Η νέα εποχή των μεγα-πυρκαγιών απαιτεί και διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης τους

Από την πυρόσβεση στη διαχείριση του κινδύνου, η Ευρώπη και η Ελλάδα καλούνται να επανασχεδιάσουν την προστασία των δασών, των υποδομών και των κοινωνιών απέναντι σε ένα φαινόμενο που μεταβάλλεται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ

Η νέα εποχή των μεγα-πυρκαγιών απαιτεί και διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης τους
Συνεχίζεται για 2η ημέρα η μεγάλη πυρκαγιά στην Βοιωτία στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού κόλπου, από την Δομβραίνα εως το Πόρτο Γερμενό, Σάββατο 1 Αυγούστου 2026 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Το φετινό καλοκαίρι επιβεβαιώνει ότι η Ευρώπη έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή ως προς τη συχνότητα, την ένταση και τη γεωγραφική εξάπλωση των δασικών πυρκαγιών. Η εικόνα που διαμορφώνεται απέχει σημαντικά από εκείνη που επικρατούσε πριν από δύο δεκαετίες, όταν οι μεγάλες πυρκαγιές θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά πρόβλημα των μεσογειακών χωρών. Σήμερα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ελλάδα εξακολουθούν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, ενώ ταυτόχρονα ολοένα περισσότερες περιοχές της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης καταγράφουν φαινόμενα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εξαιρετικά σπάνια.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί αποτέλεσμα πολλών παραγόντων που λειτουργούν ταυτόχρονα. Η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη διάρκεια των περιόδων ξηρασίας, ενισχύει τη συχνότητα και την ένταση των καυσώνων και μειώνει την υγρασία της βλάστησης. Παράλληλα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η συσσώρευση καύσιμης ύλης, η μεταβολή των χρήσεων γης και η επέκταση των οικισμών μέσα ή δίπλα σε δασικές εκτάσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και μια μικρή εστία μπορεί να εξελιχθεί μέσα σε λίγες ώρες σε μια πυρκαγιά με ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι παραδοσιακές πολιτικές, οι οποίες βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην καταστολή, αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νέας πραγματικότητας.

Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει ποσοτικά και ποιοτικά τον χαρακτήρα των πυρκαγιών

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η κλιματική αλλαγή δεν προκαλεί από μόνη της την έναρξη μιας πυρκαγιάς. Δημιουργεί, όμως, τις συνθήκες μέσα στις οποίες μια αρχική εστία αποκτά πολύ μεγαλύτερη δυναμική εξάπλωσης. Η παρατεταμένη ξηρασία αφυδατώνει τη βλάστηση, οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν την ευφλεκτότητα των δασών και οι ισχυροί άνεμοι μετατρέπουν μια περιορισμένη πυρκαγιά σε εκτεταμένο μέτωπο μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η εμφάνιση ολοένα περισσότερων μεγάλων πυρκαγιών, οι οποίες καταστρέφουν δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα και συχνά αποκτούν δική τους δυναμική, επηρεάζοντας ακόμη και τις τοπικές ατμοσφαιρικές συνθήκες. Τα φαινόμενα αυτά δυσκολεύουν σημαντικά το έργο των πυροσβεστικών δυνάμεων, καθώς ακόμη και ο μεγαλύτερος αριθμός εναέριων μέσων δεν επαρκεί όταν εκδηλώνονται ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα μεγάλης έντασης.

Η νέα αυτή πραγματικότητα επιβάλλει μια διαφορετική φιλοσοφία αντιμετώπισης. Οι δημόσιες πολιτικές οφείλουν να αντιμετωπίζουν τις πυρκαγιές ως έναν διαρκή κίνδυνο που απαιτεί σχεδιασμό σε ολόκληρη τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο κατά τους θερινούς μήνες.

Η ανθρώπινη δραστηριότητα παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας πυρκαγιάς

Παρά την έντονη επίδραση της κλιματικής αλλαγής, η έναρξη των περισσότερων πυρκαγιών εξακολουθεί να συνδέεται με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Στην Ελλάδα, η μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών αποδίδεται σε αμέλεια, όπως γεωργικές εργασίες, καύση υπολειμμάτων, χρήση μηχανημάτων που παράγουν σπινθήρες ή άλλες υπαίθριες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια ημερών υψηλού κινδύνου. Ένα μικρότερο ποσοστό αφορά εμπρησμούς από πρόθεση, ενώ σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυξανόμενη συμμετοχή τεχνικών αιτιών, όπως οι βλάβες στο δίκτυο ηλεκτροδότησης, ιδιαίτερα στις πολύ μεγάλες πυρκαγιές.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών. Όταν επτά στις δέκα πυρκαγιές σχετίζονται με ανθρώπινες ενέργειες, η πρόληψη αποκτά πολύ μεγαλύτερη αξία από την αποκλειστική επένδυση στην καταστολή. Η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων κατά τις ημέρες ακραίου κινδύνου, η καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, η συστηματική επιτήρηση των δασικών περιοχών και η αποτελεσματική επιβολή κυρώσεων μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον αριθμό των ενάρξεων.

Η ίδια λογική ισχύει και για τις τεχνικές υποδομές. Τα δίκτυα ηλεκτροδότησης, ιδιαίτερα όταν διέρχονται από περιοχές με υψηλή δασική πυκνότητα, απαιτούν συχνή συντήρηση, προληπτικές επιθεωρήσεις και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών που επιτρέπουν την έγκαιρη ανίχνευση φθορών. Η πρόληψη σε αυτή την περίπτωση προστατεύει τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και την αξιοπιστία της ενεργειακής υποδομής.

Η πρόληψη χρειάζεται ενεργή διαχείριση των δασών και σύγχρονες υποδομές

Για πολλές δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από τις πυρκαγιές επικεντρωνόταν κυρίως στην ενίσχυση της Πυροσβεστικής και στην προμήθεια περισσότερων εναέριων μέσων. Οι δυνατότητες αυτές παραμένουν απολύτως αναγκαίες, καθώς σώζουν ανθρώπινες ζωές και περιορίζουν τις καταστροφές όταν μια πυρκαγιά εξελίσσεται. Παράλληλα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αποτελεσματικότερη στρατηγική ξεκινά πολύ πριν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα.

Η ενεργή διαχείριση των δασών περιλαμβάνει καθαρισμούς, απομάκρυνση καύσιμης ύλης, δημιουργία και συντήρηση αντιπυρικών ζωνών, συστηματική παρακολούθηση της κατάστασης της βλάστησης και επιστημονικό σχεδιασμό των παρεμβάσεων. Τα δάση αποτελούν ζωντανά οικοσυστήματα που εξελίσσονται διαρκώς και χρειάζονται συνεχή φροντίδα, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία οι κλιματικές πιέσεις αυξάνονται.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η τεχνολογία. Οι δορυφόροι, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οι θερμικές κάμερες, οι αισθητήρες πεδίου και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν την παρακολούθηση μεγάλων εκτάσεων σε πραγματικό χρόνο και διευκολύνουν την άμεση επέμβαση όταν εντοπίζεται μια νέα εστία. Η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες περιορισμού μιας πυρκαγιάς πριν αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Ταυτόχρονα, απαιτείται ένας διαφορετικός χωροταξικός σχεδιασμός. Η συνεχής επέκταση κατοικιών μέσα σε δασικές περιοχές αυξάνει σημαντικά την επικινδυνότητα και δυσχεραίνει το έργο της Πολιτικής Προστασίας. Οι νέες αναπτύξεις χρειάζεται να συνοδεύονται από ζώνες πυροπροστασίας, ασφαλείς οδούς διαφυγής και αυστηρές προδιαγραφές κατασκευής που μειώνουν την τρωτότητα των οικισμών.

Η υπογειοποίηση του δικτύου αποτελεί μέρος της λύσης και όχι τη μοναδική απάντηση

Οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ετών επανέφεραν στο προσκήνιο τη συζήτηση για την υπογειοποίηση των γραμμών ηλεκτροδότησης. Η τεχνική αυτή προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, καθώς μειώνει δραστικά τον κίνδυνο δημιουργίας σπινθήρων, περιορίζει τις βλάβες από πτώσεις δέντρων και αυξάνει τη συνολική ανθεκτικότητα του δικτύου απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα.

Η εφαρμογή της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, όμως, θα απαιτούσε τεράστιους οικονομικούς πόρους και ένα πολυετές πρόγραμμα κατασκευών ιδιαίτερα υψηλής τεχνικής δυσκολίας. Η ορεινή μορφολογία της χώρας, η μεγάλη έκταση του εναέριου δικτύου και η νησιωτικότητα αυξάνουν σημαντικά τόσο το κόστος όσο και τον χρόνο υλοποίησης ενός τέτοιου έργου.

Για τον λόγο αυτό, η πλέον ρεαλιστική επιλογή αφορά τη στοχευμένη υπογειοποίηση των πιο ευάλωτων τμημάτων του δικτύου, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου υπάρχουν επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές, σημαντικά δασικά οικοσυστήματα ή υψηλή συγκέντρωση κατοικιών. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να συνδυαστεί με εκτεταμένο πρόγραμμα αντικατάστασης παλαιών αγωγών, ενίσχυση της προληπτικής συντήρησης, τακτικό κλάδεμα της βλάστησης και εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων επιτήρησης που εντοπίζουν άμεσα τεχνικές αστοχίες.

Η επιλογή αυτή εξασφαλίζει πολύ καλύτερη σχέση κόστους και αποτελεσματικότητας, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνονται στις περιοχές όπου ο κίνδυνος και οι πιθανές συνέπειες είναι μεγαλύτερες.

Η ανθεκτικότητα των κοινωνιών αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο του μέλλοντος

Η εμπειρία από τις μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ετών αναδεικνύει ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Η προστασία των δασών δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της Πολιτικής Προστασίας ή της Πυροσβεστικής. Αφορά το σύνολο του κράτους, της επιστημονικής κοινότητας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των διαχειριστών κρίσιμων υποδομών και των ίδιων των πολιτών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να συμβάλει μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού rescEU, της χρηματοδότησης έργων πρόληψης, της κοινής εκπαίδευσης προσωπικού και της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών. Τα εθνικά κράτη οφείλουν να επενδύσουν στη δασική διαχείριση, στη σύγχρονη πολιτική προστασία, στην επιστημονική έρευνα και στον καλύτερο συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να καλλιεργήσουν μια κουλτούρα πρόληψης, μέσα από την τήρηση των κανόνων, τη συμμετοχή σε εθελοντικές δράσεις και τη διαρκή ενημέρωση.

Η κλιματική αλλαγή διαμορφώνει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ακραίες πυρκαγιές θα συνεχίσουν να αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Ευρώπη. Η επιτυχία των δημόσιων πολιτικών θα κριθεί από την ικανότητα των κρατών να μετατρέψουν την εμπειρία των τελευταίων ετών σε έναν νέο τρόπο διαχείρισης του κινδύνου, ο οποίος θα στηρίζεται στην πρόληψη, στη γνώση, στην τεχνολογία και στη συνεργασία. Μέσα από αυτή τη συνολική προσέγγιση μπορεί να ενισχυθεί ουσιαστικά η ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων και των κοινωνιών, ώστε οι αναπόφευκτες πυρκαγιές του μέλλοντος να έχουν μικρότερες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στην οικονομία και, κυρίως, στην ανθρώπινη ζωή.