Γλυπτά Παρθενώνα: Τι κρύβεται πίσω από τον νέο θόρυβο
Οι τελευταίες εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο το δυσκολότερο σημείο της διαπραγμάτευσης με το Βρετανικό Μουσείο και υποχρεώνουν την Αθήνα να ισορροπήσει ανάμεσα στον τελικό στόχο και σε έναν εφαρμόσιμο συμβιβασμό
Ο νέος κύκλος δημοσιευμάτων γύρω από τα Γλυπτά του Παρθενώνα δημιούργησε μέσα σε λίγες ημέρες την αίσθηση ότι μια διαπραγμάτευση που εξελίσσεται εδώ και χρόνια έχει φτάσει στο τέλος της. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι συζητήσεις μεταξύ Αθήνας και Βρετανικού Μουσείου έχουν πράγματι συναντήσει σοβαρές δυσκολίες, όμως καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ανακοινώσει ότι εγκαταλείπει τη διαδικασία. Αντίθετα, όσα έγιναν τις τελευταίες εβδομάδες ανέδειξαν με μεγαλύτερη καθαρότητα το βασικό πρόβλημα που υπήρχε εξαρχής: πώς μπορούν τα γλυπτά που βρίσκονται στο Λονδίνο να μεταφερθούν στην Αθήνα χωρίς η Ελλάδα να αναγνωρίσει ένα ιδιοκτησιακό καθεστώς το οποίο αμφισβητεί εδώ και δεκαετίες.
Ο θόρυβος, επομένως, έχει αξία επειδή ξεκαθαρίζει πού βρίσκεται σήμερα η υπόθεση. Οι δύο πλευρές έχουν προσεγγίσει αρκετά ως προς την ιδέα μιας ευρείας πολιτιστικής συνεργασίας, όμως εξακολουθούν να ξεκινούν από διαφορετική νομική αφετηρία. Αυτή η απόσταση αποδεικνύεται δυσκολότερο να γεφυρωθεί από όσο άφηνε να εννοηθεί η αισιοδοξία που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Η Μπαγιέ έφερε στην επιφάνεια το πραγματικό πρόβλημα
Η αφορμή για την αναζωπύρωση της συζήτησης προήλθε από την Ταπισερί της Μπαγιέ, η οποία εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο στο πλαίσιο συμφωνίας με τη Γαλλία. Η μεταφορά της στο Λονδίνο συνοδεύτηκε από αντίστοιχα βρετανικά δάνεια προς γαλλικά μουσεία και προβλήθηκε ως παράδειγμα μιας σύγχρονης πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ δύο χωρών. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η γαλλική ιδιοκτησία του έργου αναγνωρίζεται ρητά και επομένως η προσωρινή μετακίνησή του δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία για το καθεστώς του.
Η συζήτηση πήρε διαφορετική τροπή όταν ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου Νίκολας Κάλιναν παρουσίασε τη συγκεκριμένη ανταλλαγή ως ένδειξη του τρόπου με τον οποίο μπορούν να οικοδομηθούν ανάλογες συνεργασίες. Η αναφορά στα Γλυπτά ήταν αρκετή για να επανέλθει το βασικό ελληνικό επιχείρημα: η περίπτωση του Παρθενώνα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τους όρους ενός συνηθισμένου μουσειακού δανεισμού.
Το Βρετανικό Μουσείο εξακολουθεί να αναφέρει επισήμως ότι προϋπόθεση για την εξέταση ενός αιτήματος δανεισμού είναι η αναγνώριση από τον αποδέκτη ότι το αντικείμενο ανήκει στη συλλογή του. Οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αρνηθεί διαχρονικά να δεχθούν αυτόν τον όρο, καθώς κάτι τέτοιο θα επηρέαζε ευθέως την πάγια ελληνική θέση.
Η Ταπισερί, συνεπώς, λειτούργησε περισσότερο ως μεγεθυντικός φακός παρά ως πρότυπο λύσης. Ανέδειξε ότι η τεχνική δυνατότητα μετακίνησης ενός πολιτιστικού αγαθού είναι πολύ ευκολότερη όταν όλοι συμφωνούν εκ των προτέρων σε ποιον ανήκει.
Γιατί εμφανίστηκε ξαφνικά η εικόνα του «ναυαγίου»
Σε αυτό το κλίμα ήρθε το δημοσίευμα της Telegraph σύμφωνα με το οποίο οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η πληροφορία απέκτησε ιδιαίτερο βάρος επειδή οι συνομιλίες των προηγούμενων ετών είχαν καλλιεργήσει την προσδοκία ότι Αθήνα και Βρετανικό Μουσείο βρίσκονταν κοντά σε μια καταρχήν συνεννόηση.
Η αντίδραση του ίδιου του Μουσείου περιόρισε γρήγορα την εικόνα μιας οριστικής ρήξης. Η διοίκησή του δήλωσε ότι η διάθεση για συμφωνία παραμένει αμετάβλητη, ενώ στην επίσημη παρουσίαση της υπόθεσης εξακολουθεί να γίνεται λόγος για μια νέα «Parthenon partnership» και για συνεχιζόμενες εποικοδομητικές συζητήσεις. Πηγές που γνωρίζουν τις επαφές αναγνώρισαν ότι υπάρχει σημαντική απόσταση, αμφισβήτησαν όμως ότι η διαδικασία έχει τερματιστεί.
Η εικόνα που προκύπτει μοιάζει περισσότερο με πάγωμα της ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Η πιθανότητα συμφωνίας παραμένει στο τραπέζι, χωρίς να έχει βρεθεί ακόμη η διατύπωση που θα επιτρέπει στις δύο πλευρές να προχωρήσουν.
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Guardian. Ο πρωθυπουργός αξιοποίησε ακριβώς το παράδειγμα της Μπαγιέ για να εξηγήσει γιατί τα δύο ζητήματα δεν μπορούν να εξομοιωθούν. Παράλληλα, επανέφερε την προοπτική μιας ευρείας και σταθερής ελληνοβρετανικής πολιτιστικής συνεργασίας, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει εκθέσεις, επιστημονικά προγράμματα και ανταλλαγές μεταξύ μουσείων.
Η παρέμβαση αυτή είχε και διαπραγματευτική λειτουργία. Έδειξε ότι η Αθήνα δεν επιδιώκει να κλείσει τον διάλογο εξαιτίας της διαφωνίας, θέτει όμως όριο σε οποιαδήποτε λύση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή της ιδιοκτησίας του Βρετανικού Μουσείου.
Το εμπόδιο του βρετανικού νόμου
Πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις βρίσκεται ένα περισσότερο πρακτικό πρόβλημα. Ο British Museum Act του 1963 περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα των trustees να αφαιρούν οριστικά αντικείμενα από τη συλλογή. Γι’ αυτό το Βρετανικό Μουσείο διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τον προσωρινό δανεισμό από όση έχει για μια μόνιμη μεταβίβαση.
Αυτή η διάταξη έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη τη διαπραγμάτευση. Για το Λονδίνο, μια συμφωνία που βασίζεται σε μακρά παραμονή των Γλυπτών στην Αθήνα μπορεί να κινηθεί ευκολότερα μέσα στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Για την ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα, το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμφωνίας έχει μεγαλύτερη σημασία από την ονομασία της. Η αποδοχή ενός τυπικού δανείου υπό τους συνήθεις όρους του Μουσείου θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο το οποίο θα αποδυνάμωνε την ιστορική ελληνική διεκδίκηση.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σημερινής εμπλοκής. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη διάρκεια της παραμονής των Γλυπτών στην Αθήνα, αλλά το νομικό νόημα που θα συνοδεύει αυτή τη μετακίνηση.
Η δυνατότητα αλλαγής του βρετανικού νόμου υπάρχει θεωρητικά, προϋποθέτει όμως σαφή πολιτική επιλογή από την κυβέρνηση του Λονδίνου. Ο σημερινός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, παρότι είχε υποστηρίξει στο παρελθόν την επιστροφή, έχει πλέον παραπέμψει το ζήτημα στη διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου. Η στάση αυτή απομακρύνει, τουλάχιστον για την ώρα, το ενδεχόμενο μιας άμεσης νομοθετικής λύσης.
Η Αθήνα χρειάζεται υπομονή χωρίς υποχώρηση
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική πλευρά έχει λόγους να αποφύγει τόσο τη δραματοποίηση όσο και τη βιασύνη. Η υπόθεση των Γλυπτών βρίσκεται σήμερα σε πολύ διαφορετικό διεθνές περιβάλλον από εκείνο στο οποίο ξεκίνησε η διεκδίκησή τους. Το αίτημα έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, η επιχειρηματολογία περί ακεραιότητας του μνημείου έχει ενισχυθεί και το ίδιο το Βρετανικό Μουσείο δέχεται πλέον ως αντικείμενο συζήτησης μια μορφή μακράς παρουσίας τους στην Αθήνα. Ακόμη και αυτή η μεταβολή αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.
Η ελληνική στρατηγική χρειάζεται επομένως να διαφυλάξει αυτό το κεκτημένο, χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια συμφωνία της οποίας οι νομικές συνέπειες θα είναι δυσανάλογες προς το άμεσο όφελος.
Ένας δρόμος θα ήταν η επιμονή αποκλειστικά στην άμεση και οριστική μεταβίβαση. Θα διατηρούσε απολύτως καθαρή τη θέση της Αθήνας, όμως με τα σημερινά δεδομένα θα απαιτούσε μεταβολή του βρετανικού νομοθετικού πλαισίου και ενεργή πολιτική παρέμβαση της Ντάουνινγκ Στριτ. Η πιθανότητα αυτή παραμένει περιορισμένη όσο το Λονδίνο επιλέγει να αφήνει το ζήτημα στους trustees.
Υπάρχει όμως και η δυνατότητα μιας πολύ πιο σύνθετης διευθέτησης, στην οποία τα Γλυπτά θα εγκατασταθούν για μακρά περίοδο στο Μουσείο Ακρόπολης, ενώ κάθε πλευρά θα διατηρεί ρητά τις θέσεις της ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να συνοδεύεται από μεγάλης κλίμακας ελληνικές εκθέσεις στο Λονδίνο και θεσμοθετημένη συνεργασία ανάμεσα στα δύο μουσεία. Το κρίσιμο στοιχείο θα ήταν η διατύπωση να μην επιβάλλει στην Αθήνα αναγνώριση τίτλου ιδιοκτησίας. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο αξίζει να επικεντρωθεί η διαπραγμάτευση.
Από τη δημόσια πίεση στη λεπτομέρεια της συμφωνίας
Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να συνεχίσει να διεθνοποιεί το αίτημα, αποφεύγοντας όμως να μετατρέψει την υπόθεση σε διαρκή δημόσια αντιπαράθεση με το Λονδίνο. Οι συνομιλίες έχουν φτάσει σε στάδιο όπου ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού και ηθικού επιχειρήματος έχει ήδη κατατεθεί. Από εδώ και πέρα μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτούν η νομική επεξεργασία, η διάρκεια μιας ενδεχόμενης διευθέτησης και οι εγγυήσεις που θα περιλαμβάνονται στο τελικό κείμενο.
Ο πρόσφατος θόρυβος, υπό αυτή την έννοια, μπορεί να λειτουργήσει και παραγωγικά. Απομάκρυνε την εντύπωση ότι αρκεί μια συμφωνία πολιτιστικών ανταλλαγών για να λυθεί μια διαφορά δύο αιώνων και έφερε ξανά στο κέντρο το μόνο σημείο που δεν είχε αντιμετωπιστεί ουσιαστικά.
Η Αθήνα χρειάζεται να κρατήσει ανοιχτή την πόρτα, να αξιοποιήσει τη μεταβολή που έχει ήδη συντελεστεί στη βρετανική στάση και να αποφύγει μια συμφωνία που θα κλείσει το σημερινό πρόβλημα δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο για το μέλλον. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί ένας μηχανισμός που θα φέρει τα σωζόμενα τμήματα του γλυπτού διακόσμου μαζί, στο φυσικό και μουσειακό περιβάλλον του Παρθενώνα, διατηρώντας ταυτόχρονα ανέπαφη την ελληνική νομική επιχειρηματολογία.
Η υπόθεση μπορεί επομένως να βρίσκεται σε δύσκολη καμπή, όμως δεν έχει επιστρέψει στο σημείο μηδέν. Το αντίθετο, ο σημερινός καβγάς δείχνει πόσο έχει μετακινηθεί η συζήτηση. Πριν από μερικές δεκαετίες το ερώτημα ήταν εάν τα Γλυπτά θα μπορούσαν ποτέ να φύγουν από το Βρετανικό Μουσείο. Σήμερα η συζήτηση αφορά τους όρους με τους οποίους θα μπορούσαν να βρεθούν στην Αθήνα. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά ερωτήματα αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την πρόοδο που έχει ήδη γίνει, αλλά και τη λεπτή διαπραγμάτευση που απομένει.