Η παραίτηση Στάρμερ, ως επεισόδιο της κρίσης της πολιτικής κυριαρχίας στη Βρετανία και τη Δύση

Πώς ένας ακόμη Βρετανός πρωθυπουργός με ιστορική κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχασε την πολιτική κυριαρχία μέσα σε δύο μόλις χρόνια και τι διδάσκει η εμπειρία του Brexit για την Ευρώπη και την Ελλάδα

Η παραίτηση Στάρμερ, ως επεισόδιο της κρίσης της πολιτικής κυριαρχίας στη Βρετανία και τη Δύση
Στιγμιότυπο βίντεο

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία της Βρετανίας αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ετών, όχι τόσο εξαιτίας της ίδιας της αποχώρησής του όσο εξαιτίας όσων αποκαλύπτει για την κατάσταση των δυτικών δημοκρατιών. Οι πολιτικές κρίσεις δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο. Οι κυβερνήσεις χάνουν εκλογές, οι πρωθυπουργοί φθείρονται και τα κόμματα αναζητούν νέες ηγεσίες. Η περίπτωση του Στάρμερ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή μοιάζει να αψηφά τους παραδοσιακούς κανόνες της πολιτικής.

Πριν από δύο χρόνια, οι Εργατικοί πέτυχαν μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές νίκες στη σύγχρονη βρετανική ιστορία. Η κατάρρευση των Συντηρητικών και η εκλογική έκρηξη του Εργατικού Κόμματος δημιούργησαν την αίσθηση ότι η χώρα εισερχόταν σε μια νέα περίοδο σταθερότητας έπειτα από τη δεκαετία του Brexit, των διαδοχικών πρωθυπουργικών ανατροπών και των έντονων πολιτικών συγκρούσεων. Ο Στάρμερ εμφανιζόταν ως ο άνθρωπος που θα έκλεινε τον κύκλο της αναταραχής.

Σήμερα αποχωρεί έχοντας χάσει την πολιτική του κυριαρχία, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διαθέτει μια τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το ερώτημα που προκύπτει είναι προφανές. Πώς γίνεται ένας πρωθυπουργός να κατακτά μια νίκη ιστορικών διαστάσεων και να χάνει τόσο γρήγορα την πολιτική του ηγεμονία, ως ο έκτος πρωθυπουργός που «καταπίνει» το Brexit σε μια δεκαετία, ενώ οι προηγούμενοι έξι είχαν κυβερνήσει 46 χρόνια; Η απάντηση βρίσκεται πέρα από τα όρια της βρετανικής πολιτικής.

Η μεγάλη παρεξήγηση της νίκης του 2024

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν εκ των υστέρων είναι ότι η νίκη των Εργατικών ερμηνεύθηκε λανθασμένα σχεδόν από όλους. Πολλοί θεώρησαν ότι επρόκειτο για μια θετική ψήφο προς τον Στάρμερ. Στην πραγματικότητα επρόκειτο κυρίως για μια αρνητική ψήφο απέναντι στους Συντηρητικούς, με αποτέλεσμα η διαφορά αυτή να αποδείχθηκε κρίσιμη.

Οι Εργατικοί συγκρότησαν μια εξαιρετικά ευρεία εκλογική συμμαχία. Ψηφοφόροι με διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες, διαφορετικές απόψεις για το Brexit και διαφορετικές αντιλήψεις για την ταυτότητα της χώρας βρέθηκαν προσωρινά στην ίδια πλευρά. Τους ένωνε κυρίως η επιθυμία πολιτικής αλλαγής.

Η διακυβέρνηση, όμως, απαιτεί κάτι περισσότερο από μια εκλογική συμμαχία διαμαρτυρίας. Απαιτεί ένα συνεκτικό αφήγημα για το μέλλον και εκεί ακριβώς άρχισαν να εμφανίζονται οι δυσκολίες. Ο Στάρμερ κατάφερε να παρουσιάσει με σαφήνεια τι ήθελε να αφήσει πίσω του. Δεν κατάφερε με την ίδια επιτυχία να περιγράψει πού ακριβώς ήθελε να οδηγήσει τη Βρετανία. Καθώς οι πολιτικές πιέσεις αυξάνονταν, η έλλειψη αυτής της στρατηγικής πυξίδας έγινε όλο και πιο εμφανής.

Το Brexit δεν τελείωσε ποτέ

Ίσως το σημαντικότερο πολιτικό λάθος της βρετανικής ελίτ μετά το 2016 ήταν η πεποίθηση ότι το Brexit αποτελούσε ένα επεισόδιο που κάποια στιγμή θα έκλεινε οριστικά, ωστόσο η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.

Το δημοψήφισμα δεν αφορούσε μόνο τη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντανακλούσε βαθύτερες αγωνίες για την εθνική κυριαρχία, τη μετανάστευση, την παγκοσμιοποίηση, την πολιτισμική ταυτότητα και τη θέση της Βρετανίας στον κόσμο. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές διαιρέσεις που ανέδειξε το Brexit παρέμειναν ενεργές ακόμη και όταν το ίδιο το ζήτημα της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση έπαψε να βρίσκεται καθημερινά στην επικαιρότητα.

Όμως ο Στάρμερ επένδυσε στην ιδέα ότι η χώρα είχε κουραστεί από αυτές τις συγκρούσεις και αναζητούσε πρωτίστως ηρεμία και αποτελεσματικότητα. Υπήρχε πράγματι μια τέτοια ανάγκη. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχε και η ανάγκη για μια νέα εθνική αφήγηση που θα έδινε νόημα στη μετα-Brexit εποχή.

Η απουσία αυτής της αφήγησης δημιούργησε ένα πολιτικό κενό το οποίο αξιοποίησε ο Νάιτζελ Φάρατζ και το Reform UK. Δεν είναι τυχαίο ότι η άνοδος του Φάρατζ δεν στηρίχθηκε μόνο σε οικονομικά επιχειρήματα, αλλά επέμεινε κυρίως σε ζητήματα ταυτότητας, συνόρων, κυριαρχίας και πολιτισμικής αυτοαντίληψης.

Η διεθνής πολιτική ως καθρέφτης της εσωτερικής αδυναμίας

Η δυσκολία του Στάρμερ να διαμορφώσει μια πειστική αφήγηση έγινε ιδιαίτερα εμφανής στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, επειδή η στρατηγική του βασιζόταν στην επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη διατήρηση της ειδικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θεωρητικά επρόκειτο για μια λογική επιλογή. Η διεθνής συγκυρία, ωστόσο, είχε γίνει πολύ πιο σύνθετη.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έφερε ξανά στο προσκήνιο μια πολιτική γλώσσα που έδινε έμφαση στην εθνική κυριαρχία, στα σύνορα και στην πολιτισμική ταυτότητα. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επένδυαν πολιτικά στον Στάρμερ ως τον άνθρωπο που θα οικοδομούσε μια νέα σχέση ανάμεσα στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός βρέθηκε ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Η θέση αυτή απαιτούσε ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση στο εσωτερικό της χώρας. Όταν αυτή άρχισε να εξασθενεί, οι διεθνείς πρωτοβουλίες του έχασαν μέρος της δυναμικής τους.

Το σκάνδαλο που συνδέθηκε με τον Πίτερ Μάντελσον λειτούργησε ως επιταχυντής μιας ήδη εξελισσόμενης κρίσης. Το πλήγμα δεν αφορούσε απλώς έναν συνεργάτη της κυβέρνησης. Αφορούσε τον ίδιο τον πυρήνα της διεθνούς στρατηγικής του Στάρμερ και την εικόνα αξιοπιστίας που είχε οικοδομήσει γύρω από αυτήν. Οι εξελίξεις αυτές κατέδειξαν κάτι βαθύτερο, ότι καμία εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να είναι ισχυρότερη από την εσωτερική πολιτική βάση που τη στηρίζει.

Το δίδαγμα για τη Δύση

Η περίπτωση Στάρμερ αποκαλύπτει μια ευρύτερη μεταβολή που βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, μιας και κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η πολιτική συζήτηση περιστρεφόταν κυρίως γύρω από τη διαχείριση. Η ανάπτυξη, η δημοσιονομική πειθαρχία, οι μεταρρυθμίσεις και η αποτελεσματικότητα του κράτους θεωρούνταν οι βασικοί δείκτες επιτυχίας μιας κυβέρνησης.

Τα τελευταία χρόνια προστέθηκαν νέα ερωτήματα που αγγίζουν βαθύτερα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Οι πολίτες αναζητούν απαντήσεις για το ποιοι είναι, ποια θέση κατέχει η χώρα τους στον κόσμο και ποια κατεύθυνση ακολουθεί μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Αυτή η μετατόπιση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί πολλά λαϊκιστικά και νατιβιστικά κινήματα συνεχίζουν να εμφανίζουν πολιτική ανθεκτικότητα. Τα κινήματα αυτά προσφέρουν μια αφήγηση για την ταυτότητα και τον προσανατολισμό της κοινωνίας, ακόμη κι όταν οι προτάσεις τους παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες στο επίπεδο της εφαρμογής.

Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα στη Δύση αφορά όλο και λιγότερο αποκλειστικά τη διαχείριση και όλο και περισσότερο το νόημα της πολιτικής κοινότητας.

Το μήνυμα και για την Ελλάδα

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθήσει προσεκτικά όσα συνέβησαν στη Βρετανία, καθώς η εμπειρία της τελευταίας επταετίας δείχνει ότι η αποτελεσματική διακυβέρνηση εξακολουθεί να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση πολιτικής επιτυχίας. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται όμως μια δεύτερη απαίτηση που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Οι κοινωνίες χρειάζονται ένα πειστικό αφήγημα για το μέλλον τους. Επειδή αναζητούν μια απάντηση στο ερώτημα γιατί λαμβάνονται συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις και ποιον συλλογικό σκοπό υπηρετούν. Η οικονομική πρόοδος, η ψηφιακή μετάβαση, οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική αντοχή όταν εντάσσονται σε μια ευρύτερη εθνική στρατηγική. Η πολιτική σταθερότητα του 21ου αιώνα φαίνεται ότι εξαρτάται όλο και περισσότερο από αυτή τη σύνθεση, και μάλιστα έναν κόσμο όλο και περισσότερο σύνθετο και με τις απαιτούμενες πολιτικές να γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες.

Το πραγματικό μάθημα της πτώσης του Κιρ Στάρμερ βρίσκεται ακριβώς εδώ. Μια κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει κοινοβουλευτική ισχύ, θεσμική επάρκεια και διαχειριστική αποτελεσματικότητα. Για να διατηρήσει, όμως, την πολιτική της κυριαρχία σε μια εποχή βαθιών κοινωνικών και γεωπολιτικών μετασχηματισμών, χρειάζεται επίσης μια πυξίδα που να δείχνει πού πηγαίνει η χώρα και γιατί αξίζει να ακολουθήσουν οι πολίτες αυτή την πορεία.

Η Βρετανία υπήρξε το πρώτο μεγάλο εργαστήριο αυτής της νέας πραγματικότητας, ενώ και η Ελλάδα της δημοσιονομικής κρίσης προηγήθηκε ένα χρόνο πριν, με το δημοψήφισμα του 2015. Η υπόλοιπη Ευρώπη ενδεχομένως να βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με τα ίδια ερωτήματα.