Η φθορά πριν από τη γέννηση και πώς οι προσδοκίες δυσκολεύουν τα υπό ίδρυση κόμματα

Γιατί τα projects Τσίπρα και Καρυστιανού χάνουν δυναμική ήδη μέσα στις δημοσκοπήσεις και ποιος μπορεί τελικά να επιβιώσει

Η φθορά πριν από τη γέννηση και πώς οι προσδοκίες δυσκολεύουν τα υπό ίδρυση κόμματα

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις κατέγραψαν ένα παράδοξο που στην πραγματικότητα αποτελεί σχεδόν κανόνα των σύγχρονων δημοκρατιών. Δύο κόμματα που ακόμη δεν υπάρχουν οργανωτικά, πριν συγκροτήσουν πρόγραμμα και στελέχη, εμφανίστηκαν αρχικά με υψηλή δυνητική επιρροή και στη συνέχεια άρχισαν να υποχωρούν. Η εικόνα αφορά τόσο το εγχείρημα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα όσο και εκείνο που συνδέεται με τη Μαρία Καρυστιανού.

Η πρώτη ανάγνωση οδηγεί εύκολα στο συμπέρασμα ότι οι πολίτες αλλάζουν γνώμη. Η βαθύτερη εξήγηση κινείται αλλού. Οι πολίτες μεταβάλλουν τη φύση της επιλογής τους. Από τη φαντασιακή ψήφο περνούν στη συγκεκριμένη.

Στην αρχική φάση των μετρήσεων οι ερωτώμενοι απαντούν για επιθυμία. Στην επόμενη φάση απαντούν για απόφαση. Η μετατόπιση αρκεί ώστε να μειώσει εντυπωσιακά κάθε εγχείρημα που βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση προσδοκίας.

Ο ψηφοφόρος προβάλλει πάνω σε ένα ανύπαρκτο κόμμα ό,τι θα ήθελε να υπάρχει. Εκεί συνυπάρχουν ριζοσπαστισμός και μετριοπάθεια, εκδίκηση και κυβερνησιμότητα, αγανάκτηση και ασφάλεια. Μόλις το κόμμα αρχίσει να αποκτά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οι αντιφατικές προσδοκίες παύουν να χωρούν στο ίδιο δοχείο. Η πτώση στις δημοσκοπήσεις είναι η στιγμή που η πολιτική φαντασία συναντά την πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα το φαινόμενο εμφανίζεται εντονότερα διότι υπάρχει σταθερό τμήμα πολιτών που αναζητεί διαρκώς εναλλακτική αντιπολίτευση. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν θέλουν να επιστρέψουν στα κόμματα εξουσίας και ταυτόχρονα δεν εμπιστεύονται την υπάρχουσα αντιπολίτευση. Η διάθεση αυτή φτάνει συχνά σε περιόδους χαμηλής πόλωσης έως και ένα πέμπτο του εκλογικού σώματος. Το ποσοστό φαίνεται μεγάλο όταν δεν υπάρχει φορέας να το εκφράσει. Μόλις εμφανιστούν δύο πιθανοί φορείς αρχίζει η συρρίκνωση.

Οι πρώτες μετρήσεις δεν κατέγραφαν δύναμη των δύο projects αλλά άθροισμα προσδοκιών. Όταν ο ίδιος ψηφοφόρος καλείται να επιλέξει μεταξύ τους, η ενότητα της διάθεσης διαλύεται. Το αρχικό ρεύμα μοιράζεται και μαζί του μειώνονται και οι επιδόσεις των δύο.

Εδώ εντοπίζεται και η ειδοποιός διαφορά τους. Το εγχείρημα Τσίπρα σχετίζεται με τη μνήμη της διακυβέρνησης. Το εγχείρημα Καρυστιανού συνδέεται με ένα τραυματικό γεγονός που μετατράπηκε σε συλλογικό σύμβολο. Ο ένας κουβαλά εμπειρία, η άλλη ηθική νομιμοποίηση. Στην αρχική φάση οι δύο αυτές ποιότητες μπορούν να συνυπάρχουν στο μυαλό του ψηφοφόρου. Στη φάση της επιλογής αλληλοαναιρούνται.

Η στιγμή της αλήθειας: Όταν η πολιτική πρέπει να γίνει συγκεκριμένη

Η συζήτηση γύρω από το 2015, η οποία αναζωπυρώθηκε μέσα από το βιβλίο και τις δημόσιες παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα, λειτούργησε ως μηχανισμός αποσαφήνισης. Ένα πιθανό νέο κόμμα έπαψε να είναι κενή επιφάνεια πάνω στην οποία μπορούσε να αποτυπωθεί κάθε ελπίδα. Έγινε συνέχεια μιας διαδρομής. Το πρόβλημα ξεκινάει όμως από τις συντριπτικά πλειοψηφικές αρνητικές συνδηλώσεις μνήμης της εμπειρίας της διακυβέρνησης Τσίπρα. Και αυτό στερεί οποιαδήποτε δυναμική επαναφοράς, από το 2023 κιόλας.

Βέβαια, για ένα σαφώς μειοψηφικό μέρος του εκλογικού σώματος αυτό αποτελεί πλεονέκτημα, διότι η εμπειρία διακυβέρνησης δημιουργεί προσδοκία σταθερότητας. Για ένα άλλο μέρος όμως λειτουργεί αποτρεπτικά, επειδή η μνήμη της κρίσης ενεργοποιείται άμεσα. Έτσι μειώνεται η δυνητική απήχηση ενώ αυξάνεται η πιθανότητα συμπαγούς εκλογικής βάσης. Το ταβάνι χαμηλώνει και το πάτωμα ανεβαίνει. Η διαδικασία θυμίζει καθαρισμό της δεξαμενής.

Στην περίπτωση Καρυστιανού η αποσαφήνιση προέκυψε από διαφορετικό δρόμο. Οι δηλώσεις για τις αμβλώσεις και ο εθνικός λόγος γύρω από τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής μετέφεραν το εγχείρημα από τη σφαίρα της καθολικής ταύτισης σε εκείνη της ιδεολογίας. Το σύμβολο μετατράπηκε σε πολιτική θέση. Εκείνοι που είχαν ταυτιστεί συναισθηματικά με την αφετηρία μπορούσαν να προέρχονται από πολύ διαφορετικές αξιακές αφετηρίες. Όταν εμφανίστηκε συγκεκριμένο πλαίσιο, η ενότητα έπαψε να λειτουργεί. Και η αντιπολιτική ρητορική γύρω από την κάθαρση, προσλαμβάνει πλέον συγκεκριμένα αντιδραστικά ή έστω πολύ συντηρητικά χαρακτηριστικά.

Το κόμμα διαμαρτυρίας αντλεί δύναμη από τη γενικότητα. Όσο παραμένει ανοιχτό, επιτρέπει στον ψηφοφόρο να ενσωματώνει προσωπικές προσδοκίες. Όταν αποκτά ιδεολογικό περίγραμμα, απαιτεί επιλογή. Η επιλογή μειώνει τη μάζα και αυξάνει τη συνοχή. Σε μικρά πολιτικά εγχειρήματα η απώλεια της μάζας αποδεικνύεται μεγαλύτερη από το κέρδος συνοχής.

Οι δύο περιπτώσεις μοιάζουν αντίστροφες αλλά οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Η μία ενεργοποιεί μνήμη, η άλλη ταυτότητα. Και οι δύο περιορίζουν τη φαντασιακή απήχηση.

Το σημαντικότερο στοιχείο βρίσκεται αλλού. Τα δύο projects ανταγωνίζονται τον ίδιο ψυχολογικό χώρο. Οι πολίτες που τα σκέφτονται ως επιλογή δεν είναι ιδεολογικά ομοιογενείς αλλά μοιράζονται ένα κοινό συναίσθημα. Πρόκειται για την ανάγκη εξισορρόπησης του πολιτικού συστήματος χωρίς επιστροφή στο παρελθόν. Όταν εμφανίζονται δύο φορείς για την ίδια ανάγκη, ο χώρος δεν διπλασιάζεται, αλλά τεμαχίζεται.

Ο ένας προσφέρει προοπτική εξουσίας, και η άλλη ηθική καταγγελία. Ο ψηφοφόρος αρχικά θέλει και τα δύο. Όσο πλησιάζει η στιγμή της κάλπης αντιλαμβάνεται ότι η ψήφος αποκτά συνέπειες. Τότε η λειτουργία της αλλάζει. Από έκφραση δυσαρέσκειας μετατρέπεται σε επιλογή διακυβέρνησης. Εκεί η πιθανότητα ανάληψης εξουσίας αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την ένταση του συναισθήματος.

Η μετατόπιση αυτή εξηγεί γιατί τα δύο εγχειρήματα δεν μπορούν να αναπτυχθούν ταυτόχρονα. Η ενίσχυση του ενός αφαιρεί προϋποθέσεις από το άλλο. Όσο παραμένουν και τα δύο σε φάση προσδοκίας, διατηρούν υψηλές επιδόσεις. Όσο αποκτούν πραγματικότητα, οι ψηφοφόροι κατευθύνονται προς το ένα από τα δύο- ή και απομακρύνεται και από τους δύο.

Η θεωρία πίσω από την εμπειρία στην πολιτική ανάλυση

Η συμπεριφορά αυτή είναι πλήρως εναρμονισμένη με βασικές έννοιες της πολιτικής ανάλυσης.

Η πρώτη αφορά την αναδρομική ψήφο. Οι πολίτες αξιολογούν πολιτικά πρόσωπα με βάση προηγούμενη εμπειρία διακυβέρνησης. Όταν επανέρχεται στο προσκήνιο μια περίοδος εξουσίας, η ψήφος παύει να είναι προβολική και γίνεται αξιολογική. Η επιλογή δεν αφορά πλέον προσδοκίες αλλά κρίση επί πραγματικών αποτελεσμάτων. Η διαδικασία αυτή περιορίζει το εύρος της απήχησης και ενισχύει τη σταθερότητα της βάσης.

Η δεύτερη αφορά τη θεματική ιδιοκτησία. Ένα κόμμα αποκτά επιρροή όταν συνδέεται με ένα ισχυρό ζήτημα που προκαλεί ηθική ταύτιση. Όταν όμως επεκτείνεται σε πλήρη πολιτική ατζέντα, παύει να λειτουργεί ως καθολικό σύμβολο και γίνεται φορέας συγκεκριμένων αξιών. Τότε αποχωρούν όσοι δεν συμμερίζονται ολόκληρο το αξιακό σύνολο.

Η τρίτη αφορά τον χωρικό ανταγωνισμό. Δύο κόμματα που κινούνται στον ίδιο αντιπολιτευτικό χώρο ανταγωνίζονται για τους ίδιους ψηφοφόρους. Η αρχική αποδοχή και των δύο στις μετρήσεις εκφράζει πιθανότητα και όχι επιλογή. Η ανάγκη επιλογής οδηγεί σε πτώση των ποσοστών τους.

Η τέταρτη αφορά τη στρατηγική ψήφο. Όσο πλησιάζει μια εκλογή, οι πολίτες λαμβάνουν υπόψη ποιος μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Η ψήφος μετακινείται προς εκείνον που εμφανίζει προοπτική διακυβέρνησης. Η διαδικασία αυτή εμφανίζεται ακόμη και πριν από εκλογές μέσα από τις προσδοκίες που δημιουργούν οι δημοσκοπήσεις.

Οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούν ταυτόχρονα. Η απουσία κόστους επιλογής δημιουργεί υψηλή δυνητική ψήφο. Η εμπειρία εισάγει αξιολόγηση. Η ιδεολογία εισάγει ταυτότητα. Ο ανταγωνισμός περιορίζει τη δεξαμενή. Η στρατηγική σκέψη κατευθύνει προς τον πιθανότερο κυβερνητικό φορέα. Το αποτέλεσμα είναι αρχική εκτίναξη και στη συνέχεια υποχώρηση.

Τι αναμένεται να γίνει στο τέλος; Ποιος θα επικρατήσει;

Αν τελικά ιδρυθούν και τα δύο κόμματα, το πιθανότερο ισορροπημένο σύστημα θα τα τοποθετήσει σε διαφορετικά μεγέθη. Το ένα θα καταφέρει να λειτουργήσει ως δυνητικός πόλος εξουσίας, το άλλο θα μείνει ως μόνιμη υπενθύμιση διαμαρτυρίας. Το αρχικό άθροισμα των προσδοκιών θα διασπαστεί σε δύο άνισα μέρη.

Η πολιτική δεν μετρά μόνο προτιμήσεις αλλά και χρονισμό. Σε περιόδους χαλαρής αξιολόγησης ευνοούνται οι εκφράσεις αγανάκτησης. Σε περιόδους εγγύτητας εκλογών ενισχύονται οι εκτιμήσεις αποτελεσματικότητας. Τα υπό ίδρυση κόμματα δοκιμάζονται ακριβώς στο πέρασμα από τη μία φάση στην άλλη. Εκεί όπου ο πολίτης παύει να απαντά τι θα ήθελε να υπάρχει και απαντά τι θα ψηφίσει.

Η σημερινή υποχώρηση των ποσοστών δεν προμηνύει κατ ανάγκη εξαφάνιση- αν και έχουμε τέτοια παραδείγματα στην Ελλάδα. Ενδεχομένως να επέλθει μια μετάβαση από τη σφαίρα της επιθυμίας στη σφαίρα της απόφασης. Και αυτή η μετάβαση σχεδόν πάντα μειώνει το μέγεθος των νέων σχημάτων πριν ακόμη εμφανιστούν επίσημα.

Σε αυτή τη διαδικασία κρίνεται ποιο project μπορεί να μετατρέψει τη διάθεση σε σταθερή επιλογή. Όποιο το καταφέρει θα επιβιώσει ως πολιτικός παίκτης. Το άλλο θα παραμείνει σημείο αναφοράς ενός συναισθήματος που δύσκολα όμως μπορεί να σταθεί στον εκλογικό ανταγωνισμό.