Η νεανική οργή και τα όρια της ευρωπαϊκής ανοχής
Οι μαζικές διαδηλώσεις και τα βίαια επεισόδια αποκαλύπτουν βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αντιφάσεις στην Ευρώπη. Η κρίση των προσδοκιών, οι κυβερνητικές ευθύνες και η πρόκληση της δημοκρατικής νομιμότητας
Οι εικόνες των τελευταίων ημερών από τη Γαλλία, με πυρπολημένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένες επιχειρήσεις, λεηλατημένα καταστήματα και βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, φανερώνουν μια κοινωνική αναταραχή που έχει ξεπεράσει προ πολλού τα αρχικά εκπαιδευτικά αιτήματα. Η συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών στις διαδηλώσεις του Σαββάτου 17 Οκτωβρίου, σε συνδυασμό με την εξάπλωση ανάλογων κινητοποιήσεων στην Ιταλία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία και στην Αλβανία, αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Ένα σημαντικό τμήμα της νέας γενιάς αμφισβητεί την ικανότητα των κυβερνήσεων να εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις μιας καλύτερης ζωής, ενώ η συσσώρευση κοινωνικής δυσαρέσκειας δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για πολιτική ριζοσπαστικοποίηση.
Οι κινητοποιήσεις έχουν διαφορετικές αφετηρίες και δεν συγκροτούν ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό κίνημα. Ωστόσο, η χρονική τους σύμπτωση, η συμμετοχή νεότερων ηλικιών και η αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς επιτρέπουν ορισμένες κοινές διαπιστώσεις. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά πλέον την ικανότητα των ευρωπαϊκών κρατών να συνδυάσουν την κοινωνική κινητικότητα με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα, την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και την προστασία της δημοκρατικής νομιμότητας.
Από τις σχολικές διαμαρτυρίες στις εκτεταμένες συγκρούσεις
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο της αναταραχής, καθώς ένα κίνημα που ξεκίνησε από τα σχολεία των παρισινών προαστίων εξελίχθηκε σε μαζική κοινωνική κινητοποίηση. Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι υπερφορτωμένες τάξεις, οι προβληματικές υποδομές και οι ανισότητες στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση αποτέλεσαν την αρχική βάση της διαμαρτυρίας. Σταδιακά, όμως, η συμμετοχή συνδικάτων, εργαζομένων και εκπροσώπων του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» διεύρυνε το περιεχόμενό της, εντάσσοντας στην αντιπαράθεση την ακρίβεια, τους μισθούς, τις συντάξεις και τις δημοσιονομικές επιλογές της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 550.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις της 17ης Οκτωβρίου, ενώ οι διοργανωτές υπολόγισαν τη συμμετοχή σε 800.000. Περίπου 400 συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Στο Παρίσι σημειώθηκαν εμπρησμοί, λεηλασίες και εκτεταμένες συγκρούσεις, ενώ σοβαρές καταστροφές καταγράφηκαν στη Λυών, στη Μασσαλία και σε άλλες πόλεις. Στην Λιμόζ, κάηκε σχεδόν ολοσχερώς το δημαρχείο της πόλης, που είχε χτιστεί το 1883. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την αυξανόμενη δυσκολία των γαλλικών αρχών να διαχειριστούν μια κοινωνική κινητοποίηση στην οποία συνυπάρχουν ειρηνικοί διαδηλωτές και ομάδες που επιλέγουν τη βίαιη αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί αποδίδει σημαντικό μέρος των επεισοδίων σε οργανωμένες ομάδες της ριζοσπαστικής Αριστεράς και σε άτομα που επιδιώκουν λεηλασίες. Η γαλλική περίπτωση, πάντως, έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Ο Εμανουέλ Μακρόν ολοκληρώνει μια δεκαετία στην προεδρία έχοντας επιχειρήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς να έχει καταφέρει να περιορίσει τη δυσπιστία σημαντικού μέρους της κοινωνίας προς την πολιτική εξουσία. Η συχνή επανεμφάνιση μαζικών κινητοποιήσεων αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές προτεραιότητες και στις αντιλήψεις των πολιτών για την καθημερινότητά τους. Η οικονομική αναγκαιότητα μιας μεταρρύθμισης δεν αρκεί για την κοινωνική της αποδοχή, εάν η εφαρμογή της θεωρείται άδικη ή τα αποτελέσματά της παραμένουν δύσκολα ορατά.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της νεανικής δυσαρέσκειας
Η επέκταση των κινητοποιήσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύει διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας ανησυχίας για τις μελλοντικές προοπτικές. Στην Ιταλία, χιλιάδες μαθητές και φοιτητές διαδήλωσαν στις 16 Οκτωβρίου εναντίον των κυβερνητικών εκπαιδευτικών πολιτικών, ζητώντας περισσότερους πόρους για τα σχολεία και εκφράζοντας την αντίθεσή τους στις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες. Στο Τορίνο και στη Ρώμη σημειώθηκαν επεισόδια, ενώ η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι κάλεσε τις πολιτικές δυνάμεις να καταδικάσουν απερίφραστα τη βία. Η αντιπαράθεση επεκτάθηκε έτσι και στο ζήτημα των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων.
Στο γαλλόφωνο Βέλγιο, οι μαθητικές κινητοποιήσεις συνδέονται με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και τις σχεδιαζόμενες περικοπές ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ έως το 2029. Η αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων και οι αλλαγές στις εργασιακές υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών έχουν προκαλέσει αντιδράσεις, οι οποίες συνοδεύτηκαν από επεισόδια στις Βρυξέλλες και στη Λιέγη. Στην Ισπανία, αντίθετα, το κεντρικό πρόβλημα αφορά τη στέγαση. Η κινητοποίηση στη Μαδρίτη, με επίκεντρο την Πουέρτα δελ Σολ, αποτυπώνει την αδυναμία πολλών νέων εργαζομένων να αποκτήσουν οικονομική αυτονομία, παρά τη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Αλβανία, όπου οι φοιτητικές κινητοποιήσεις προστέθηκαν σε ένα προϋπάρχον κίνημα διαμαρτυρίας και εξελίχθηκαν σε ανοιχτή αμφισβήτηση της κυβέρνησης του Έντι Ράμα. Οι καταγγελίες διαφθοράς, οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές και η αντίθεση σε συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια έχουν συνδεθεί με αιτήματα πολιτικής αλλαγής. Οι εκτεταμένες καταστροφές στα Τίρανα και οι βίαιες συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις φανερώνουν μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης, με χαρακτηριστικά που διαφοροποιούνται από τις κινητοποιήσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο κοινός παρονομαστής είναι η αμφισβήτηση της υπόσχεσης κοινωνικής προόδου. Η εκπαίδευση και η εργασία, δύο θεμελιώδεις μηχανισμοί κοινωνικής ανέλιξης, δεν εξασφαλίζουν πάντοτε τις προοπτικές που προσδοκούν οι νεότερες ηλικίες. Η στέγαση απορροφά αυξανόμενο μέρος των εισοδημάτων, η πρόσβαση σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες παρουσιάζει ανισότητες και η οικονομική ανεξαρτησία μετατίθεται χρονικά. Οι διαφορές των εθνικών οικονομιών παραμένουν ουσιώδεις, αλλά η αντίληψη ότι η προσωπική προσπάθεια δεν ανταμείβεται επαρκώς τροφοδοτεί ένα ευρύτερο αίσθημα αβεβαιότητας.
Η δημοκρατική νομιμότητα απέναντι στη βία
Η αναγνώριση των κοινωνικών αιτίων της δυσαρέσκειας δεν μπορεί από την άλλη να οδηγήσει σε σχετικοποίηση της βίας. Το δικαίωμα στη διαδήλωση αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική ελευθερία, αλλά δεν προσφέρει καμία νομιμοποίηση στην καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες και οι επιθέσεις κατά αστυνομικών πλήττουν την ασφάλεια των πολιτών και υπονομεύουν την αξιοπιστία ακόμη και των απολύτως δικαιολογημένων κοινωνικών αιτημάτων.
Η προστασία της δημόσιας τάξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η ελευθερία προϋποθέτει την ύπαρξη κανόνων που εφαρμόζονται ισότιμα, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας ή ιδεολογικού προσήμου. Μια κοινωνία στην οποία οργανωμένες ομάδες μπορούν να καταστρέφουν επιχειρήσεις, να επιτίθενται σε δημόσια κτίρια και να παρακωλύουν βίαια την καθημερινότητα των πολιτών δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας που τελικά περιορίζουν την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Η ανοχή απέναντι σε τέτοιες πρακτικές ενθαρρύνει την επανάληψή τους και επιβαρύνει πρωτίστως τους πολίτες που στερούνται των μέσων να προστατευθούν.
Εξίσου αυτονόητη είναι η υποχρέωση των κρατικών αρχών να ενεργούν με αναλογικότητα και διαφάνεια. Η αποτελεσματικότητα της αστυνομίας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη λογοδοσία, ενώ κάθε καταγγελία για υπέρβαση εξουσίας χρειάζεται ουσιαστική διερεύνηση. Η δημοκρατική νομιμότητα απαιτεί συνέπεια στην εφαρμογή των κανόνων, τόσο απέναντι στους βίαιους διαδηλωτές όσο και απέναντι στα κρατικά όργανα.
Η πολιτική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Σε περιόδους αυξημένης κοινωνικής έντασης, η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να ευνοήσει δυνάμεις που αντιμετωπίζουν την αντιπαράθεση ως αυτοσκοπό. Η εκμετάλλευση της αγανάκτησης, είτε από τη ριζοσπαστική Αριστερά είτε από την άκρα Δεξιά, ενδέχεται να ενισχύσει την πόλωση και να δυσκολέψει την αναζήτηση εφαρμόσιμων λύσεων. Οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να αποφεύγουν την επιλεκτική καταδίκη των επεισοδίων και να διαχωρίζουν με σαφήνεια τις κοινωνικές διεκδικήσεις από την παραβατικότητα. Η κοινωνική αδικία απαιτεί πολιτικές απαντήσεις, ενώ η παράνομη βία απαιτεί εφαρμογή του νόμου.
Οι μεταρρυθμίσεις και το ζητούμενο της πολιτικής σταθερότητας
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των σημερινών εντάσεων απαιτεί, ωστόσο, περισσότερα από την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αναμετρηθούν με διαρθρωτικά προβλήματα που επιβαρύνουν τις νεότερες γενιές και συχνά αποτελούν συνέπεια μακροχρόνιων πολιτικών επιλογών. Η υπερβολική γραφειοκρατία, οι δυσλειτουργίες της εκπαίδευσης, οι περιορισμοί στην προσφορά κατοικίας και η αναποτελεσματική κατανομή δημόσιων πόρων επηρεάζουν τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης.
Η απάντηση βρίσκεται στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, του ανταγωνισμού, της επιχειρηματικότητας και της αξιοκρατίας, σε συνδυασμό με στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις. Η στεγαστική κρίση, για παράδειγμα, δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά χωρίς αύξηση της προσφοράς κατοικιών, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και αξιοποίηση του διαθέσιμου κτιριακού αποθέματος. Αντίστοιχα, η αναβάθμιση της εκπαίδευσης προϋποθέτει πόρους, αξιολόγηση, βελτίωση της διοίκησης και ουσιαστική σύνδεση των εκπαιδευτικών διαδρομών με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας.
Παράλληλα, και η δημοσιονομική υπευθυνότητα παραμένει αναγκαία καθώς η συσσώρευση χρέους και η διαρκής αύξηση ανελαστικών δαπανών περιορίζουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης μελλοντικών αναγκών, μεταφέροντας οικονομικά βάρη στις επόμενες γενιές. Ωστόσο, η δημοσιονομική πειθαρχία χρειάζεται να συνδυάζεται με σαφείς προτεραιότητες και μετρήσιμη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών. Η αποτελεσματική διαχείριση των πόρων και οι αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις αποτελούν προϋποθέσεις για τη διατήρηση ενός βιώσιμου κοινωνικού κράτους.
Εξίσου σημαντική είναι η θεσμική διάσταση. Η οικογένεια, το σχολείο, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών μπορούν να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή και να δημιουργήσουν ουσιαστικούς διαύλους συμμετοχής. Η ενδυνάμωσή τους περιορίζει την απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και στην πολιτική εξουσία, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από λογοδοσία και πραγματικές δυνατότητες παρέμβασης στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών.
Η σύγκριση με τον γαλλικό Μάη του 1968 παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον, αλλά παραμένει εξαιρετικά άτοπη. Τα σημερινά κινήματα διαθέτουν διαφορετικά αιτήματα, λιγότερο συνεκτική πολιτική ταυτότητα και σημαντική εξάρτηση από τη διάδοση της πληροφορίας μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η ταχύτητα κινητοποίησης μπορεί να είναι εντυπωσιακή, χωρίς να συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχη οργανωτική συγκρότηση ή συγκεκριμένο πρόγραμμα αλλαγών, μακριά από την αντι-απαγορευτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και πιο κοντά σε ταυτοτικά ζητήματα που αφορούν και την αποτυχημένη πολιτική ενσωμάτωσης πολιτών με μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Για την Ευρώπη, η ουσιαστική πρόκληση αφορά την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα των δημοκρατικών θεσμών. Η πολιτική σταθερότητα συνδέεται άμεσα με την ικανότητα των κυβερνήσεων να εξασφαλίζουν ασφάλεια, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες και πραγματικές οικονομικές ευκαιρίες. Αυτό αφορά και την Ελλάδα, όπου η στεγαστική πίεση, το δημογραφικό πρόβλημα και οι απαιτήσεις της νέας αγοράς εργασίας καθιστούν αναγκαία τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με κοινωνικά απτά αποτελέσματα.
Η ευρωπαϊκή απάντηση χρειάζεται να συνδυάζει την αποφασιστική προστασία της νομιμότητας με την οικονομική ελευθερία, την κοινωνική κινητικότητα και την υπεύθυνη διακυβέρνηση. Η επιτυχία της θα κριθεί από τη δυνατότητα των δημοκρατικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τις πραγματικές αιτίες της δυσαρέσκειας, αποτρέποντας παράλληλα την κανονικοποίηση της βίας. Σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, η υπεράσπιση της θεσμικής σταθερότητας αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από τη δυνατότητα των πολιτών, ιδιαίτερα των νεότερων, να διαμορφώνουν με περισσότερη ασφάλεια και αυτονομία το μέλλον τους.