικοδομικές άδειες μειώθηκαν δραματικά και ένας ολόκληρος παραγωγικός κλάδος βρέθηκε σε κατάσταση αδράνειας.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης δεν έγιναν άμεσα ορατές. Κατά τα χρόνια της ύφεσης, η ζήτηση για κατοικίες παρέμενε ασθενής, γεγονός που απέκρυπτε το πρόβλημα. Όταν όμως η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει και μέρος της ζήτησης επέστρεψε στην αγορά, αποκαλύφθηκε ότι η χώρα είχε περάσει σχεδόν μία δεκαετία χωρίς να ανανεώνει επαρκώς το στεγαστικό της απόθεμα.

Η αγορά κατοικίας λειτουργεί με μεγάλες χρονικές υστερήσεις. Μια πολυκατοικία δεν κατασκευάζεται σε λίγους μήνες και η παραγωγή νέων κατοικιών απαιτεί κεφάλαια, άδειες, τεχνικές υποδομές και προβλεψιμότητα. Όταν η παραγωγή παγώνει επί σειρά ετών, το κενό που δημιουργείται δεν αναπληρώνεται εύκολα. Αυτό ακριβώς αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες της κοινωνίας μεταβάλλονται ταχύτερα από ό,τι μπορεί να ανταποκριθεί η αγορά.

Η ζήτηση αυξάνεται ακόμη και όταν ο πληθυσμός μειώνεται

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της σχετικής έρευνας αφορά τη δημογραφική διάσταση του προβλήματος. Στη δημόσια συζήτηση επικρατεί συχνά η αντίληψη ότι η μείωση του πληθυσμού θα έπρεπε να περιορίζει τη ζήτηση κατοικιών. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο περίπλοκη.

Η ζήτηση στέγης συνδέεται με τον αριθμό των νοικοκυριών και όχι αποκλειστικά με τον αριθμό των κατοίκων. Καθώς τα νοικοκυριά γίνονται μικρότερα, αυξάνεται η ανάγκη για περισσότερες κατοικίες. Περισσότεροι άνθρωποι ζουν μόνοι τους, περισσότερα ζευγάρια αποκτούν ανεξάρτητη κατοικία και περισσότερα ηλικιωμένα άτομα παραμένουν σε ξεχωριστά σπίτια.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Πρόκειται για μια βαθιά κοινωνική μεταβολή που συνδέεται με τις αλλαγές στην οικογένεια, στον τρόπο ζωής και στις εργασιακές συνθήκες.

Έτσι, ακόμη και σε μια χώρα που αντιμετωπίζει δημογραφική κάμψη, η ανάγκη για κατοικίες μπορεί να αυξάνεται. Η πίεση γίνεται ιδιαίτερα έντονη στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου συγκεντρώνονται οι επαγγελματικές ευκαιρίες, τα πανεπιστήμια και οι υπηρεσίες.

Η στεγαστική κρίση της Αθήνας, για παράδειγμα, δεν αφορά μόνο το πόσοι άνθρωποι κατοικούν στην πόλη. Αφορά επίσης τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι οργανώνουν τη ζωή τους και τις νέες ανάγκες που προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία.

Το παράδοξο των κενών κατοικιών

Ένα ακόμη επιχείρημα που εμφανίζεται συχνά στη δημόσια συζήτηση είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό κενών κατοικιών και συνεπώς το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί σχετικά εύκολα. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη.

Πράγματι, σημαντικό ποσοστό του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Ωστόσο, η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει εξοχικές κατοικίες, ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές χαμηλής ζήτησης, παλαιά κτίρια που απαιτούν εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης, καθώς και ακίνητα που αντιμετωπίζουν νομικές ή πολεοδομικές εκκρεμότητες.

Η ύπαρξη ενός άδειου διαμερίσματος σε ένα χωριό της ελληνικής περιφέρειας δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών ενός νέου εργαζόμενου που αναζητά κατοικία στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη. Η γεωγραφία της ζήτησης παίζει καθοριστικό ρόλο.

Παράλληλα, μεγάλο μέρος του υφιστάμενου αποθέματος είναι ιδιαίτερα παλαιό. Η Ελλάδα διαθέτει από τα γηραιότερα οικιστικά αποθέματα στην Ευρώπη, ενώ οι περιορισμένες επενδύσεις της προηγούμενης δεκαπενταετίας επιβράδυναν ακόμη περισσότερο την ανανέωσή του.

Κατά συνέπεια, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον συνολικό αριθμό κατοικιών. Αφορά την καταλληλότητα, την ποιότητα, τη γεωγραφική τους θέση και την πραγματική δυνατότητα ένταξής τους στην αγορά.

Airbnb, χρυσή βίζα και οι πραγματικές διαστάσεις της επίδρασής τους

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η χρυσή βίζα βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αυξημένη δημοσιότητα που συνοδεύει τα δύο φαινόμενα δημιουργεί συχνά την εντύπωση ότι αποτελούν τη βασική αιτία της στεγαστικής κρίσης.

Η επίδρασή τους είναι αναμφισβήτητη σε συγκεκριμένες περιοχές. Σε γειτονιές με υψηλή τουριστική κίνηση ή σε περιοχές που προσελκύουν έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, η πρόσθετη ζήτηση επηρεάζει τις τιμές και περιορίζει τη διαθεσιμότητα κατοικιών.

Η συνολική εικόνα της αγοράς, ωστόσο, παραμένει ευρύτερη. Η άνοδος των τιμών καταγράφεται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από εκείνη που θα μπορούσε να εξηγηθεί αποκλειστικά από αυτούς τους παράγοντες. Οι πιέσεις εμφανίζονται σε ολόκληρες πόλεις, σε διαφορετικές κατηγορίες ακινήτων και σε περιοχές που δεν σχετίζονται άμεσα με τον τουρισμό ή με ξένες επενδύσεις.

Η εστίαση αποκλειστικά στις βραχυχρόνιες μισθώσεις ή στη χρυσή βίζα κινδυνεύει να υποβαθμίσει τη σημασία των βαθύτερων δομικών αιτίων. Μια αγορά που διαθέτει επαρκή προσφορά νέων κατοικιών μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα εξωτερικές πιέσεις. Αντίθετα, όταν η προσφορά παραμένει περιορισμένη, κάθε πρόσθετη πηγή ζήτησης αποκτά δυσανάλογη βαρύτητα.

Η συζήτηση επομένως χρειάζεται να μετατοπιστεί από την αναζήτηση ενός μοναδικού ενόχου προς την κατανόηση του συνολικού μηχανισμού που παράγει τις αυξήσεις των τιμών.

Οι πολιτικές επιλογές στο στεγαστικό που θα κρίνουν την επόμενη δεκαετία

Η στεγαστική κρίση έχει πλέον μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της χώρας. Η πρόσβαση στη στέγη επηρεάζει το διαθέσιμο εισόδημα, τις αποφάσεις δημιουργίας οικογένειας, τη γεωγραφική κινητικότητα των εργαζομένων και τελικά την ίδια την αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας.

Οι πολιτικές παρεμβάσεις που θα επιλεγούν τα επόμενα χρόνια θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της αγοράς. Η εμπειρία πολλών χωρών δείχνει ότι μέτρα τα οποία αυξάνουν την αγοραστική δύναμη των υποψήφιων αγοραστών ή ενοικιαστών παράγουν περιορισμένα αποτελέσματα όταν η προσφορά παραμένει στάσιμη. Σε ένα περιβάλλον στενότητας, η πρόσθετη ζήτηση τείνει να ενσωματώνεται στις τιμές.

Αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση γύρω από την οικοδομική δραστηριότητα αποκτά πλέον κεντρική σημασία. Η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, η άρση διοικητικών εμποδίων, η αξιοποίηση ανενεργών ακινήτων, η ανακαίνιση παλαιών κτιρίων και η δημιουργία νέων κατοικιών αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής.

Ταυτόχρονα, οι πολεοδομικές εκκρεμότητες, οι καθυστερήσεις στον χωροταξικό σχεδιασμό και η αβεβαιότητα που συχνά συνοδεύει τις επενδύσεις σε ακίνητα επηρεάζουν άμεσα την ταχύτητα με την οποία μπορεί να αυξηθεί η προσφορά.

Η στεγαστική κρίση της Ελλάδας δεν δημιουργήθηκε μέσα σε μία νύχτα. Αποτέλεσε προϊόν μιας μακράς περιόδου κατά την οποία η παραγωγή κατοικιών συρρικνώθηκε, το στεγαστικό απόθεμα γέρασε, οι κοινωνικές ανάγκες μεταβλήθηκαν και η ζήτηση επέστρεψε σε μια αγορά που δεν ήταν έτοιμη να την υποδεχθεί.

Γι’ αυτό και η λύση δεν μπορεί να προκύψει από μία μόνο παρέμβαση ούτε από έναν εύκολο πολιτικό συμβολισμό. Απαιτεί μια συνολική κατανόηση του προβλήματος και μια στρατηγική που θα αποκαταστήσει σταδιακά την ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες των πολιτών και στη διαθεσιμότητα κατοικιών. Μόνο τότε η κατοικία θα πάψει να αποτελεί πηγή διαρκούς ανασφάλειας για μια ολόκληρη γενιά και θα επανέλθει στον ρόλο που οφείλει να έχει σε μια σύγχρονη κοινωνία, ως θεμέλιο οικονομικής σταθερότητας και προσωπικής αυτονομίας.