Η δημοκρατία απέναντι στην τοξικότητα: Όταν η πολιτική ευθύνη γίνεται κοινή υπόθεση

Οι χθεσινές εικόνες φωτίζουν το πραγματικό διακύβευμα της ελληνικής δημοκρατίας

Η δημοκρατία απέναντι στην τοξικότητα: Όταν η πολιτική ευθύνη γίνεται κοινή υπόθεση
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Οι χθεσινές εικόνες φωτίζουν το πραγματικό διακύβευμα της ελληνικής δημοκρατίας. Η πολιτική σύγκρουση αποκτά αξία όταν υπηρετεί τη λογοδοσία και τη σύνθεση, ενώ η διαρκής πόλωση υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ίδια την πολιτική.

 Η δημοκρατία δεν μετριέται μόνο από την ποιότητα των νόμων, τη λειτουργία των εκλογών ή την ανεξαρτησία των θεσμών. Μετριέται καθημερινά από τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί συνομιλούν μεταξύ τους, από το ύφος του δημόσιου λόγου και από την εικόνα που διαμορφώνεται στους πολίτες για το πολιτικό σύστημα. Όταν η αντιπαράθεση διατηρείται μέσα στα όρια της θεσμικής ευθύνης, ενισχύεται η εμπιστοσύνη προς τη δημοκρατία. Όταν η σύγκρουση μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, όταν οι προσωπικές επιθέσεις υπερισχύουν της επιχειρηματολογίας και όταν η καχυποψία παρουσιάζεται ως αυτονόητη πολιτική στάση, η ποιότητα του δημόσιου βίου φθίνει σταδιακά.

Η χθεσινή ημέρα προσέφερε δύο εικόνες με ιδιαίτερο συμβολισμό. Η πρώτη προήλθε από την Κοζάνη, όπου η παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη στην κηδεία της Βάγιας Νέστορα υπενθύμισε ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες οι πολιτικές διαφορές υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη υπεράσπισης κοινών δημοκρατικών αξιών. Η δεύτερη αποτυπώθηκε στη παρεκτροπή της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη συνεδρίαση της Επιτροπής Δεοντολογίας της Βουλής και σε μια σειρά δημόσιων παρεμβάσεών της που επανέφεραν στο προσκήνιο τη λογική της απόλυτης σύγκρουσης, των προσωπικών καταγγελιών και των χυδαίων συνωμοσιολογικών υπαινιγμών.

Τα δύο περιστατικά δεν αποτελούν όψεις της ίδιας υπόθεσης. Αναδεικνύουν, όμως, δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική.

Η θεσμική ενότητα ως μήνυμα δημοκρατικής ωριμότητας

Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Νίκου Ανδρουλάκη στην Κοζάνη απέκτησε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, επειδή εξέπεμψε ένα μήνυμα που υπερβαίνει την καθημερινή αντιπαράθεση. Η ανθρώπινη τραγωδία και η καταδίκη της βίας δημιούργησαν έναν κοινό θεσμικό χώρο, μέσα στον οποίο η παρουσία των πολιτικών αρχηγών λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι υπάρχουν αξίες που συνδέουν το δημοκρατικό τόξο ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές του διαφορές.

Οι ώριμες δημοκρατίες στηρίζονται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα. Οι κυβερνήσεις και οι αντιπολιτεύσεις συγκρούονται έντονα για την οικονομία, την κοινωνική πολιτική ή τη δημόσια διοίκηση, ενώ απέναντι στη βία, στην τρομοκρατία και στην προστασία των θεσμών διαμορφώνεται ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς. Η εικόνα αυτή ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών ότι το πολιτικό σύστημα διαθέτει κοινές δημοκρατικές σταθερές, ακόμη και όταν η πολιτική αντιπαράθεση παραμένει ιδιαίτερα έντονη.

Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση

Στον αντίποδα αυτής της εικόνας βρέθηκε η συνεδρίαση της Επιτροπής Δεοντολογίας της Βουλής, κατά την οποία κυριάρχησαν οι προσωπικές συγκρούσεις, οι καταγγελίες και η ένταση. Η Βουλή αποτελεί τον σημαντικότερο θεσμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και κάθε εικόνα που εκπέμπεται από το εσωτερικό της επηρεάζει την αντίληψη των πολιτών για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Η πολιτική σύγκρουση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατίας. Η ποιότητα, όμως, αυτής της σύγκρουσης καθορίζει και την ποιότητα του ίδιου του κοινοβουλευτισμού. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση διολισθαίνει σε προσωπικές επιθέσεις, σε αμφισβήτηση των κινήτρων των αντιπάλων και σε σκηνές που κυριαρχούν στην επικαιρότητα περισσότερο από την ουσία των συζητήσεων, καλλιεργείται σταδιακά η αντίληψη ότι η πολιτική λειτουργεί αποκλειστικά μέσα από συγκρούσεις ισχύος.

Το αποτέλεσμα γίνεται σύντομα ορατό στην κοινωνία. Οι πολίτες δυσκολεύονται να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στη θεσμική αντιπαράθεση και στην προσωπική εχθρότητα. Η εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά κόμματα περιορίζεται, ο πολιτικός κυνισμός ενισχύεται και η συμμετοχή στα κοινά αντιμετωπίζεται ολοένα συχνότερα με δυσπιστία.

Η συναίνεση υποχωρεί καθώς ενισχύεται η πόλωση

Η αίσθηση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα πιο πρόσφατα εμπειρικά δεδομένα. Η νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών για τον Δείκτη Νομοθετικής Συναίνεσης καταγράφει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο κοινοβουλευτικής συναίνεσης από το 2004. Κατά την περίοδο από τον Ιούλιο του 2023 έως τον Δεκέμβριο του 2025, η μέση συναίνεση της αντιπολίτευσης στα κυβερνητικά νομοσχέδια περιορίστηκε στο 11,9%, ποσοστό που αποτελεί ιστορικό χαμηλό της τελευταίας εικοσαετίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή της συναίνεσης ανά τομέα πολιτικής. Η μεγαλύτερη σύγκλιση καταγράφεται στην Εξωτερική Πολιτική και στην Εθνική Άμυνα, όπου το ποσοστό φθάνει περίπου στο 25%, ενώ στην οικονομική πολιτική περιορίζεται μόλις στο 4%. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα πολιτικό σύστημα που δυσκολεύεται να αναζητήσει κοινούς τόπους ακόμη και σε ζητήματα που αφορούν ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες.

Η ίδια η μελέτη επισημαίνει ότι η περίοδος 2023 έως 2025 χαρακτηρίζεται από σημαντική ενίσχυση της πολιτικής πόλωσης. Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή η περιορισμένη συναίνεση δεν αφορά μόνο τις ψηφοφορίες της Βουλής. Αντανακλά και μια ευρύτερη πολιτική κουλτούρα, μέσα στην οποία η συνεργασία αντιμετωπίζεται με καχυποψία και κάθε μορφή συνεννόησης παρουσιάζεται ως πολιτική υποχώρηση.

Η συνωμοσιολογία ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης κάτω από τη ζώνη

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η πολιτική αντιπαράθεση συνοδεύεται από δημόσιες αφηγήσεις που στηρίζονται σε χυδαίους υπαινιγμούς και σε θεωρίες συνωμοσίας. Οι πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου για τις εμπρηστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη, στις οποίες διατυπώθηκαν ανυπόστατοι και προκλητικοί ισχυρισμοί περί προβοκάτσιας, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών και μαφιόζικων πρακτικών, προφανώς χωρίς καμία δημόσια παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων, με αποτέλεσμα να αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολιτικής πρακτικής που μεταφέρει το κέντρο βάρους της συζήτησης από την καταδίκη της βιας, στις ύβρεις και την καχυποψία, φτάνοντας να κατηγορεί τα θύματα της τρομοκρατίας, εξυπηρετώντας τους δράστες τρομοκράτες.

Η κριτική προς την κυβέρνηση αποτελεί αυτονόητο στοιχείο κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως και η απαίτηση για πλήρη διερεύνηση κάθε εγκληματικής υπόθεσης. Παράλληλα, η δημόσια διατύπωση σοβαρών ισχυρισμών χωρίς τεκμηρίωση δηλητηριάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την αξιοπιστία των θεσμών.

Η πολιτική επιστήμη έχει καταγράψει επανειλημμένα ότι η συνωμοσιολογική ρητορική ενισχύει τη δυσπιστία προς τη Δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό σύστημα συνολικά. Η δημόσια συζήτηση μετακινείται από την αξιολόγηση πραγματικών στοιχείων προς την αναζήτηση κρυφών κινήτρων, με αποτέλεσμα η εμπιστοσύνη να υποχωρεί ακόμη περισσότερο.

Η ποιότητα της δημοκρατίας διαμορφώνεται καθημερινά

Καμία δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα μεγάλα γεγονότα. Η φθορά των θεσμών ξεκινά συνήθως μέσα από μικρότερες καθημερινές διολισθήσεις, οι οποίες συσσωρεύουν σταδιακά δυσπιστία, απαξίωση και πολιτικό κυνισμό. Όταν ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται από την ένταση, όταν η συνεννόηση παρουσιάζεται ως αδυναμία και όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση πολέμου, οι συνέπειες επεκτείνονται πολύ πέρα από το Κοινοβούλιο.

Η διεθνής βιβλιογραφία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως συναισθηματική πόλωση. Οι πολιτικοί αντίπαλοι αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως ηθικά απαξιωμένοι αντίπαλοι, ενώ η κοινωνία αρχίζει να αναπαράγει την ίδια λογική στις δημόσιες συζητήσεις και στην καθημερινότητά της. Η εξέλιξη αυτή δεν οδηγεί αυτομάτως σε περιστατικά βίας, δημιουργεί όμως ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η επιθετικότητα, η καχυποψία και η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των θεσμών αποκτούν μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή.

Η δημοκρατία χρειάζεται έντονες διαφωνίες, ισχυρή αντιπολίτευση και απαιτητικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Χρειάζεται επίσης πολιτικές δυνάμεις που αναγνωρίζουν ότι ο κοινός θεσμικός χώρος αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Οι εικόνες από την Κοζάνη υπενθύμισαν ότι αυτή η δυνατότητα εξακολουθεί να υπάρχει. Η χθεσινή εικόνα της Βουλής πάλι, και η δημόσια ρητορική των τελευταίων ημερών υπενθυμίζουν πόσο εύκολα μπορεί να υποχωρήσει. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο αυτές διαδρομές θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και το επίπεδο εμπιστοσύνης που θα συνεχίσουν να δείχνουν οι πολίτες προς τους θεσμούς. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τη δημοκρατία στις μέρες μας.