Η «περίπτωση Κασιδιάρη» και τα όρια της δημοκρατικής άμυνας

Η αποφυλάκισή του επαναφέρει το ερώτημα αν οι ασφαλιστικές δικλίδες του 2023 καλύπτουν μια προεκλογική συνεργασία με άλλο κόμμα, αλλά και αν η αποτελεσματικότερη ανάσχεση βρίσκεται τελικά στην πολιτική του απομόνωση

Η «περίπτωση Κασιδιάρη» και τα όρια της δημοκρατικής άμυνας
Eurokinissi

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη επαναφέρει ένα ζήτημα που η ελληνική πολιτεία επιχείρησε να αντιμετωπίσει με τις διαδοχικές παρεμβάσεις στην εκλογική νομοθεσία πριν από τις εκλογές του 2023. Οι συνθήκες, ωστόσο, έχουν αλλάξει και μαζί τους αλλάζει το ερώτημα. Το κρίσιμο ενδεχόμενο σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκην η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος με τυπικό αρχηγό κάποιο άλλο πρόσωπο και πραγματικό ηγέτη τον ίδιο. Για μια τέτοια μεθόδευση υπάρχει πλέον νομοθετικό και νομολογιακό προηγούμενο. Η δυσκολότερη περίπτωση είναι πολύ απλούστερη: ο Κασιδιάρης να συνεργαστεί ανοιχτά με ένα ήδη υπάρχον κόμμα, να κατέβει ως συνεργαζόμενος ανεξάρτητος υποψήφιός του και να διεκδικήσει την εκλογή του μέσω της συνολικής δύναμης ενός συνδυασμού που θα ξεπεράσει το όριο του 3%.

Το ενδεχόμενο έχει ήδη εισέλθει στη δημόσια νομική συζήτηση. Ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου Γιώργος Δελλής το περιέγραψε ως πιθανό «ενδιάμεσο σενάριο», επισημαίνοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο Άρειος Πάγος θα κληθεί να εξετάσει εάν εξακολουθεί να πληρούται η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η οργάνωση και η δράση του συγκεκριμένου κόμματος υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στην αβεβαιότητα της απάντησης, καθώς ο σημερινός νόμος σχεδιάστηκε πρωτίστως για διαφορετικού τύπου καταστρατηγήσεις.

Το πραγματικό «παράθυρο» του 3%

Ως μεμονωμένος υποψήφιος, ο Κασιδιάρης θα αντιμετώπιζε ένα σχεδόν απαγορευτικό εκλογικό εμπόδιο. Για να συμμετάσχει στην κατανομή των εδρών θα έπρεπε να συγκεντρώσει ψήφους που αντιστοιχούν στο 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων ολόκληρης της Επικράτειας, παρότι η υποψηφιότητά του θα περιοριζόταν σε μία εκλογική περιφέρεια. Η εικόνα αλλάζει, όμως, εάν ενταχθεί ως συνεργαζόμενος ανεξάρτητος στο ψηφοδέλτιο άλλου κόμματος. Στην περίπτωση αυτή το όριο του 3% αφορά τον συνδυασμό και, εφόσον αυτός συμμετάσχει στην κατανομή των εδρών, η εκλογή του συγκεκριμένου υποψηφίου θα εξαρτηθεί από την κατανομή στην περιφέρειά του και τους σταυρούς που θα συγκεντρώσει.

Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία μια πιθανή προεκλογική συμφωνία. Ένα κόμμα με δική του ηγεσία, οργανωτική υπόσταση και καταστατική λειτουργία θα μπορούσε θεωρητικά να τον εντάξει στο ψηφοδέλτιό του, ενώ εκείνος θα καλούσε δημόσια τους υποστηρικτές του να στηρίξουν τον συγκεκριμένο σχηματισμό. Αν η συνεργασία ήταν φανερή και δεν συνοδευόταν από στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Κασιδιάρης ελέγχει στην πραγματικότητα το κόμμα, το σημερινό θεσμικό πλαίσιο θα δοκιμαζόταν σε ένα πεδίο αρκετά διαφορετικό από εκείνο του 2023.

Τότε ο νομοθέτης είχε προσπαθήσει να προλάβει την καταστρατήγηση μέσω της έννοιας της «πραγματικής ηγεσίας». Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου δεν περιορίζεται στον άνθρωπο που εμφανίζεται στο καταστατικό ως πρόεδρος, αλλά μπορεί να αναζητήσει ποιος ασκεί ουσιαστικά τη διοίκηση και ποιος έχει τον ηγετικό πολιτικό ρόλο απέναντι στο εκλογικό σώμα. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, επειδή επέτρεψε στη δικαστική κρίση να υπερβεί τους τυπικούς τίτλους και να εξετάσει τις πραγματικές πολιτικές και οργανωτικές σχέσεις.

Όταν η πολιτική επιρροή συναντά την πραγματική ηγεσία

Η απόφαση 95/2023 του Αρείου Πάγου αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Το δικαστήριο εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε ο τότε σχηματισμός, τη σχέση των υποψηφίων του με τον Κασιδιάρη και την πραγματική άσκηση πολιτικής καθοδήγησης, καταλήγοντας ότι ο μανδύας ενός συνδυασμού ανεξαρτήτων δεν αρκούσε για να μεταβάλει την ουσία της υπόθεσης. Το προηγούμενο αυτό δημιουργεί μια ισχυρή ασφαλιστική δικλίδα απέναντι σε μια επανάληψη της ίδιας μεθόδου με διαφορετικό όνομα.

Θα μπορούσε συνεπώς να αντιμετωπιστεί και μια συνεργασία στην οποία ο χαρακτηρισμός «ανεξάρτητος υποψήφιος» λειτουργεί απλώς ως κάλυμμα. Εάν ο Κασιδιάρης συμμετείχε στην επιλογή υποψηφίων, καθόριζε τη στρατηγική, κινητοποιούσε έναν οργανωμένο μηχανισμό που ενσωματωνόταν ουσιαστικά στο κόμμα ή εμφανιζόταν απέναντι στους ψηφοφόρους ως ο άνθρωπος που προσδιορίζει την πολιτική του κατεύθυνση, ο Άρειος Πάγος θα είχε πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία θα μπορούσε να στηρίξει την κρίση του περί πραγματικής ηγεσίας.

Η δυσκολία αρχίζει εκεί όπου αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν. Ένα αυτοτελές κόμμα μπορεί να αποφασίσει πολιτικά ότι επιθυμεί μια εκλογική συνεργασία χωρίς να παραδώσει τη διοίκησή του στον συνεργαζόμενο υποψήφιο. Η δημόσια στήριξη που αυτός του παρέχει μπορεί να έχει σημαντική εκλογική αξία, χωρίς να αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει μετατραπεί σε πραγματικό αρχηγό. Η διάκριση έχει σημασία, επειδή διαφορετικά κάθε ισχυρή προσωπικότητα που συνεργάζεται με ένα μικρότερο κόμμα θα μπορούσε δυνητικά να θεωρείται πραγματική ηγεσία του.

Σε αυτό το σημείο ο Άρειος Πάγος θα έπρεπε να εξετάσει την άλλη βασική προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή κατά πόσο η οργάνωση και η δράση του κόμματος εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρόκειται όμως για κρίση με σοβαρές συνέπειες, καθώς το διακύβευμα δεν θα ήταν μόνο η υποψηφιότητα ενός προσώπου, αλλά η συμμετοχή ολόκληρου του συνδυασμού στις εκλογές.

Γιατί η προφανής λύση είναι και συνταγματικά δύσκολη

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένα θεσμικό παράδοξο. Θα φαινόταν αναλογικότερο να μπορεί ο Άρειος Πάγος να αποκλείσει μόνο τον συγκεκριμένο υποψήφιο και να επιτρέψει στο υπόλοιπο κόμμα να συμμετάσχει κανονικά. Μια τέτοια λύση, όμως, πλησιάζει πολύ περισσότερο στη θέσπιση ενός νέου προσωπικού κωλύματος του εκλέγεσθαι.

Το Σύνταγμα καθορίζει τις βασικές προϋποθέσεις εκλογιμότητας και τα κωλύματα για την εκλογή στο βουλευτικό αξίωμα, ενώ προβλέπει ειδικούς όρους για τους περιορισμούς των πολιτικών δικαιωμάτων που συνδέονται με ποινικές καταδίκες. Γι’ αυτό και οι ρυθμίσεις του 2023 οικοδομήθηκαν γύρω από τις προϋποθέσεις κατάρτισης ενός κομματικού συνδυασμού. Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει άλλωστε διακρίνει το προσωπικό παθητικό εκλογικό δικαίωμα από το δικαίωμα ενός κόμματος να καταρτίζει συνδυασμό.

Μια νέα διάταξη που θα όριζε γενικά ότι κάθε πρόσωπο με συγκεκριμένη ποινική καταδίκη στερείται για ορισμένα χρόνια τη δυνατότητα να είναι υποψήφιο θα έδινε ασφαλώς καθαρότερη απάντηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, θα άνοιγε όμως ένα πολύ δυσκολότερο συνταγματικό μέτωπο. Αντίστοιχος έλεγχος θα μπορούσε να προκύψει και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα των δημοκρατιών να προστατεύονται απέναντι σε δυνάμεις που στρέφονται εναντίον τους, απαιτεί όμως σαφή νομική βάση, αναλογικότητα και επαρκή σύνδεση του περιορισμού με συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Η πιο προσεκτική νομοθετική παρέμβαση θα μπορούσε επομένως να κινηθεί γύρω από την έννοια της καταστρατήγησης και της πραγματικής πολιτικής καθοδήγησης, εξειδικεύοντας τα στοιχεία που ο Άρειος Πάγος μπορεί να συνεκτιμά. Η συμμετοχή στη συγκρότηση ψηφοδελτίων, η οργανωτική εξάρτηση, ο έλεγχος της προεκλογικής στρατηγικής, η μεταφορά οργανωμένου κομματικού μηχανισμού και η καθοριστική συμμετοχή στη χάραξη της πολιτικής γραμμής μπορούν να προσφέρουν σαφέστερα κριτήρια, χωρίς να δημιουργείται ένας γενικός και αυτοματοποιημένος αποκλεισμός προσώπων.

Υπάρχει όμως ένα όριο που καμία ερμηνευτική διεύρυνση δεν μπορεί εύκολα να παρακάμψει. Αν ο συνεργαζόμενος υποψήφιος παραμένει πραγματικά απλός υποψήφιος και το κόμμα διατηρεί πλήρως την αυτονομία του, η συζήτηση μεταφέρεται πλέον από την αποτροπή μιας εικονικής κομματικής κατασκευής στον περιορισμό του ίδιου του δικαιώματος του εκλέγεσθαι. Εκεί οι ασφαλιστικές δικλίδες της δημοκρατίας συναντούν τα δικά τους συνταγματικά όρια.

Να μη ξεχνάμε όμως πως υπάρχει και το πολιτικό ανάχωμα

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαρκή αναζήτηση μιας ακόμη νομοθετικής απαγόρευσης. Υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο προστασίας, λιγότερο θεαματικό αλλά ενδεχομένως καθοριστικότερο στην πράξη: η πολιτική απομόνωση.

Το σενάριο της συνεργασίας προϋποθέτει κάποιο κόμμα πρόθυμο να συνεργαστεί με τον Κασιδιάρη, να τον εντάξει στο ψηφοδέλτιό του και να αναλάβει το πολιτικό και θεσμικό κόστος αυτής της επιλογής. Χωρίς έναν τέτοιο εταίρο, το υποτιθέμενο παράθυρο παραμένει εξαιρετικά περιορισμένο, καθώς επιστρέφουμε στην πρακτικά δυσχερή περίπτωση της μεμονωμένης υποψηφιότητας και του πανελλαδικού 3%.

Εδώ η ευθύνη μεταφέρεται από τα δικαστήρια στο πολιτικό σύστημα. Τα κόμματα μπορούν να χαράξουν σαφή όρια στις συνεργασίες τους και να καταστήσουν εκ των προτέρων γνωστό ότι δεν θα λειτουργήσουν ως εκλογικό όχημα για την κοινοβουλευτική επιστροφή προσώπων που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο. Μια τέτοια στάση δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση ούτε νέα διάταξη. Αποτελεί πολιτική επιλογή, η οποία στη συνέχεια υπόκειται στην κρίση των πολιτών.

Η σημασία αυτής της διάστασης γίνεται μεγαλύτερη όσο πλησιάζει κανείς στα όρια της νομοθετικής παρέμβασης. Η δημοκρατία δεν μπορεί να απαντά σε κάθε πολιτική πρόκληση διευρύνοντας επ’ αόριστον τα κωλύματα συμμετοχής στις εκλογές. Όσο περισσότερες περιπτώσεις επιχειρεί να προλάβει ο νόμος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος αόριστων διατάξεων που κάποια στιγμή μπορεί να εφαρμοστούν πολύ ευρύτερα από τον αρχικό τους σκοπό. Η πολιτική απομόνωση λειτουργεί διαφορετικά, επειδή δεν αφαιρεί δικαιώματα και δεν χρειάζεται να μετατρέψει μια πολιτική κρίση σε δικαστική.

Αυτό βέβαια δεν απαλλάσσει τον νομοθέτη από την υποχρέωση να διορθώσει πραγματικές ασάφειες. Το θεσμικό πλαίσιο οφείλει να μπορεί να διακρίνει την αυθεντική συνεργασία δύο αυτοτελών πολιτικών φορέων από μια συμφωνία που έχει σχεδιαστεί για να παρακάμψει έναν νόμιμο εκλογικό περιορισμό. Όταν υπάρχει καταστρατήγηση, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να διαθέτει σαφή κριτήρια για να την αναγνωρίζει. Όταν όμως υπάρχει πραγματικά αυτοτελής πολιτική δράση, η απάντηση δεν μπορεί να αναζητείται κάθε φορά στην κατασκευή μιας νέας απαγόρευσης.

Πριν φτάσουμε ξανά στις κάλπες

Η αποφυλάκιση Κασιδιάρη λειτουργεί επομένως ως δοκιμασία για ένα σύστημα που δημιουργήθηκε υπό την πίεση των εκλογών του 2023. Το προηγούμενο θεσμικό οπλοστάσιο αντιμετωπίζει αρκετά αποτελεσματικά τις εικονικές ηγεσίες και τα σχήματα που επιχειρούν να εμφανιστούν με διαφορετική νομική μορφή από αυτή που έχουν στην πραγματικότητα. Δεν είναι εξίσου σαφές τι συμβαίνει όταν η συνεργασία είναι δημόσια, το άλλο κόμμα παραμένει οργανωτικά αυτοτελές και ο Κασιδιάρης ζητεί απλώς την ψήφο σε μία περιφέρεια μέσα από το ψηφοδέλτιό του.

Αυτή η ασάφεια αξίζει να εξεταστεί πριν από τις επόμενες εκλογές, με γενικούς κανόνες που θα ισχύουν για κάθε αντίστοιχη περίπτωση και όχι με φωτογραφικές ρυθμίσεις της τελευταίας στιγμής. Παράλληλα, όμως, το πολιτικό σύστημα έχει τη δυνατότητα να απαντήσει με τα δικά του μέσα. Εάν κανένας κοινοβουλευτικός ή εξωκοινοβουλευτικός σχηματισμός με ρεαλιστική δυνατότητα υπέρβασης του 3% δεν δεχθεί να αποτελέσει το εκλογικό όχημα μιας τέτοιας συνεργασίας, ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος αντιμετωπίζεται πριν χρειαστεί να φτάσει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Η θεσμική θωράκιση και η πολιτική απομόνωση λειτουργούν έτσι σε διαφορετικά επίπεδα. Η πρώτη χρειάζεται ακρίβεια, επειδή αγγίζει θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα. Η δεύτερη χρειάζεται καθαρή πολιτική ευθύνη, επειδή αφορά τις συμμαχίες που κάθε κόμμα είναι διατεθειμένο να συνάψει. Η υπόθεση Κασιδιάρη υπενθυμίζει ότι η άμυνα μιας δημοκρατίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσες απαγορεύσεις μπορεί να θεσπίσει. Εξαρτάται επίσης από το αν οι πολιτικές δυνάμεις που λειτουργούν μέσα στο συνταγματικό της πλαίσιο είναι διατεθειμένες να αναλάβουν την ευθύνη των ορίων που οι ίδιες θέτουν στις συνεργασίες τους.