Γιώργος Μαζωνάκης: Μια διαρκώς κινούμενη κοινωνιολογία επί της σκηνής

Από τη λαϊκή γειτονιά και τη νύχτα μέχρι την υψηλή μόδα και την ποπ υπερβολή, ο Γιώργος Μαζωνάκης έχτισε μια περσόνα που αποτύπωσε τις μεταμορφώσεις της ελληνικής κοινωνίας

Γιώργος Μαζωνάκης: Μια διαρκώς κινούμενη κοινωνιολογία επί της σκηνής
EUROKINISSI

Η περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δύσκολα χωρά στις συνηθισμένες κατηγορίες του ελληνικού τραγουδιού. Η διαδρομή του ξεκινά από τη παλιά του γειτονιά, Νίκαια, από έναν κόσμο νυχτερινής δουλειάς και λαϊκής διασκέδασης, και φτάνει σε μια σκηνική εικόνα όπου η υψηλή μόδα, η ποπ υπερβολή και η θεατρικότητα αποκτούν κεντρικό ρόλο. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές δεν υπάρχει κάποιο πραγματικό χάσμα. Η δεύτερη χτίστηκε πάνω στην πρώτη και γι’ αυτό μπόρεσε να γίνει πειστική.

Ο Μαζωνάκης δεν χρειάστηκε να κρύψει την κοινωνική του αφετηρία για να διεκδικήσει μια πιο σύνθετη καλλιτεχνική ταυτότητα. Η βραχνή φωνή, το ζεϊμπέκικο, το ξενύχτι και η γλώσσα της λαϊκής πίστας συνυπήρξαν με το styling, τα έντονα κοστούμια και τη διάθεση για συνεχή μεταμόρφωση. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη εξηγεί γιατί η εκκεντρικότητά του δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως επιφανειακή πρόκληση. Το κοινό είχε ήδη αναγνωρίσει πίσω από την εικόνα έναν άνθρωπο που προερχόταν από έναν πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό κόσμο.

Η Νίκαια που ακολούθησε τον Μαζωνάκη στη σκηνή

Η Νίκαια έχει σημασία στην ιστορία του πολύ περισσότερο ως κοινωνικό περιβάλλον παρά ως γεωγραφική αναφορά. Πρόκειται για μια περιοχή που κουβαλά την ιστορία της προσφυγικής εγκατάστασης, της εργατικής και μικροαστικής ζωής, της γειτονιάς όπου οι κοινωνικές σχέσεις παρέμεναν πυκνές και η εργασία συχνά άρχιζε νωρίς. Ο ίδιος μπήκε από πολύ νέος στη νυχτερινή διασκέδαση, όταν ακόμη η ελληνική πίστα λειτουργούσε σαν ένας ξεχωριστός κόσμος με δικούς του κανόνες, ιεραρχίες και τρόπους κοινωνικής ανόδου.

Αυτές οι εμπειρίες αφήνουν ένα αποτύπωμα που δεν περιορίζεται στις αναμνήσεις. Διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο κάποιος μιλά, κινείται, αστειεύεται, αντιμετωπίζει το χρήμα και την επιτυχία. Εδώ βοηθά η έννοια του habitus του Πιερ Μπουρντιέ, δηλαδή εκείνου του συνόλου διαθέσεων και τρόπων συμπεριφοράς που αποκτώνται μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον και συνεχίζουν να λειτουργούν ακόμη όταν αλλάζει η κοινωνική θέση του ανθρώπου. Στον Μαζωνάκη αυτό το αρχικό αποτύπωμα παρέμεινε ορατό ακόμη και όταν η εικόνα του έγινε πολύ πιο σύνθετη. Η μόδα και η σκηνική υπερβολή δεν τον απομάκρυναν από τη λαϊκή του ταυτότητα, επειδή αυτή είχε ήδη ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν και επικοινωνούσε.

Εδώ βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα της κοινωνικής του ανόδου. Πολλές φορές η επιτυχία συνοδεύεται από μια προσπάθεια αποστασιοποίησης από τον τόπο προέλευσης, σαν η παλιά ζωή να πρέπει να σβήσει για να επιβεβαιωθεί η νέα θέση. Ο Μαζωνάκης ακολούθησε διαφορετική διαδρομή. Η Νίκαια παρέμεινε μέρος της αφήγησής του, χωρίς να μετατρέπεται σε φολκλορική αναφορά ή σε επίδειξη λαϊκότητας. Του έδινε μια αυθεντικότητα που επέτρεπε στην εικόνα του να κινείται πολύ πιο ελεύθερα.

Κάπως έτσι μπορούσε να φορέσει ένα ρούχο που θα ταίριαζε σε fashion editorial και αμέσως μετά να τραγουδήσει ένα βαρύ λαϊκό κομμάτι χωρίς να αλλάζει πρόσωπο. Το κοινό δεν έβλεπε δύο διαφορετικούς Μαζωνάκηδες. Έβλεπε διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας προσωπικότητας.

Το «Gucci φόρεμα» ως πορτρέτο μιας εποχής

Το «Gucci φόρεμα» αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο όπου η καλλιτεχνική περσόνα συναντά μια ολόκληρη κοινωνική εποχή. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Ελλάδα ζούσε μια περίοδο έντονης καταναλωτικής αυτοπεποίθησης. Το ευρώ, η πιστωτική επέκταση, η ευκολότερη πρόσβαση στην κατανάλωση και η γενικευμένη προσδοκία κοινωνικής ανόδου έδιναν στις διεθνείς μάρκες μεγαλύτερη συμβολική δύναμη από την καθαρά χρηστική τους αξία.

Το Gucci στο τραγούδι λειτουργεί σαν κοινωνικό σημάδι. Ένα φόρεμα γίνεται τρόπος να μιλήσεις για το κύρος, την οικονομική δυνατότητα, την επιθυμία να ανήκεις σε έναν κόσμο που εμφανίζεται πιο λαμπερός και πιο μακρινός. Με τους όρους του Μπουρντιέ, το αντικείμενο αποκτά αξία ως συμβολικό κεφάλαιο, επειδή η κατοχή και η επίδειξή του μπορούν να δηλώσουν θέση, γούστο και κοινωνική φιλοδοξία. Ο ερωτικός πόθος συνδέεται έτσι με την κοινωνική απόσταση, καθώς το πρόσωπο που επιθυμεί ο αφηγητής κουβαλά μαζί του και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.

Αυτό ήταν ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο στην Αθήνα εκείνων των χρόνων. Οι κοινωνικές διαφορές συνέχιζαν να είναι υπαρκτές, ενώ τα πολιτισμικά σύμβολα κυκλοφορούσαν όλο και πιο εύκολα από τη μία περιοχή στην άλλη. Το ίδιο brand μπορούσε να εμφανίζεται στην Κηφισιά, στο Περιστέρι ή στο Μπουρνάζι, φορτισμένο κάθε φορά με διαφορετικές προσδοκίες. Η κατανάλωση λειτουργούσε ως γλώσσα κοινωνικής μετακίνησης, ακόμη και όταν η πραγματική μετακίνηση ήταν πολύ πιο δύσκολη.

Η επιλογή του Μαζωνάκη για ένα τέτοιο τραγούδι είχε και μια δεύτερη διάσταση, επειδή προερχόταν ο ίδιος από τον κόσμο που κοιτά την πολυτέλεια χωρίς να έχει μεγαλώσει μέσα σε αυτήν. Αργότερα, όταν η υψηλή μόδα έγινε βασικό στοιχείο της προσωπικής του αισθητικής, η σχέση άλλαξε. Το luxury brand έπαψε να είναι σύμβολο ενός ξένου κόσμου και ενσωματώθηκε στην εικόνα του με έναν σχεδόν παιγνιώδη τρόπο.

Αυτή η διαδρομή ακολούθησε και μια ευρύτερη μεταβολή της ελληνικής ποπ κουλτούρας. Η πολυτέλεια πέρασε από τις βιτρίνες των ελίτ στη γλώσσα των μουσικών βίντεο, της trap, των social media και της μαζικής ψυχαγωγίας. Ο Μαζωνάκης είχε ακουμπήσει αυτή τη μετάβαση αρκετά χρόνια νωρίτερα, όταν ακόμη το επώνυμο φόρεμα μπορούσε να αποτελέσει από μόνο του την κεντρική ιδέα ενός τραγουδιού.

Η ανδρική εικόνα έξω από τα γνωστά όρια

Η σκηνική του παρουσία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν ιδωθεί μέσα στην παράδοση του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο άνδρας τραγουδιστής είχε για δεκαετίες ένα αρκετά αναγνωρίσιμο λεξιλόγιο. Σκούρα κοστούμια, περιορισμένες κινήσεις, σταθερότητα, ένταση και μια εκδοχή αρρενωπότητας που απέφευγε οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικά διακοσμητικό.

Ο Μαζωνάκης άρχισε σταδιακά να χαλαρώνει αυτά τα όρια. Οι φούστες-παντελόνια, οι γούνες, τα έντονα σχέδια, οι πλατφόρμες, τα κουρέματα και η διαρκής εναλλαγή ύφους έγιναν μέρος της σκηνικής του γλώσσας. Η εμφάνιση απέκτησε δική της δραματουργία και μπορούσε να αλλάζει από περίοδο σε περίοδο χωρίς να χρειάζεται να υπηρετεί έναν σταθερό τύπο ανδρικής κομψότητας.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η επιλογή αυτή δεν αποδυνάμωσε τη σχέση του με το λαϊκό ακροατήριο. Η φωνή, η ερμηνεία και το ρεπερτόριο διατηρούσαν μια ισχυρή σύνδεση με έναν αναγνωρίσιμο κόσμο συναισθημάτων. Το ζεϊμπέκικο, η ερωτική απογοήτευση, η μοναξιά και η νυχτερινή εξομολόγηση παρέμεναν εκεί, δίνοντας στην οπτική τόλμη ένα σταθερό έδαφος.

Έτσι η σκηνική του εικόνα άρχισε να λέει κάτι ευρύτερο για την ανδρική ταυτότητα. Ένας άνδρας μπορούσε να είναι λαϊκός, έντονος και συναισθηματικός, ενώ ταυτόχρονα αντιμετώπιζε το ρούχο, το σώμα και τη μόδα ως πεδία ελευθερίας. Δεν χρειαζόταν να αποδεικνύει συνεχώς τη σοβαρότητά του μέσα από έναν περιορισμένο κώδικα εμφάνισης. Η αυτοπεποίθηση εκφραζόταν πλέον και ως άνεση απέναντι στην υπερβολή.

Αυτή η εξέλιξη προηγήθηκε αρκετών αλλαγών που αργότερα έγιναν περισσότερο ορατές στην ποπ κουλτούρα. Η ανδρική μόδα άρχισε να γίνεται πιο ρευστή, τα όρια ανάμεσα στο «ανδρικό» και στο «γυναικείο» ένδυμα χαλάρωσαν και οι καλλιτέχνες απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία στην κατασκευή της δημόσιας εικόνας τους. Ο Μαζωνάκης είχε ήδη ανοίξει αυτόν τον χώρο μέσα σε ένα κοινό πολύ πιο συνδεδεμένο με την παραδοσιακή λαϊκή διασκέδαση.

Μια περσόνα που μπορούσε να αλλάζει χωρίς να χάνεται

Η αντοχή της περσόνας του σχετίζεται τελικά με αυτή την ικανότητα να μεταβάλλεται χωρίς να χάνει τον πυρήνα της. Ο Μαζωνάκης αντιμετώπισε τη σκηνή ως χώρο όπου η μουσική, το σώμα, το ρούχο και η θεατρικότητα μπορούν να λειτουργήσουν μαζί. Η εικόνα έγινε μέρος της ερμηνείας και, σταδιακά, μέρος του ίδιου του καλλιτεχνικού έργου.

Σε αυτό το σημείο προσφέρει ένα χρήσιμο κλειδί ο Έρβινγκ Γκόφμαν, ο οποίος στο έργο του για την παρουσίαση του εαυτού περιέγραψε την κοινωνική ζωή με όρους σκηνής, ρόλων και διαχείρισης της εντύπωσης που δημιουργούμε στους άλλους. Στον Μαζωνάκη αυτή η ιδέα αποκτά σχεδόν κυριολεκτική διάσταση. Το κοστούμι, η στάση, η κίνηση, η ατάκα και η ερμηνεία συγκροτούν κάθε φορά έναν δημόσιο εαυτό που μπορεί να αλλάζει μορφή, κρατώντας αναγνωρίσιμο τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο.

Αυτό εξηγεί γιατί οι αλλαγές του δεν έμοιαζαν με διαδοχικές προσπάθειες επανεφεύρεσης. Υπήρχε πάντοτε μια συνέχεια, ακόμη και όταν το εξωτερικό περίβλημα άλλαζε ριζικά. Ο λαϊκός τραγουδιστής, ο pop performer, ο άνθρωπος της Νίκαιας και ο fashion eccentric δεν εμφανίζονταν ως ξεχωριστές φάσεις που ακύρωναν η μία την άλλη. Συνυπήρχαν και τροφοδοτούσαν η μία την άλλη.

Μέσα από αυτή τη συνύπαρξη ο Μαζωνάκης κατέληξε να αποτυπώνει κάτι από την ίδια τη μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας των τελευταίων τριών δεκαετιών. Τη μετάβαση από τη γειτονιά στην καταναλωτική ευφορία των 2000s, την εξοικείωση με τη διεθνή ποπ κουλτούρα, τη σταδιακή χαλάρωση παλαιότερων κοινωνικών κωδίκων και την όλο και μεγαλύτερη σημασία της προσωπικής εικόνας.

Γι’ αυτό και η φράση «λαϊκός και Gucci» συνοψίζει κάτι βαθύτερο από μια αισθητική αντίθεση. Περιγράφει έναν καλλιτέχνη που κατάφερε να μετατρέψει την κοινωνική του καταγωγή σε πηγή ελευθερίας, επειδή δεν αισθάνθηκε ότι έπρεπε να την εγκαταλείψει για να περάσει σε έναν άλλο κόσμο. Η Νίκαια μπορούσε να συναντήσει την υψηλή μόδα, το ζεϊμπέκικο να συμβιώσει με την ποπ σκηνοθεσία και η βαριά λαϊκή φωνή να βρεθεί μέσα σε ένα σχεδόν avant-garde οπτικό περιβάλλον.

Ίσως εκεί βρίσκεται και το πιο ιδιαίτερο στοιχείο του καλλιτεχνικού του αποτυπώματος. Ο Μαζωνάκης δεν έβαλε απλώς ποπ στοιχεία πάνω στο λαϊκό τραγούδι. Έδειξε ότι η ίδια η λαϊκότητα μπορούσε να αποκτήσει μια πολύ πιο ελεύθερη, εξωστρεφή και απρόβλεπτη μορφή, χωρίς να χάσει την κοινωνική της μνήμη. Και αυτό τον έκανε πραγματικά αξέχαστο, πέρα από τα τραγούδια του.