Η Ελλάδα χάνει δισεκατομμύρια από έναν τουρισμό που δεν έχει ανακαλύψει ακόμα

Η Ελλάδα χάνει δισεκατομμύρια από έναν τουρισμό που δεν έχει ανακαλύψει ακόμα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Κάθε καλοκαίρι η ίδια εικόνα. Τα αεροδρόμια γεμίζουν, τα λιμάνια ασφυκτιούν, τα νησιά κατακλύζονται από επισκέπτες και ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει νέα ρεκόρ. Και όμως, πίσω από αυτά τα εντυπωσιακά νούμερα κρύβεται ένα παράδοξο: η Ελλάδα εξακολουθεί να αξιοποιεί μόνο ένα μέρος από τις πραγματικές της δυνατότητες.

Έχουμε μάθει να πουλάμε «ήλιο και θάλασσα». Το κάνουμε καλά και συνεχίζουμε να είμαστε ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς στον κόσμο. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αρκεί αυτό για τη χώρα του 2030.

Η απάντηση μάλλον είναι όχι.

Γιατί όταν η τουριστική περίοδος τελειώνει, ένα μεγάλο κομμάτι της Ελλάδας… κατεβάζει ρολά. Επιχειρήσεις κλείνουν, εργαζόμενοι μένουν χωρίς δουλειά και ολόκληρες περιοχές επιστρέφουν στην καθημερινότητα περιμένοντας το επόμενο καλοκαίρι. Την ίδια ώρα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επενδύσει εδώ και χρόνια σε μορφές τουρισμού που λειτουργούν δώδεκα μήνες τον χρόνο.

Η Ελλάδα, όμως, διαθέτει όλα όσα χρειάζονται για να πρωταγωνιστήσει και σε αυτούς τους τομείς. Βουνά και φαράγγια μοναδικής ομορφιάς. Χιλιάδες χιλιόμετρα πεζοπορικών και ποδηλατικών διαδρομών. Δεκάδες ιαματικές πηγές. Εκατοντάδες οινοποιεία και τοπικά προϊόντα που θα μπορούσαν να γίνουν παγκόσμια γαστρονομικά brands. Σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, μοναστήρια, λίμνες, ποτάμια, προστατευόμενες περιοχές Natura, αλλά και εξαιρετικές καιρικές συνθήκες σχεδόν όλο τον χρόνο.

Με άλλα λόγια, διαθέτουμε όλες τις προϋποθέσεις για να αναπτύξουμε δυναμικά τον ορεινό, γαστρονομικό, οινικό, συνεδριακό, αθλητικό, θρησκευτικό, αγροτουριστικό, κινηματογραφικό και ιατρικό τουρισμό.

Το ερώτημα είναι γιατί δεν το έχουμε κάνει ακόμα.

Η Ισπανία επένδυσε στον συνεδριακό τουρισμό και σήμερα φιλοξενεί μερικά από τα μεγαλύτερα διεθνή συνέδρια. Η Πορτογαλία δημιούργησε ισχυρό brand γύρω από τον οινικό τουρισμό και το surf. Η Ιταλία αξιοποίησε τη γαστρονομία της ως βασικό τουριστικό προϊόν. Ακόμη και η Κροατία, μέσα σε λίγα χρόνια, ανέπτυξε δυναμικά τις μαρίνες, τον τουρισμό εμπειρίας και τις κινηματογραφικές παραγωγές.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στους ίδιους καλοκαιρινούς προορισμούς.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι μας λείπουν οι πόροι. Είναι ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο που να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως εργαλείο ανάπτυξης για ολόκληρη τη χώρα και για όλες τις εποχές του χρόνου.

Αν οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού αναπτυχθούν οργανωμένα, τα οφέλη δεν θα περιοριστούν μόνο στα ξενοδοχεία. Θα αυξηθεί η ζήτηση για τα ελληνικά προϊόντα, θα ενισχυθούν οι μικρές επιχειρήσεις της περιφέρειας, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και θα αποκτήσουν ζωή περιοχές που σήμερα μένουν εκτός τουριστικού χάρτη.

Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η Ελλάδα αφήνει κάθε χρόνο ανεκμετάλλευτο ένα σημαντικό αναπτυξιακό κεφάλαιο. Διεθνείς εκτιμήσεις δείχνουν ότι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και η ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού μπορούν να προσθέσουν δισεκατομμύρια ευρώ στην οικονομία μέσα στα επόμενα χρόνια. Το σημαντικότερο όμως δεν είναι μόνο το μέγεθος των εσόδων. Είναι ότι αυτά τα χρήματα θα κατευθυνθούν σε περιοχές που σήμερα έχουν πραγματική ανάγκη ανάπτυξης.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε είναι ότι συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον τουρισμό ως μια καλοκαιρινή υπόθεση.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερες ξαπλώστρες. Χρειάζεται περισσότερους λόγους για να την επισκέπτεται κανείς τον Ιανουάριο, τον Μάρτιο και τον Νοέμβριο.

Γιατί το πραγματικό μας συγκριτικό πλεονέκτημα δεν είναι μόνο ο ήλιος.

Είναι ότι μπορούμε να προσφέρουμε εμπειρίες 365 ημέρες τον χρόνο. Το ερώτημα είναι αν θα αποφασίσουμε επιτέλους να τις αξιοποιήσουμε.