Ευρώπη+: Η ειδική σχέση ΕΕ και Καναδά
Η πρόταση για ειδική σύνδεση ανοίγει τον δρόμο για μια σχέση πολύ βαθύτερη από τη CETA, με οικονομία, άμυνα και τεχνολογία στο επίκεντρο.
Η πρόταση να γίνει ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανοίγει μια συζήτηση που ξεπερνά κατά πολύ την ονομασία ενός νέου θεσμικού καθεστώτος. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο βαθιά μπορούν να συνδεθούν η ΕΕ και μια μεγάλη χώρα εκτός Ευρώπης, χωρίς ο Καναδάς να γίνει κράτος-μέλος και χωρίς οι Βρυξέλλες να επιχειρήσουν να μεταφέρουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού το μοντέλο της πλήρους ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η ιδέα που παρουσίασε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις 16 Σεπτεμβρίου παραμένει ακόμη ασαφής. Ειδική σύνδεση δεν προβλέπεται ως ιδιαίτερη κατηγορία στις ευρωπαϊκές Συνθήκες και η πρόταση θα χρειαστεί την πολιτική στήριξη των κρατών-μελών για να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο ίδιος ο Μαρκ Κάρνεϊ έχει αποφύγει να προσκολληθεί στον τίτλο, επιμένοντας ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το περιεχόμενο της σχέσης.
Και ακριβώς σε αυτό το περιεχόμενο βρίσκεται το ενδιαφέρον. Η ΕΕ και ο Καναδάς συζητούν πλέον για μια συνεργασία που μπορεί να καλύπτει την παραγωγή, την ενέργεια, τις κρίσιμες πρώτες ύλες, την τεχνητή νοημοσύνη, το διάστημα, τις ψηφιακές υποδομές και την άμυνα. Η ειδική σχέση που αρχίζει να διαγράφεται δεν μοιάζει τόσο με ένα ακόμη κεφάλαιο εμπορικής πολιτικής όσο με προσπάθεια δημιουργίας ενός κοινού χώρου οικονομικής και στρατηγικής ασφάλειας.
Μια σχέση που είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει
Η σημερινή προσέγγιση δεν γεννήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Η CETA είχε ήδη δημιουργήσει μια ευρεία βάση εμπορικής συνεργασίας, όμως τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον μετακινήθηκε σταδιακά προς τομείς που συνδέονται περισσότερο με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική.
Η πιο καθαρή ένδειξη ήρθε με την Εταιρική Σχέση Ασφάλειας και Άμυνας που υπέγραψαν ΕΕ και Καναδάς το 2025 και στη συνέχεια με τη συμμετοχή της Οτάβας στο SAFE. Ο Καναδάς έγινε η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα που συνδέθηκε με τον μηχανισμό των 150 δισ. ευρώ για κοινές αμυντικές προμήθειες, αποκτώντας τη δυνατότητα συμμετοχής της βιομηχανίας του σε ένα εργαλείο σχεδιασμένο για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί δείχνει πού μπορεί να βρίσκεται ο πυρήνας της νέας σχέσης. Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη αμυντική παραγωγή, νέες πηγές πρώτων υλών και ασφαλέστερες αλυσίδες εφοδιασμού. Ο Καναδάς διαθέτει σημαντική βιομηχανική βάση, ενεργειακούς πόρους και κρίσιμα ορυκτά, ενώ παράλληλα επιδιώκει να μειώσει την υπερβολική εξάρτηση της οικονομίας του από μία μόνο αγορά.
Στην ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Κάρνεϊ περιέγραψε ακριβώς αυτή τη συμπληρωματικότητα. Η Ευρώπη διαθέτει, όπως σημείωσε, μεγάλη αγορά, ερευνητική ισχύ και βιομηχανική τεχνογνωσία, ενώ ο Καναδάς προσφέρει ενέργεια, κρίσιμα μέταλλα και σημαντικές δυνατότητες σε τομείς όπως το διάστημα, η τεχνητή νοημοσύνη και η κβαντική τεχνολογία.
Αυτό καθιστά την προσέγγιση πιο ανθεκτική από μια απλή πολιτική σύμπτωση. Οι δύο πλευρές δεν συναντώνται μόνο επειδή αντιμετωπίζουν δυσκολότερες σχέσεις με την Ουάσιγκτον ή ανησυχούν για την Κίνα. Υπάρχει μια πραγματική οικονομική συμπληρωματικότητα που μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία όσο η οικονομική ασφάλεια γίνεται βασικό κριτήριο της διεθνούς πολιτικής.
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η ειδική σχέση
Το πιο φιλόδοξο σενάριο θα ήταν η δημιουργία ενός μοντέλου στο οποίο ο Καναδάς θα αποκτούσε πρόσβαση σε επιλεγμένα τμήματα του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου χωρίς να ακολουθεί το καθεστώς του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Μια πλήρης εφαρμογή του νορβηγικού μοντέλου θα ήταν δύσκολη, καθώς θα απαιτούσε από την Οτάβα εκτεταμένη υιοθέτηση ευρωπαϊκών κανόνων χωρίς συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά όρια του εγχειρήματος. Όσο βαθύτερη γίνεται η οικονομική ολοκλήρωση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη σύγκλισης κανόνων. Ο Καναδάς όμως έχει διαμορφώσει μεγάλο μέρος των τεχνικών προτύπων και της οικονομικής του νομοθεσίας έχοντας ως βασικό σημείο αναφοράς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες παραμένουν μακράν ο σημαντικότερος εμπορικός του εταίρος. Μια απότομη μετακίνηση προς το ευρωπαϊκό κανονιστικό μοντέλο θα δημιουργούσε προβλήματα σε επιχειρήσεις που λειτουργούν μέσα σε βαθιά ενοποιημένες βορειοαμερικανικές αλυσίδες παραγωγής.
Γι’ αυτό και πιθανότερη φαίνεται μια πιο επιλεκτική κατασκευή. Η υπάρχουσα CETA θα μπορούσε να επεκταθεί με συμφωνίες για ψηφιακό εμπόριο, αμοιβαία αναγνώριση περισσότερων προτύπων και επαγγελματικών προσόντων και ευκολότερη κινητικότητα εργαζομένων. Παράλληλα, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά ερευνητικά και τεχνολογικά προγράμματα μπορεί να διευρυνθεί, ενώ στην άμυνα η κοινή παραγωγή και οι προμήθειες μπορούν να αποκτήσουν πολύ πιο συστηματικό χαρακτήρα.
Ο Κάρνεϊ έχει βάλει στο τραπέζι ακόμη πιο συγκεκριμένα πεδία. Μίλησε για στρατηγική συνεργασία σε υπολογιστικές υποδομές, ενεργειακή ασφάλεια, διάστημα, συστήματα πληρωμών και ασφαλείς ψηφιακές συνδέσεις. Αν ένα σημαντικό μέρος αυτών ενταχθεί σε ενιαία συμφωνία, η σχέση ΕΕ και Καναδά θα απέχει αισθητά από μια κλασική εμπορική εταιρική σχέση, ακόμη και αν ο όρος «associate member» τελικά εγκαταλειφθεί.
Γιατί ο Καναδάς χρειάζεται την Ευρώπη
Για την Οτάβα, η προσέγγιση συνδέεται αναπόφευκτα με την ανάγκη διαφοροποίησης. Η καναδική οικονομία αναπτύχθηκε επί δεκαετίες σε εξαιρετικά στενή αλληλεξάρτηση με την αμερικανική και η γεωγραφία εγγυάται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο της χώρας.
Αυτό ακριβώς όμως κάνει την εξάρτηση πολιτικά πιο ευαίσθητη όταν οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον επιδεινώνονται. Η κυβέρνηση Κάρνεϊ επιδιώκει να δημιουργήσει περισσότερες εναλλακτικές σε αγορές, επενδύσεις και στρατηγικές αλυσίδες παραγωγής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη μεγάλη εσωτερική της αγορά και την ανάγκη της να διαφοροποιήσει τις δικές της εξαρτήσεις, είναι ο προφανέστερος εταίρος για μια τέτοια προσπάθεια.
Ο Κάρνεϊ έχει προσπαθήσει ταυτόχρονα να περιορίσει τις εντυπώσεις μιας γεωπολιτικής ρήξης. Στο Στρασβούργο ξεκαθάρισε ότι δεν επιδιώκει τη συγκρότηση ενός νέου μπλοκ που θα ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα. Έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην ανθεκτικότητα, στην προστασία των αγορών και στη δυνατότητα των κρατών να μην εξαρτώνται σε κρίσιμους τομείς από αποφάσεις τρίτων.
Η διατύπωση έχει σημασία. Ο καναδικός στόχος μπορεί να περιγραφεί καλύτερα ως διαφοροποίηση χωρίς αποσύνδεση. Η χώρα θέλει να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα της βορειοαμερικανικής οικονομικής ολοκλήρωσης, αποκτώντας παράλληλα ένα δεύτερο ισχυρό δίκτυο σχέσεων με την Ευρώπη.
Τι κερδίζει η Ευρώπη από τον Καναδά
Από ευρωπαϊκή σκοπιά, η αξία της σχέσης είναι εξίσου συγκεκριμένη. Η ΕΕ επιχειρεί να μειώσει τις στρατηγικές εξαρτήσεις που αποκάλυψαν τόσο η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία όσο και οι αυξανόμενες εντάσεις με την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε αυτό το περιβάλλον ο Καναδάς αποτελεί έναν ιδιαίτερα χρήσιμο εταίρο. Προσφέρει σταθερό πολιτικό περιβάλλον, σημαντικούς ενεργειακούς και ορυκτούς πόρους και προηγμένες δυνατότητες σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας. Το σημαντικότερο, από την ευρωπαϊκή οπτική, είναι ότι πρόκειται για χώρα με υψηλό βαθμό θεσμικής και πολιτικής συμβατότητας, γεγονός που διευκολύνει τη δημιουργία μακροχρόνιων αλυσίδων παραγωγής και επενδύσεων.
Στην άμυνα η συνεργασία μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο ουσιαστική. Η προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης απαιτεί κεφάλαια, παραγωγική ικανότητα και πρόσβαση σε πρώτες ύλες. Η ένταξη καναδικών επιχειρήσεων σε αυτή την αλυσίδα μπορεί να διευρύνει τις επιλογές της ΕΕ, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των αμυντικών προμηθειών.
Η αμερικανική αντίδραση και τα όρια της μετατόπισης
Η ένταση με την οποία αντέδρασε ο Ντόναλντ Τραμπ στην πρόταση της φον ντερ Λάιεν δείχνει ότι η ειδική σχέση έχει και σαφή γεωπολιτική διάσταση. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την ιδέα «γελοία» και προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να απαντήσει με σοβαρούς δασμούς εάν θεωρούσε την ευρωπαϊκή κίνηση εχθρική.
Η αντίδραση εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι ο Καναδάς κατέχει ξεχωριστή θέση στην αμερικανική οικονομική και στρατηγική αρχιτεκτονική. Μια βαθύτερη ενσωμάτωσή του σε ευρωπαϊκά δίκτυα παραγωγής, άμυνας και τεχνολογίας θα περιόριζε σε κάποιο βαθμό την εξάρτησή του από την αμερικανική αγορά και, μαζί με αυτήν, την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πίεσης που μπορεί να ασκηθεί από την Ουάσιγκτον.
Η κλίμακα αυτής της αλλαγής χρειάζεται πάντως να παραμένει στη σωστή της διάσταση. Η καναδική και η αμερικανική οικονομία είναι δεμένες με υποδομές, ενεργειακά δίκτυα και αλυσίδες παραγωγής που δεν μπορούν να μεταφερθούν στην Ευρώπη. Η απόσταση επίσης περιορίζει το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η υποκατάσταση της βορειοαμερικανικής αγοράς.
Η Ευρώπη επομένως μπορεί να γίνει ένας πολύ ισχυρότερος δεύτερος πυλώνας για τον Καναδά, όχι όμως να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μπορεί η σχέση να αντέξει στον χρόνο;
Η διάρκεια της προσέγγισης θα εξαρτηθεί κυρίως από το αν θα αποκτήσει θεσμικό και οικονομικό βάθος προτού αλλάξει η πολιτική συγκυρία. Προς το παρόν, η έννοια του associate membership δεν έχει συμφωνηθεί από τα κράτη-μέλη και Ευρωπαίοι διπλωμάτες έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για μια πρόταση που δεν είχε προηγουμένως συζητηθεί μεταξύ των 27.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλο το εγχείρημα εξαρτάται από την επιτυχία του συγκεκριμένου τίτλου. Η συνεργασία στην άμυνα, στην έρευνα και στην οικονομική ασφάλεια έχει ήδη αρχίσει. Αν ακολουθήσουν μακροχρόνιες συμφωνίες σε ενέργεια και πρώτες ύλες, νέα επενδυτικά σχέδια και στενότερη διασύνδεση των βιομηχανιών, θα δημιουργηθούν συμφέροντα που θα είναι δύσκολο να αντιστραφούν από μια μελλοντική αλλαγή κυβέρνησης στην Οτάβα, στις Βρυξέλλες ή στην Ουάσιγκτον.
Εκεί βρίσκεται τελικά και η πραγματική σημασία της σημερινής συζήτησης. Η Ευρώπη+ μπορεί να προκύψει αργότερα ως μοντέλο και για χώρες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία ή άλλους στενούς εταίρους της ΕΕ. Πριν φτάσει όμως εκεί, πρέπει να αποδειχθεί ότι μπορεί να λειτουργήσει με τον Καναδά.
Αν η ειδική σχέση αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο, ο Καναδάς θα γίνει η πρώτη μεγάλη δυτική χώρα που θα βρίσκεται ταυτόχρονα βαθιά ενσωματωμένη στη βορειοαμερικανική οικονομία και συνδεδεμένη θεσμικά με σημαντικά τμήματα της ευρωπαϊκής οικονομικής και στρατηγικής αρχιτεκτονικής. Αυτό θα είναι το πραγματικό πείραμα της Ευρώπης+ και πιθανότατα το στοιχείο που θα καθορίσει αν πρόκειται για μια πρόσκαιρη αντίδραση στη σημερινή διεθνή συγκυρία ή για μια νέα, πιο μόνιμη μορφή σχέσης γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση.