Η πιο επικίνδυνη μορφή βίας
Σε μια δημοκρατία υπάρχει χώρος για κάθε πολιτική άποψη
Η δολοφονική επίθεση με γκαζάκια που κόστισε τη ζωή μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας μιας συναδέλφου μου, δεν είναι απλώς ακόμη ένα τραγικό περιστατικό. Δεν θα σταθώ στην ίδια τη δολοφονία, η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής άλλωστε δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση για να γίνει αντιληπτό το μέγεθός της.
Αυτό που με προβλημάτισε βαθιά ήταν όσα ακολούθησαν. Τα σχόλια και η προσπάθεια ορισμένων να μετατοπίσουν τη συζήτηση από το ίδιο το έγκλημα στις συνθήκες που κατά την άποψή τους το γέννησαν. Και κάπου εκεί εμφανίστηκε ξανά η γνωστή φράση: «η βία φέρνει βία». Διατυπώνεται (κατά τη γνώμη μου χυδαία) με τρόπο που αφήνει να εννοηθεί ότι τέτοιες ενέργειες είναι λίγο πολύ αναμενόμενες, σχεδόν φυσική συνέπεια ενός πολιτικού ή κοινωνικού περιβάλλοντος και άρα δικαιολογημένες. Η πιο επικίνδυνη μορφή βίας δεν είναι μόνο η εγκληματική πράξη. Είναι η πεποίθηση ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η βία μπορεί να δικαιολογηθεί.
Από τη στιγμή που αρχίζουμε να αναζητούμε ελαφρυντικά, να μιλάμε για «αιτίες» πριν ακόμη σταθούμε στο αποτέλεσμα, να μετατρέπουμε τη δολοφονία σε αντικείμενο ιδεολογικής ερμηνείας, έχουμε ήδη κάνει ένα βήμα (ή καλύτερα πολλά) προς την κανονικοποίησή της.
Σε μια δημοκρατία υπάρχει χώρος για κάθε πολιτική άποψη, για κάθε έντονη διαφωνία, για κάθε μορφή ειρηνικής διαμαρτυρίας. Δεν υπάρχει όμως χώρος για τη λογική ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να αποτελέσουν «παράπλευρες απώλειες» ενός δήθεν ανώτερου σκοπού.
Η γυναίκα που έχασε τη ζωή της δεν ήταν σύμβολο. Δεν ήταν μέρος κάποιας αντιπαράθεσης. Ήταν ένας άνθρωπος που γύρισε στο σπίτι του και δεν ξαναβγήκε ποτέ. Και η κόρη της δεν θρηνεί μια πολιτική ήττα, θρηνεί τη μητέρα της. Ίσως γι’ αυτό με σοκάρει τόσο η ευκολία με την οποία ορισμένοι σπεύδουν να εξηγήσουν τη βία αντί να την καταδικάσουν. Γιατί κάθε φορά που αποδεχόμαστε ότι υπάρχει μια περίπτωση στην οποία η βία «δικαιολογείται», το μόνο που μένει να συζητήσουμε είναι ποια θα είναι η επόμενη εξαίρεση και τότε καταλαβαίνεις ότι κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται πραγματικά ασφαλής.
Γιατί η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μόνο η ύπαρξη της βίας. Είναι η στιγμή που αρχίζουμε να τη συνηθίζουμε και να αναζητούμε εξαιρέσεις ή να βρίσκουμε δικαιολογίες και να την αποδεχόμαστε «κάποιες φορές» ως θεμιτή.
Και τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο.. συνηθίζεις το τέρας και αρχίζεις να του μοιάζεις. Γι’ αυτό, η πιο επικίνδυνη μορφή βίας είναι η πεποίθηση ότι, υπό προϋποθέσεις, η βία μπορεί να δικαιολογηθεί.