H υποκειμενικότητα της ελευθερίας
Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, στην πολιτική κριτική και στην έκφραση αλληλεγγύης δεν αποτελούν προνόμια, αλλά θεμελιώδη χαρακτηριστικά μιας υγιούς και δημοκρατικής κοινωνίας.
Σε έναν κόσμο που αυτοαποκαλείται “ελεύθερος”, οι αντιφάσεις δεν είναι απλώς παρούσες είναι κραυγαλέες. Τις τελευταίες εβδομάδες, σε πολλές δυτικές χώρες, παρατηρούμε ένα επικίνδυνο φαινόμενο.
Τη στοχοποίηση, φίμωση ή και ποινικοποίηση όσων εκφράζουν δημόσια στήριξη προς τον παλαιστινιακό λαό ή ασκούν κριτική στις ενέργειες του Ισραήλ. Εκπαιδευτικοί απολύονται, φοιτητές απειλούνται, διαδηλωτές συλλαμβάνονται, και οργανώσεις χαρακτηρίζονται “αντισημιτικές” χωρίς τεκμηρίωση, απλώς επειδή ζητούν δικαιοσύνη για την Παλαιστίνη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε μαζικές απελάσεις και διώξεις φοιτητών που συμμετείχαν σε φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις. Πάνω από 300 φοιτητικές βίζες έχουν ακυρωθεί από την αρχή του 2024, ενώ περιπτώσεις όπως του Mahmoud Khalil – ακτιβιστή και μόνιμου κατοίκου – που συνελήφθη και απειλήθηκε με απέλαση, αποκαλύπτουν μια ξεκάθαρη προσπάθεια εκφοβισμού. Παρόμοια, η φοιτήτρια Rümeysa Öztürk κρατήθηκε από την υπηρεσία μετανάστευσης των ΗΠΑ, απλώς για μια δημοσίευση στήριξης προς την Παλαιστίνη.
Στη Βρετανία, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Η οργάνωση Palestine Action γνωστή για τις ειρηνικές της παρεμβάσεις κατά βιομηχανιών που προμηθεύουν όπλα στο Ισραήλ – χαρακτηρίστηκε “τρομοκρατική” από το βρετανικό κράτος, σύμφωνα με τον νόμο Terrorism Act 2000. Αυτό σημαίνει πως οποιοσδήποτε δηλώσει στήριξη ή απλώς δημοσιεύσει υλικό της ομάδας αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 14 χρόνια. Μέχρι στιγμής, έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 200 συλλήψεις, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι 67, 75, ακόμη και 83 ετών, απλώς επειδή κρατούσαν πλακάτ ή στάθηκαν σιωπηλά έξω από εργοστάσια οπλισμού. Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα χαρακτήρισε την ποινικοποίηση αυτή «δυσανάλογη και αντίθετη με το διεθνές δίκαιο».
Στη Γερμανία, η αστυνομία έχει εισβάλει σε πανεπιστήμια και διαλύσει ειρηνικές διαδηλώσεις, με δεκάδες συλλήψεις φοιτητών. Παρόμοια περιστατικά σημειώθηκαν και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου φοιτητές του Οξφόρδης και του Γλασκώβης βρέθηκαν αντιμέτωποι με πειθαρχικά μέτρα και αστυνομική παρουσία εντός των campus. Στον Καναδά, σε πανεπιστήμια όπως το McGill, δικαστικές εντολές περιορισμού χρησιμοποιούνται για να σπάσουν τις φοιτητικές κινητοποιήσεις. Παρόμοια κατάσταση επικρατεί στην Ελλάδα όπου η ΠΑΕ ΑΕΚ, κρίθηκε ένοχη για την έπαρση Παλαιστινιακής σημαίας, χωρίς να υπάρξη η οποιαδήποτε σύγκρουση ή προσβολή του Ισραήλ.
Το παράδοξο είναι προφανές. Οι κυβερνήσειςπου επικαλούνται διαρκώς την ελευθερία της έκφρασης, την ελευθερία του λόγου και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σπεύδουν να περιορίσουν αυτές τις ίδιες ελευθερίες όταν οι φωνές δεν ευθυγραμμίζονται με τη δική τους γεωπολιτική οπτική.
Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, στην πολιτική κριτική και στην έκφραση αλληλεγγύης δεν αποτελούν προνόμια, αλλά θεμελιώδη χαρακτηριστικά μιας υγιούς και δημοκρατικής κοινωνίας. Όταν αυτές οι εκφάνσεις συμμετοχής αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως απειλές, αυτό αποτελεί ένδειξη μιας κοινωνικής μετατόπισης που αξίζει προσοχής. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων ενός καταπιεσμένου λαού, όπως συμβαίνει με την Παλαιστίνη, δεν προκύπτει από ιδεολογικό φανατισμό, αλλά από την αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η αυξανόμενη τάση περιορισμού τέτοιων φωνών δεν είναι ουδέτερη. Δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η σιωπή δεν είναι αποτέλεσμα συναίνεσης, αλλά πίεσης. Σε τέτοιες συνθήκες, η δημόσια σφαίρα χάνει τη δυνατότητά της να φιλοξενεί τον ουσιαστικό διάλογο και τη διαφωνία, απαραίτητα στοιχεία για την κοινωνική πρόοδο. Κι όταν η πολιτική διαφωνία αρχίζει να ταυτίζεται με απειλή, τότε αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η ελευθερία των λίγων, αλλά το δικαίωμα όλων να συμμετέχουν με λόγο και πράξη στη διαμόρφωση της κοινής ζωής.