Η Ελλάδα μετά την επιτήρηση: Η μεγάλη επιστροφή ή το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου;

Από τη δημοσιονομική κηδεμονία στην οικονομική ενηλικίωση και το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας

Η Ελλάδα μετά την επιτήρηση: Η μεγάλη επιστροφή ή το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου;
EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από το τελευταίο καθεστώς ειδικής δημοσιονομικής και μακροοικονομικής παρακολούθησης κλείνει έναν ιστορικό κύκλο δεκαέξι ετών που ξεκίνησε το 2010, όταν η χώρα έχασε την πρόσβασή της στις διεθνείς αγορές και βρέθηκε στο επίκεντρο της σοβαρότερης οικονομικής κρίσης που γνώρισε κράτος μέλος της ευρωζώνης. Για πρώτη φορά μετά από μία ολόκληρη γενιά πολιτικών αναταράξεων, μνημονίων, διαπραγματεύσεων, κοινωνικών συγκρούσεων και αμφισβήτησης των ίδιων των θεμελίων της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, η Ελλάδα επιστρέφει θεσμικά στην ίδια κατηγορία με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εξέλιξη διαθέτει ισχυρό συμβολισμό, ο οποίος ίσως δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στη δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την επίσημη λήξη μιας περιόδου κατά την οποία η Ελλάδα αντιμετωπιζόταν ως η μεγάλη εξαίρεση της Ευρώπης. Για δεκαέξι χρόνια η ελληνική οικονομία βρισκόταν υπό κάποιο είδος ειδικής παρακολούθησης, γεγονός που υπενθύμιζε διαρκώς την κρίση που είχε προηγηθεί και τις αδυναμίες που την προκάλεσαν.

Παρά τη σημασία της στιγμής, η συγκεκριμένη επιτυχία δεν προκάλεσε την κοινωνική και πολιτική απήχηση που ίσως θα περίμενε κανείς. Η εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η έξοδος από την επιτήρηση αποτελεί θεσμικό γεγονός, ενώ οι περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται την οικονομία μέσα από τις άμεσες εμπειρίες τους. Ο πληθωρισμός, οι τιμές των ενοικίων, οι μισθοί και η καθημερινή αγοραστική δύναμη γίνονται ευκολότερα αντιληπτά από μια ευρωπαϊκή απόφαση που αφορά τη θέση της χώρας στους πίνακες οικονομικής παρακολούθησης.

Η σημασία της αποκατάστασης της αξιοπιστίας

Για να γίνει κατανοητή η αξία της εξέλιξης χρειάζεται να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη την προηγούμενη δεκαετία. Η ελληνική κρίση δεν πρέπει να θεαθεί απλώς ως μια κρίση χρέους, αλλά μια κρίση αξιοπιστίας, καθώς οι αγορές, οι επενδυτές και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έπαψαν να εμπιστεύονται ότι το ελληνικό κράτος μπορούσε να διαχειριστεί τα δημόσια οικονομικά του με τρόπο συμβατό με τη συμμετοχή του στην ευρωζώνη.

Η αποκατάσταση αυτής της εμπιστοσύνης αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία. Απαίτησε βαθιές μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική προσαρμογή, πολιτικό κόστος και σημαντικές κοινωνικές θυσίες. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η σταδιακή μείωση του δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, η επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα και η δυνατότητα πρόωρης αποπληρωμής μέρους των δανείων της κρίσης συνιστούν πλευρές της ίδιας πορείας.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η συμβολή της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η περίοδος 2019-2026 υπήρξε καθοριστική για τη μετατροπή της σταθεροποίησης σε κανονικότητα. Η δημοσιονομική πολιτική μετά την πανδημία, η επιμονή στη μείωση των ελλειμμάτων, η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και η προσπάθεια ψηφιοποίησης μεγάλου μέρους του κράτους συνέβαλαν στη δημιουργία μιας εικόνας οικονομικής συνέπειας που αξιολογήθηκε θετικά από τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η έξοδος από την επιτήρηση δεν αποτελεί αποκλειστικό επίτευγμα μιας κυβέρνησης, καθώς προϋπέθεσε τη σωρευτική προσπάθεια πολλών ετών. Παρ’ όλα αυτά, η τελική φάση της διαδρομής συνδέεται με τις πολιτικές επιλογές της τελευταίας επταετίας και με την απόφαση να διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπιζαν πιέσεις για χαλάρωση.

Η παρεξήγηση γύρω από την οικονομική κυριαρχία

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα της μεταμνημονιακής Ελλάδας είναι η δυσκολία με την οποία γίνεται αντιληπτή η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανεξαρτησία και τη δημοσιονομική υπευθυνότητα.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η επιτήρηση συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση με την απώλεια κυριαρχίας. Οι αποφάσεις των δανειστών, οι αξιολογήσεις, οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν την αίσθηση ότι η χώρα λειτουργούσε υπό εξωτερικό έλεγχο. Ως αποτέλεσμα, ένα τμήμα της κοινής γνώμης κατέληξε να ταυτίζει την οικονομική ελευθερία με την απουσία περιορισμών.

Η ιστορική εμπειρία της Ελλάδας οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Οι χώρες αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία όταν κερδίζουν την εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων τους. Η αξιοπιστία διευρύνει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής, με την αναξιοπιστία να τα συρρικνώνει. Όσο περισσότερο πείθει ένα κράτος ότι μπορεί να διαχειριστεί υπεύθυνα τα οικονομικά του, τόσο λιγότερο χρειάζεται την παρουσία εξωτερικών μηχανισμών ελέγχου.

Η δημοσιονομική πειθαρχία συνδέεται επομένως με την ενίσχυση της κυριαρχίας και της διαπραγματευτικής ισχύος της χώρας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία η Ελλάδα κατάφερε να μεταβεί από το καθεστώς της εξάρτησης στο καθεστώς της εμπιστοσύνης.

Ο οικονομικός λαϊκισμός και η γοητεία των εύκολων υποσχέσεων

Η συζήτηση για την έξοδο από την επιτήρηση φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα βαθύτερο ζήτημα που διατρέχει τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία. Πρόκειται για τη διαχρονική επιρροή του οικονομικού λαϊκισμού.

Ο οικονομικός λαϊκισμός στηρίζεται στην παραδοχή ότι τα οικονομικά προβλήματα μπορούν να επιλυθούν κυρίως μέσω πολιτικής βούλησης και ότι οι περιορισμοί που επιβάλλουν οι αγορές, οι δημοσιονομικοί κανόνες ή οι παραγωγικές δυνατότητες μιας οικονομίας αποτελούν δευτερεύον ζήτημα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση των δαπανών και η διεύρυνση των παροχών παρουσιάζονται συχνά ως αυτονόητη επιλογή, ενώ οι μακροπρόθεσμες συνέπειες μεταφέρονται σε δεύτερο πλάνο.

Η γοητεία αυτής της προσέγγισης είναι προφανής. Τα οφέλη των παροχών γίνονται αισθητά άμεσα, ενώ οι κίνδυνοι συσσωρεύονται σταδιακά. Οι πολιτικές ανταμοιβές εμφανίζονται γρήγορα. Οι δημοσιονομικές συνέπειες χρειάζονται χρόνο για να εκδηλωθούν.

Η ελληνική κρίση υπήρξε ίσως η πιο δραματική ευρωπαϊκή υπενθύμιση των ορίων αυτής της λογικής. Η ευημερία που στηρίζεται στον δανεισμό παράγει πρόσκαιρα αποτελέσματα, τα οποία αργότερα μετατρέπονται σε υποχρεώσεις. Η δημοσιονομική κατάρρευση του 2009 δεν προέκυψε ξαφνικά. Αποτέλεσε την κατάληξη μιας μακράς περιόδου κατά την οποία η κατανάλωση αυξανόταν ταχύτερα από την παραγωγικότητα και οι δημόσιες δαπάνες ταχύτερα από τις δυνατότητες της οικονομίας.

Η συλλογική μνήμη της κρίσης λειτουργεί σήμερα ως φραγμός απέναντι στην επανάληψη παρόμοιων επιλογών. Το ερώτημα αφορά τη διάρκεια αυτής της μνήμης καθώς οι νεότερες γενιές απομακρύνονται χρονικά από τα γεγονότα και οι πιέσεις για ευκολότερες λύσεις επανεμφανίζονται.

Τι έχει μάθει η Ελλάδα από τη μεγάλη περιπέτεια

Οι οικονομικές κρίσεις αφήνουν πίσω τους τραύματα, αλλά συχνά παράγουν και σημαντική γνώση. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 2020 διαφέρει ουσιαστικά από την Ελλάδα της δεκαετίας του 2000.

Το κράτος διαθέτει περισσότερα ψηφιακά εργαλεία, καλύτερη εικόνα των φορολογικών δεδομένων και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς ελέγχου. Η φοροδιαφυγή αντιμετωπίζεται με διαφορετικά μέσα από εκείνα που υπήρχαν πριν από είκοσι χρόνια. Η δημόσια διοίκηση παρουσιάζει σημάδια εκσυγχρονισμού σε τομείς όπου κυριαρχούσε η γραφειοκρατία.

Παράλληλα, το πολιτικό σύστημα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση του κόστους που συνεπάγεται η δημοσιονομική εκτροπή. Οι συζητήσεις που κυριαρχούσαν πριν από την κρίση έχουν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί. Η έννοια των πλεονασμάτων, η βιωσιμότητα του χρέους και η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις αποτελούν πλέον μέρος του δημόσιου διαλόγου.

Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το δημογραφικό πρόβλημα περιορίζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, με τις επενδύσεις να χρειάζονται περαιτέρω ενίσχυση και η απονομή δικαιοσύνης να εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο που απαιτεί βελτιώσεις.

Η επιτυχία της τελευταίας περιόδου δημιούργησε καλύτερες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, ενώ ύπαρξη ευνοϊκότερου περιβάλλοντος δεν συνεπάγεται αυτόματη επίλυσή τους.

Η μεγάλη επιστροφή και η δοκιμασία της κανονικότητας

Ο τίτλος του βιβλίου του Αλέξη Πατέλη, «Η Μεγάλη Επιστροφή», συμπυκνώνει μια αισιόδοξη ανάγνωση της ελληνικής πορείας. Σύμφωνα με αυτήν, η χώρα κατάφερε να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της και να επανενταχθεί στον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής κανονικότητας.

Η ιστορική προσέγγιση του Στάθη Καλύβα στο έργο «Καταστροφές και Θρίαμβοι» υπενθυμίζει ότι η ελληνική διαδρομή χαρακτηρίζεται από διαδοχικούς κύκλους προόδου, κρίσεων, ανασυγκρότησης και νέας ανάπτυξης. Οι δύο αναγνώσεις φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της ίδιας πραγματικότητας.

Η σημερινή Ελλάδα έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει με αυτοπεποίθηση την έξοδο από την επιτήρηση. Η χώρα βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση από εκείνη που κατείχε πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Ταυτόχρονα, η ιστορική εμπειρία υπενθυμίζει ότι οι επιτυχίες διατηρούνται όταν συνοδεύονται από θεσμούς, πολιτική ωριμότητα και διαρκή προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Η πραγματική αξία της σημερινής στιγμής θα φανεί τα επόμενα χρόνια. Η απουσία επιτήρησης μεταφέρει το βάρος της ευθύνης αποκλειστικά στην ελληνική πολιτεία και στην ελληνική κοινωνία. Το ερώτημα που αναδύεται αφορά την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει την πορεία της χωρίς εξωτερικές πιέσεις, έχοντας ενσωματώσει τα διδάγματα της κρίσης στην πολιτική και οικονομική της κουλτούρα.

Η Ελλάδα κέρδισε το δικαίωμα να θεωρείται μια κανονική ευρωπαϊκή οικονομία. Το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας της θα κριθεί από το κατά πόσο θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την κατάκτηση σε μόνιμο χαρακτηριστικό της εθνικής της διαδρομής.