Η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης και το νέο παραγωγικό στοίχημα της Ελλάδας

Η μεγαλύτερη τεχνολογική αλλαγή των τελευταίων δεκαετιών δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για την ελληνική οικονομία, αρκεί η χώρα να επενδύσει στους θεσμούς, στις δεξιότητες και στην παραγωγικότητα πριν οι εξελίξεις την ξεπεράσουν

Η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης και το νέο παραγωγικό στοίχημα της Ελλάδας

Για αρκετά χρόνια η δημόσια συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη κινήθηκε ανάμεσα στον ενθουσιασμό και στην ανησυχία. Η μία πλευρά περιέγραφε μια εποχή κατά την οποία οι μηχανές θα πολλαπλασίαζαν τον ανθρώπινο πλούτο, ενώ η άλλη προειδοποιούσε για μαζική ανεργία, για συγκέντρωση εξουσίας στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες και για κοινωνικές ανατροπές πρωτόγνωρης κλίμακας. Η ίδια η τεχνολογία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς τα ολοένα πιο ισχυρά συστήματα δημιουργούσαν την εντύπωση ότι το σημαντικότερο ερώτημα αφορά τις δυνατότητές τους.

Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται σήμερα μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Η ουσιαστική πρόκληση αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομίες θα αξιοποιήσουν αυτή την τεχνολογία και τις πολιτικές που θα επιτρέψουν στην αύξηση της παραγωγικότητας να μεταφραστεί σε ευρύτερη κοινωνική ευημερία. Το επίκεντρο μετακινείται από τα εργαστήρια ανάπτυξης λογισμικού στα υπουργεία Οικονομικών, στα πανεπιστήμια, στις επιχειρήσεις, στις αγορές εργασίας και στους θεσμούς που οργανώνουν την οικονομική ζωή.

Αυτή ακριβώς η μετατόπιση αποτυπώνεται στην πρωτοβουλία «We Must Act Now», την οποία συνυπογράφουν νομπελίστες οικονομολόγοι, κορυφαίοι ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης και στελέχη της τεχνολογικής βιομηχανίας. Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας προκύπτει από τη σύνθεση των ανθρώπων που συμμετέχουν. Ο Daron Acemoglu, ο Joseph Stiglitz, ο David Autor, ο Anton Korinek, ο Yoshua Bengio, ο Yann LeCun και προσωπικότητες που προέρχονται από κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας συμφωνούν σε ένα βασικό συμπέρασμα. Η τεχνητή νοημοσύνη πρόκειται να επηρεάσει βαθιά την οικονομία μέσα στην επόμενη δεκαετία και οι δημόσιες πολιτικές χρειάζεται να προετοιμαστούν από σήμερα.

Η σημασία αυτής της διακήρυξης βρίσκεται ακριβώς στη διαπίστωση ότι η τεχνολογία δεν καθορίζει από μόνη της το οικονομικό αποτέλεσμα. Εκείνο που καθορίζει αν μια κοινωνία θα γίνει πλουσιότερη, αν οι εργαζόμενοι θα αμείβονται καλύτερα και αν οι επιχειρήσεις θα παραμείνουν ανταγωνιστικές είναι οι θεσμοί, οι κανόνες και οι πολιτικές που θα συνοδεύσουν την τεχνολογική μετάβαση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι η παραγωγικότητα

Η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί συχνά να περιστρέφεται γύρω από το αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει επαγγέλματα. Πρόκειται για ένα εύλογο ερώτημα, το οποίο όμως καλύπτει μόνο ένα μέρος της εικόνας. Η οικονομική επιστήμη ενδιαφέρεται πρωτίστως για την παραγωγικότητα, δηλαδή για την αξία που παράγεται από κάθε ώρα εργασίας και από κάθε μονάδα κεφαλαίου.

Κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση στην ιστορία αύξησε την παραγωγικότητα. Η ατμομηχανή πολλαπλασίασε τη βιομηχανική παραγωγή. Ο ηλεκτρισμός αναδιοργάνωσε τη λειτουργία των εργοστασίων. Οι υπολογιστές επιτάχυναν την επεξεργασία πληροφοριών. Το διαδίκτυο μετέβαλε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το παγκόσμιο εμπόριο.

Η τεχνητή νοημοσύνη φιλοδοξεί να επιδράσει σε έναν ακόμη πιο θεμελιώδη παράγοντα της οικονομίας, επειδή ενισχύει την ίδια την ανθρώπινη γνωστική εργασία. Ένας γιατρός μπορεί να αξιολογεί ταχύτερα εξετάσεις, ένας μηχανικός να ολοκληρώνει πιο σύνθετους σχεδιασμούς, ένας προγραμματιστής να αναπτύσσει λογισμικό με μεγαλύτερη ταχύτητα, ένας μικρός επιχειρηματίας να αποκτά πρόσβαση σε αναλύσεις αγοράς που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απαιτούσαν ολόκληρα τμήματα συμβούλων.

Ο οικονομολόγος David Autor έχει επισημάνει ότι οι τεχνολογίες παράγουν τη μεγαλύτερη κοινωνική αξία όταν λειτουργούν συμπληρωματικά προς τον άνθρωπο, επειδή αυξάνουν τις δυνατότητές του αντί να περιορίζουν τη συμμετοχή του στην παραγωγική διαδικασία. Αντίστοιχα, ο Daron Acemoglu υποστηρίζει ότι η κατεύθυνση της τεχνολογικής προόδου δεν αποτελεί φυσικό φαινόμενο. Οι επιχειρήσεις, τα κράτη και οι κοινωνίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται οι νέες τεχνολογίες. Η επιλογή ανάμεσα σε μια τεχνητή νοημοσύνη που υποστηρίζει τον εργαζόμενο και σε μια τεχνητή νοημοσύνη που επιδιώκει αποκλειστικά τη μείωση του κόστους εργασίας αποτελεί πρωτίστως οικονομική και πολιτική απόφαση.

Η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή η ταχύτητα των αλλαγών είναι πρωτοφανής. Ο Anton Korinek περιγράφει εύστοχα τη σημερινή κατάσταση υποστηρίζοντας ότι οι οικονομολόγοι προσπαθούν να οδηγήσουν μέσα σε πυκνή ομίχλη. Γνωρίζουμε ότι οι μεταβολές θα είναι μεγάλες, γνωρίζουμε ότι η παραγωγικότητα θα αυξηθεί σημαντικά σε πολλούς κλάδους, γνωρίζουμε επίσης ότι οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας θα διαφέρουν από επάγγελμα σε επάγγελμα. Εκείνο που ακόμη δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα κατανεμηθούν τα οφέλη αυτής της μετάβασης.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια διαφορετική ευκαιρία

Οι μεγάλες τεχνολογικές δυνάμεις ανταγωνίζονται για την ανάπτυξη των ισχυρότερων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, επενδύοντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε υπολογιστικές υποδομές, ερευνητικά κέντρα και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Η Ελλάδα προφανώς δεν μπορεί να συμμετάσχει σε αυτόν τον ανταγωνισμό με τους ίδιους όρους.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν περιορίζει τις δυνατότητες της χώρας. Αντίθετα, επιτρέπει μια πιο ρεαλιστική στρατηγική. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε μία από τις ευρωπαϊκές οικονομίες που αξιοποιούν αποτελεσματικότερα την τεχνητή νοημοσύνη για την αναβάθμιση της παραγωγικότητας, της δημόσιας διοίκησης και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που καθιστούν αυτή την προοπτική ιδιαίτερα σημαντική. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας βασίζεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η καινοτομία εξακολουθεί να υπολείπεται των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών και η δημόσια διοίκηση συνεχίζει να επιβαρύνεται από χρονοβόρες διαδικασίες. Κάθε βελτίωση σε αυτούς τους τομείς μπορεί να έχει πολλαπλασιαστική επίδραση στο σύνολο της οικονομίας.

Η τελευταία δεκαετία απέδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί να επιταχύνει σημαντικές μεταρρυθμίσεις όταν διαθέτει σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Η ανάπτυξη του gov.gr, η διασύνδεση δημόσιων μητρώων, η ψηφιοποίηση μεγάλου αριθμού διοικητικών υπηρεσιών και η πρόοδος της ΑΑΔΕ αποτελούν παραδείγματα μεταρρυθμίσεων που άλλαξαν την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων. Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί τώρα τη δυνατότητα να περάσει η χώρα σε μια νέα φάση, κατά την οποία οι δημόσιες υπηρεσίες δεν θα περιορίζονται στην ψηφιακή διεκπεραίωση διαδικασιών, αλλά θα αξιοποιούν έξυπνα τα διαθέσιμα δεδομένα ώστε να γίνονται ταχύτερες, αποτελεσματικότερες και περισσότερο προσωποποιημένες.

Το δημογραφικό μετατρέπει την παραγωγικότητα σε εθνική προτεραιότητα

Η ελληνική συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη συχνά παραβλέπει έναν παράγοντα που ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικός. Η χώρα γερνά με ταχύ ρυθμό. Σύμφωνα με τις προβολές της Eurostat και του ΟΟΣΑ, ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας θα συνεχίσει να μειώνεται κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων θα αυξάνεται σταθερά.

Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει συνολικά το οικονομικό περιβάλλον. Λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους, να χρηματοδοτήσουν υψηλότερες δαπάνες υγείας και να διατηρήσουν τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραγωγικότητα μετατρέπεται σε βασική προϋπόθεση διατήρησης του βιοτικού επιπέδου.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο απέναντι σε αυτή την πρόκληση, επειδή επιτρέπει σε κάθε εργαζόμενο να παράγει μεγαλύτερη αξία μέσα στον ίδιο χρόνο. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου οι δημογραφικές εξελίξεις περιορίζουν τις προοπτικές αύξησης του εργατικού δυναμικού και στρέφουν αναγκαστικά το ενδιαφέρον στην ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό μοχλό της μετάβασης

Η δομή της ελληνικής οικονομίας διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη των περισσότερων ανεπτυγμένων χωρών. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παραγωγικής δραστηριότητας, απασχολώντας το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού και διαμορφώνοντας την καθημερινή εικόνα της αγοράς. Το χαρακτηριστικό αυτό δημιουργεί μια πρόκληση, καθώς οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν περιορισμένους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες. Ταυτόχρονα δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία, επειδή ακόμη και μικρές βελτιώσεις στην παραγωγικότητα χιλιάδων επιχειρήσεων μπορούν να μεταβάλουν αισθητά τη συνολική εικόνα της οικονομίας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει το κόστος πρόσβασης σε υπηρεσίες που μέχρι πρόσφατα απαιτούσαν εξειδικευμένα στελέχη ή μεγάλους προϋπολογισμούς. Μια οικογενειακή επιχείρηση μπορεί να αξιοποιήσει εργαλεία ανάλυσης αγοράς, αυτοματοποιημένης εξυπηρέτησης πελατών, διαχείρισης αποθεμάτων, ψηφιακού μάρκετινγκ και πολυγλωσσικής επικοινωνίας, αποκτώντας δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στη διάθεση μεγάλων οργανισμών.

Η McKinsey εκτιμά ότι η γενετική τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσθέσει τρισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια οικονομία μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, κυρίως επειδή επιταχύνει εργασίες που πραγματοποιούνται καθημερινά σε όλους σχεδόν τους κλάδους. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται περισσότερο από τη βελτίωση της αποδοτικότητας των υφιστάμενων επιχειρήσεων παρά από τη δημιουργία λίγων γιγαντιαίων τεχνολογικών ομίλων.

Η πολιτεία μπορεί να ενισχύσει αυτή τη διαδικασία μέσα από στοχευμένα χρηματοδοτικά προγράμματα, φορολογικά κίνητρα και υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης. Η διάχυση της τεχνολογίας σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων αποτελεί προϋπόθεση για τη συνολική αύξηση της παραγωγικότητας και για τη μείωση των αναπτυξιακών ανισοτήτων.

Το κράτος, η εκπαίδευση και οι θεσμοί θα καθορίσουν την επιτυχία

Η τεχνολογική πρόοδος παράγει τα μεγαλύτερα αποτελέσματα όταν συνοδεύεται από θεσμούς που προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες. Αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της σύγχρονης οικονομικής βιβλιογραφίας και βρίσκεται στον πυρήνα των παρεμβάσεων οικονομολόγων όπως ο Daron Acemoglu.

Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να προχωρήσει σε εκτεταμένο ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους. Το επόμενο βήμα αφορά την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για την αναβάθμιση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών. Η αποτελεσματικότερη διαχείριση διοικητικών υποθέσεων, η καλύτερη αξιοποίηση των δημόσιων δεδομένων, η υποστήριξη της φορολογικής διοίκησης, η επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης και η βελτίωση των υπηρεσιών υγείας μπορούν να αυξήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και να περιορίσουν σημαντικά το διοικητικό κόστος της οικονομίας.

Η ίδια λογική αφορά και την εκπαίδευση. Οι μαθητές που φοιτούν σήμερα στα σχολεία θα εργαστούν σε ένα περιβάλλον όπου η συνεργασία με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα. Οι δεξιότητες που θα χρειάζονται θα συνδυάζουν τεχνολογική γνώση, δημιουργική σκέψη, κριτική αξιολόγηση πληροφοριών και ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων. Παράλληλα, οι σημερινοί εργαζόμενοι θα χρειαστεί να αποκτήσουν πρόσβαση σε ουσιαστικά προγράμματα δια βίου μάθησης, ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται στις μεταβολές της αγοράς εργασίας.

Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι οι οικονομίες που επενδύουν συστηματικά στις δεξιότητες των εργαζομένων επιτυγχάνουν υψηλότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις τεχνολογικές αλλαγές. Για την Ελλάδα, η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη προϋπόθεση επιτυχίας.

Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει μια συζήτηση που υπερβαίνει τα όρια της τεχνολογίας και αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η οικονομία. Το βασικό ερώτημα αφορά τη διανομή των ωφελειών που θα προκύψουν από τη νέα αύξηση της παραγωγικότητας. Αν οι καρποί της τεχνολογικής προόδου διαχυθούν στην κοινωνία μέσα από υψηλότερες αμοιβές, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, περισσότερες επενδύσεις και ισχυρότερες επιχειρήσεις, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη ενός νέου κύκλου ανάπτυξης. Αν η διάχυση αυτή αποδειχθεί περιορισμένη, οι ανισότητες ενδέχεται να ενταθούν και η κοινωνική συνοχή να δοκιμαστεί.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει επισημάνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει σημαντικό ποσοστό των θέσεων εργασίας στις προηγμένες οικονομίες, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η τελική επίδραση θα εξαρτηθεί από την ποιότητα των δημόσιων πολιτικών και από την ικανότητα των χωρών να προετοιμάσουν εργαζομένους και επιχειρήσεις για τη μετάβαση. Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία ολοκλήρωσε μια μακρά περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής και αναζητά πλέον ένα νέο, βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης.

Η χώρα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Έχει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με αξιόλογη διεθνή παρουσία, ισχυρή επιστημονική διασπορά, δυναμικούς εξωστρεφείς κλάδους όπως η ναυτιλία, ο τουρισμός και η αγροδιατροφή, καθώς και μια δημόσια διοίκηση που απέδειξε ότι μπορεί να μεταρρυθμιστεί όταν υπάρχει πολιτική βούληση και σαφής στρατηγικός σχεδιασμός.

Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας αφορά τη σύνδεση αυτών των πλεονεκτημάτων με μια συνεκτική εθνική στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τις υπερδυνάμεις στην ανάπτυξη θεμελιωδών μοντέλων. Μπορεί όμως να εξελιχθεί σε μία από τις ευρωπαϊκές χώρες που αξιοποιούν αποτελεσματικότερα την τεχνητή νοημοσύνη για την αναβάθμιση της παραγωγικότητας, της δημόσιας διοίκησης, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της ποιότητας ζωής των πολιτών.

Η συζήτηση που άνοιξε η πρωτοβουλία «We Must Act Now» υπενθυμίζει ότι η μεγαλύτερη τεχνολογική επανάσταση του 21ου αιώνα θα κριθεί τελικά από την ποιότητα των οικονομικών και κοινωνικών επιλογών που θα τη συνοδεύσουν. Για την Ελλάδα, η πρόκληση αυτή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία αναζητά ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο, ικανό να αυξήσει διατηρήσιμα το εισόδημα, να συγκρατήσει το επιστημονικό δυναμικό της χώρας και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει το εργαλείο αυτής της μετάβασης, εφόσον η τεχνολογική πρόοδος συνδεθεί με επενδύσεις στους ανθρώπους, με θεσμούς που ενθαρρύνουν την καινοτομία και με πολιτικές που εξασφαλίζουν ότι η αύξηση της παραγωγικότητας θα μετατρέπεται σε συλλογική ευημερία. Εκεί βρίσκεται η ουσία της νέας δημόσιας συζήτησης και εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.