Η Ελλάδα πληρώνει την αδράνεια: 184 εκατ. ευρώ για την αποτυχία στη διαχείριση αποβλήτων

Η ανεπάρκεια της Ελλάδας στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων και αστικών λυμάτων κοστίζει πλέον μετρητά.

Η Ελλάδα πληρώνει την αδράνεια: 184 εκατ. ευρώ για την αποτυχία στη διαχείριση αποβλήτων

Η ανεπάρκεια της Ελλάδας στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων και αστικών λυμάτων κοστίζει πλέον μετρητά.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η χώρα έχει κληθεί να καταβάλει πάνω από 184 εκατομμύρια ευρώ σε πρόστιμα από το 2014 έως σήμερα, εξαιτίας της χρόνιας μη συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές οδηγίες.

Η εικόνα παραμένει αρνητική, με την Αττική να εξαρτάται αποκλειστικά από τον ΧΥΤΑ Φυλής, χωρίς εναλλακτικές εγκαταστάσεις, την ώρα που πολλές περιφέρειες δεν έχουν καν λειτουργικά σχέδια για την ανακύκλωση και την επεξεργασία αποβλήτων.

Επιπλέον, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι πρόσφατες μετρήσεις που αποκαλύπτουν εκτεταμένες και επίμονες εκπομπές μεθανίου σε κρίσιμες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Το μεθάνιο, αέριο με πολλαπλάσια επίδραση στο φαινόμενο του θερμοκηπίου σε σχέση με το CO₂, εντοπίζεται σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις κοντά σε σημεία απόθεσης ζωικών αποβλήτων, χώρους ανεξέλεγκτης εναπόθεσης και παλιές μονάδες βιοαερίου. Η απουσία ελέγχου, αλλά και η αδιαφάνεια ως προς την προέλευση των εκπομπών, αποκαλύπτουν μια ακόμη διάσταση της συστημικής ανεπάρκειας στην περιβαλλοντική πολιτική.

Τα ποσοστά ανακύκλωσης παραμένουν πολύ κάτω από τους στόχους. Το 2020, η Ελλάδα δεν κατάφερε να φτάσει το 50% στην ανακύκλωση των αστικών αποβλήτων, όπως όριζε η κοινοτική νομοθεσία. Μέχρι το 2025, οφείλει να αγγίξει το 55%, με προοπτική για 60% το 2030, όμως οι τρέχοντες ρυθμοί την κρατούν πίσω. Ενδεικτικό είναι ότι το ποσοστό κυκλικής χρήσης υλικών στη χώρα υποχώρησε από 6,3% το 2022 σε μόλις 5,2% το 2023, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 11,8%.

Το οικονομικό αποτύπωμα της περιβαλλοντικής αυτής υστέρησης είναι ιδιαίτερα βαρύ. Για να επιτύχει τους στόχους της ευρωπαϊκής πράσινης πολιτικής, η Ελλάδα θα έπρεπε να επενδύει κάθε χρόνο περίπου 5,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε σχετικές υποδομές. Ωστόσο, το πραγματικό επίπεδο επενδύσεων είναι πολύ χαμηλότερο, δημιουργώντας ένα επενδυτικό κενό που αγγίζει τα 2,3 δισεκατομμύρια ετησίως, δηλαδή το 1,12% του ΑΕΠ ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 0,77%.

Η περίπτωση των εκπομπών μεθανίου φανερώνει με ενάργεια ότι το περιβαλλοντικό έλλειμμα δεν περιορίζεται σε παραλείψεις αλλά αγγίζει πλέον ζητήματα διαφάνειας, θεσμικής ευθύνης και κοινωνικής ασφάλειας. Η ανεπάρκεια καταγραφής, ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων και η έλλειψη πολιτικής βούλησης να αναγνωριστεί το πρόβλημα σε βάθος δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους όχι μόνο για το περιβάλλον, αλλά και για τη δημόσια υγεία.

Η Κομισιόν χαρακτηρίζει την πρόοδο της χώρας «ανεπαρκή» και προειδοποιεί ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων όχι μόνο οδηγεί σε νέα πρόστιμα αλλά υπονομεύει και την πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια. Η αδυναμία ολοκλήρωσης βασικών έργων, η καθυστέρηση στην έγκριση περιφερειακών σχεδίων και η αδράνεια στη δημιουργία νέων μονάδων δημιουργούν ένα διαρκές αδιέξοδο.

Το περιβαλλοντικό ζήτημα έχει πλέον μετατραπεί σε ζήτημα διακυβέρνησης, δημοσιονομικής επιβάρυνσης και χαμένης αναπτυξιακής ευκαιρίας. Η Ελλάδα καλείται όχι μόνο να συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις της, αλλά να ανακτήσει την αξιοπιστία της, σε έναν τομέα που συνδέεται άμεσα με την ποιότητα ζωής, την υγεία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.