Η «Σένγκεν της άμυνας» και το ελληνικό παράθυρο ευκαιρίας
Η στρατιωτική κινητικότητα μετατρέπεται σε κρίσιμο κρίκο της ευρωπαϊκής άμυνας, ενώ ο άξονας Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας μπορεί να δώσει στη χώρα μεγαλύτερο βάρος στον νέο γεωστρατηγικό χάρτη
Η συζήτηση για μια «Σένγκεν της άμυνας» αποτυπώνει μία από τις βαθύτερες αλλαγές που συντελούνται σήμερα στην ευρωπαϊκή αντίληψη για την ασφάλεια. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στο πόσα οπλικά συστήματα διαθέτουν τα κράτη, πόσο γρήγορα μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους ή πόσο πρέπει να ενισχυθούν οι αμυντικοί προϋπολογισμοί. Επανέρχεται ένα πολύ πιο πρακτικό ερώτημα: ακόμη και αν οι δυνάμεις και ο εξοπλισμός υπάρχουν, μπορεί η Ευρώπη να τους μεταφέρει εγκαίρως εκεί όπου θα χρειαστούν;
Αυτή είναι η λογική της στρατιωτικής κινητικότητας. Η αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα και την ποιότητα των στρατιωτικών μέσων, αλλά και από την ικανότητα γρήγορης ανάπτυξής τους σε μια ήπειρο όπου οι ένοπλες δυνάμεις παραμένουν εθνικές, τα δίκτυα μεταφορών έχουν διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά και η διέλευση των συνόρων συνοδεύεται ακόμη από διαφορετικές διοικητικές διαδικασίες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί πλέον να αντιμετωπίσει αυτό το κενό με τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου στρατιωτικής κινητικότητας έως το 2027. Το σχέδιο προβλέπει κοινή διαδικασία αδειοδότησης για τα κράτη-μέλη, ψηφιοποίηση και δυνατότητα ολοκλήρωσης των συνήθων εγκρίσεων διασυνοριακής μετακίνησης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Παράλληλα προωθείται ειδικός μηχανισμός έκτακτης ανάγκης, μέσω του οποίου θα μπορούν να επιταχύνονται οι μεταφορές όταν οι συνθήκες ασφαλείας το απαιτούν. Το Συμβούλιο έχει ήδη εγκρίνει τη διαπραγματευτική του θέση και ο στόχος παραμένει η ολοκλήρωση της σχετικής νομοθεσίας έως το τέλος του 2026.
Το δύσκολο μέρος αρχίζει μετά τα σύνορα
Η απλοποίηση των διαδικασιών αποτελεί προϋπόθεση, όχι όμως και εγγύηση επιτυχίας. Ένα τεθωρακισμένο όχημα δεν κινείται γρηγορότερα επειδή η άδεια εκδόθηκε ηλεκτρονικά. Χρειάζεται δίκτυο ικανό να υποστηρίξει το βάρος, τις διαστάσεις και τον όγκο των στρατιωτικών μεταφορών.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική δυσκολία του σχεδίου. Το ευρωπαϊκό δίκτυο δρόμων και σιδηροδρόμων έχει αναπτυχθεί κυρίως με οικονομικά και πολιτικά κριτήρια. Δεν σημαίνει ότι κάθε γέφυρα μπορεί να δεχθεί βαρύ στρατιωτικό φορτίο, ότι κάθε σήραγγα έχει το απαιτούμενο ύψος ή ότι όλες οι σιδηροδρομικές γραμμές μπορούν να εξυπηρετήσουν τα ίδια οχήματα και βαγόνια. Προστίθενται οι περιορισμοί στα λιμάνια και στα αεροδρόμια, αλλά και η διαθεσιμότητα των ίδιων των μέσων μεταφοράς.
Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντοπίσει περίπου 500 κρίσιμα έργα και σημεία συμφόρησης στους τέσσερις διαδρόμους προτεραιότητας. Η λίστα περιλαμβάνει από ενίσχυση γεφυρών και διεύρυνση σηράγγων μέχρι αύξηση της δυναμικότητας λιμένων και αεροδρομίων. Η στρατιωτική κινητικότητα, επομένως, μετατρέπεται σε ένα τεράστιο πρόγραμμα προσαρμογής του ευρωπαϊκού χάρτη μεταφορών στις νέες ανάγκες ασφαλείας.
Αυτή ακριβώς η μετάβαση εξηγεί και τη μεγάλη αύξηση της χρηματοδότησης που προτείνεται για την επόμενη περίοδο. Στο ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, 1,69 δισ. ευρώ συγχρηματοδότησαν 95 έργα διπλής χρήσης. Για την περίοδο 2028-2034 η Επιτροπή έχει προτείνει 17,65 δισ. ευρώ, σχεδόν δεκαπλάσιο ποσό.
Το ενδιαφέρον είναι ότι τα περισσότερα από αυτά τα έργα δεν εξυπηρετούν αποκλειστικά στρατιωτικούς σκοπούς. Η αναβάθμιση ενός λιμένα, η ενίσχυση μιας γέφυρας ή η βελτίωση μιας σιδηροδρομικής σύνδεσης αυξάνει ταυτόχρονα την εμπορική και μεταφορική δυναμικότητα μιας περιοχής. Έτσι, η αμυντική ανάγκη δημιουργεί έναν πρόσθετο μηχανισμό πίεσης και χρηματοδότησης για έργα τα οποία σε διαφορετικές συνθήκες θα κρίνονταν μόνο με οικονομικούς όρους.
Η Ελλάδα στη νότια άκρη του διαδρόμου
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, διαθέτοντας πρόσβαση στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο και ταυτόχρονα χερσαία συνέχεια προς τη Βαλκανική. Η γεωγραφική αυτή θέση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν η Ευρώπη αναζητά περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την ανατολική της πλευρά.
Η προοπτική δεν είναι μόνο θεωρητική. Από τον Ιούλιο του 2024, Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία έχουν υπογράψει Επιστολή Προθέσεων για τη δημιουργία Εναρμονισμένου Στρατιωτικού Διαδρόμου Κινητικότητας, με έμφαση στις οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις και με ρητή αναφορά στην αναβάθμιση των δικτύων σε περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη και η Αλεξανδρούπολη. Ο σχεδιασμός συνδέεται επίσης με την υποστήριξη των εφοδιαστικών αναγκών του ΝΑΤΟ και την ταχύτερη ανάπτυξη συμμαχικών δυνάμεων.
Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται λιγότερο στην ονομασία του διαδρόμου και περισσότερο στη γεωγραφική του συνέχεια. Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει σημείο εισόδου στρατιωτικού και εμπορευματικού φορτίου από τη Μεσόγειο, το οποίο στη συνέχεια θα διοχετεύεται μέσω Βουλγαρίας προς τη Ρουμανία και την ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Σε αυτή τη λογική η Αλεξανδρούπολη αποκτά αυξημένη σημασία λόγω της θέσης της κοντά στα βόρεια σύνορα, ενώ η Θεσσαλονίκη προσφέρει έναν μεγαλύτερο λιμενικό και διαμετακομιστικό κόμβο. Η αξία τους, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τις δυνατότητες των ίδιων των λιμανιών. Καθορίζεται από την ποιότητα των συνδέσεων που τα ενώνουν με την ενδοχώρα και, κυρίως, από το αν η διαδρομή συνεχίζεται χωρίς σοβαρές τεχνικές ασυνέχειες στα βουλγαρικά και ρουμανικά δίκτυα.
Ένας διάδρομος στρατιωτικής κινητικότητας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως άθροισμα τοπικών έργων. Λειτουργεί ως ενιαία αλυσίδα, στην οποία ένα προβληματικό τμήμα μπορεί να ακυρώσει την ταχύτητα που προσφέρουν όλα τα υπόλοιπα.
Από τη γεωγραφία στην πραγματική ισχύ
Εδώ βρίσκεται και το σημαντικότερο ελληνικό διακύβευμα. Η χώρα διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα, αλλά το πλεονέκτημα αυτό δεν παράγει από μόνο του στρατηγική αξία. Χρειάζεται σιδηροδρομικές συνδέσεις που μπορούν να υποστηρίξουν μεγάλους όγκους φορτίου, αποτελεσματικούς κάθετους άξονες προς τη Βουλγαρία, επαρκείς λιμενικές εγκαταστάσεις και διαλειτουργικότητα με τα δίκτυα των γειτονικών χωρών.
Η συζήτηση για τη «Σένγκεν της άμυνας» δίνει επομένως στην Ελλάδα μια ευκαιρία που ξεπερνά το στενό αμυντικό πεδίο. Έργα τα οποία επί χρόνια αντιμετωπίζονταν ως ζητήματα περιφερειακής ανάπτυξης ή μεταφορών μπορούν πλέον να αποκτήσουν ευρωπαϊκή στρατηγική προτεραιότητα.
Το όφελος είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η χώρα μπορεί να ενισχύσει τη θέση της στον σχεδιασμό της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, προσφέροντας μια πρόσθετη νότια πύλη προς την ανατολική Ευρώπη. Από την άλλη, οι ίδιες επενδύσεις μπορούν να βελτιώσουν τις εμπορικές ροές, τις εξαγωγές και τη συνδεσιμότητα της Βόρειας Ελλάδας με τα Βαλκάνια.
Αυτή η σύνδεση οικονομίας και ασφάλειας αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής. Η στρατηγική αξία ενός σιδηροδρόμου ή ενός λιμένα δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά από τον αριθμό των επιβατών και των εμπορευματοκιβωτίων που εξυπηρετεί. Προστίθεται η δυνατότητά του να λειτουργήσει σε συνθήκες κρίσης.
Μια πρακτική μορφή ευρωπαϊκής άμυνας
Η στρατιωτική κινητικότητα είναι παράλληλα ένας από τους τομείς όπου η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας μπορεί να προχωρήσει χωρίς να τίθεται το διαρκές ερώτημα της σχέσης της με το ΝΑΤΟ.
Η ΕΕ διαθέτει τα εργαλεία χρηματοδότησης, τη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο της πολιτικής των διευρωπαϊκών μεταφορών. Το ΝΑΤΟ διαθέτει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τις στρατιωτικές απαιτήσεις. Το ίδιο το Συμβούλιο αντιμετωπίζει τη στρατιωτική κινητικότητα ως βασικό πεδίο συνεργασίας μεταξύ των δύο οργανισμών και προβλέπει ότι στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα κράτη του ΝΑΤΟ που δεν ανήκουν στην ΕΕ.
Ακριβώς γι’ αυτό η «Σένγκεν της άμυνας» μπορεί να αποδειχθεί πιο ουσιαστική από αρκετές συζητήσεις γύρω από μια μελλοντική ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Δεν επιχειρεί να λύσει όλα τα θεσμικά ζητήματα ταυτόχρονα. Επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα που έχει άμεση επιχειρησιακή σημασία.
Η επιτυχία της θα μπορεί μάλιστα να αξιολογηθεί με πολύ συγκεκριμένους όρους: πόσο μειώθηκαν οι χρόνοι διέλευσης, ποια σημεία συμφόρησης εξαλείφθηκαν, αν οι κύριοι διάδρομοι μπορούν να εξυπηρετήσουν πραγματικές στρατιωτικές μεταφορές μεγάλης κλίμακας και αν υπάρχει επαρκής εναλλακτική όταν ένα δίκτυο τεθεί εκτός λειτουργίας.
Για την Ελλάδα, το ερώτημα είναι εξίσου συγκεκριμένο. Η χώρα βρίσκεται ήδη στον χάρτη των σχεδιαζόμενων διαδρομών. Το επόμενο βήμα είναι να εξασφαλίσει ότι θα βρίσκεται και στο επίκεντρο των έργων που θα τις καταστήσουν λειτουργικές.
Η νέα ευρωπαϊκή άμυνα δεν θα κριθεί μόνο στα εργοστάσια όπλων ή στους αμυντικούς προϋπολογισμούς. Θα κριθεί και στους σιδηροδρόμους, στους λιμένες και στους διασυνοριακούς άξονες που θα καθορίσουν αν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μπορούν πράγματι να κινηθούν όταν χρειαστεί. Για την Ελλάδα, εκεί βρίσκεται η δυνατότητα να μετατρέψει τη θέση της στον χάρτη σε ουσιαστικό στρατηγικό κεφάλαιο.