Εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ: Λάθη και αστοχίες στην έρευνα μπορούν να μεταβάλουν τη φύση της υπόθεσης;

Οι νέες αποκαλύψεις για την πραγματογνωμοσύνη Τυχεροπούλου και τα λάθη στις κλήσεις προς βουλευτές, δοκιμάζουν την αξιοπιστία ενός χρήσιμου ευρωπαϊκού δικαστικού θεσμού

Εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ: Λάθη και αστοχίες στην έρευνα μπορούν να μεταβάλουν τη φύση της υπόθεσης;
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Για πολλούς μήνες η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παρουσιαζόταν ως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων που έχουν αποκαλυφθεί στην Ελλάδα. Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι αναφορές σε παράνομες επιδοτήσεις, οι τηλεφωνικές συνομιλίες που δημοσιοποιήθηκαν και η εμπλοκή πολιτικών προσώπων δημιούργησαν την εικόνα μιας υπόθεσης με εξαιρετικά βαρύ ποινικό και πολιτικό φορτίο. Οι τελευταίες εβδομάδες, ωστόσο, έφεραν στο προσκήνιο μια διαφορετική συζήτηση. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σταδιακά από το περιεχόμενο των καταγγελιών στον τρόπο με τον οποίο αυτές αξιολογήθηκαν και ενσωματώθηκαν στη δικογραφία.

Η δημοσιοποίηση στοιχείων από την πραγματογνωμοσύνη της Παρασκευής Τυχεροπούλου, οι παρεμβάσεις της πρώην προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Δήμητρας Χαλικιά και η παραδοχή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ότι εστάλησαν λανθασμένες κλήσεις σε βουλευτές λόγω εσφαλμένης αναγραφής ποσών, έχουν δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον. Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν αφορά μόνο το ποιοι ενδεχομένως παραβίασαν τον νόμο, αλλά και το κατά πόσο η έρευνα που οδήγησε στις κατηγορίες συγκροτήθηκε με την απαιτούμενη ακρίβεια και πληρότητα.

Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η κυβέρνηση είχε βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρές πιέσεις εξαιτίας της εμπλοκής βουλευτών και πρώην υπουργών, ενώ η αντιπολίτευση επένδυσε πολιτικά στην εικόνα ενός εκτεταμένου μηχανισμού εξυπηρετήσεων γύρω από τις αγροτικές επιδοτήσεις. Οι νέες εξελίξεις δεν ακυρώνουν τις έρευνες ούτε προδικάζουν την έκβασή τους, ωστόσο μεταβάλλουν όμως τους όρους της δημόσιας συζήτησης όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης.

Η πραγματογνωμοσύνη Τυχεροπούλου και η αμφισβήτηση του οικονομικού αντικειμένου

Το πιο σημαντικό νέο στοιχείο αφορά την πραγματογνωμοσύνη που παραδόθηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η οποία φέρεται να επανεξετάζει το ύψος της ζημίας σε υποθέσεις που συνδέονται με πολιτικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις τα ποσά εμφανίζονται αισθητά μειωμένα σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις, ενώ σε άλλες η ύπαρξη ζημίας δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται με τον τρόπο που αρχικά είχε παρουσιαστεί.

Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι μεγαλύτερη από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Στα οικονομικά εγκλήματα το ύψος της ζημίας συνδέεται άμεσα με τον ποινικό χαρακτηρισμό μιας πράξης. Η μεταβολή των ποσών μπορεί να επηρεάσει το κατηγορητήριο, να μεταβάλει τη βαρύτητα των αδικημάτων και να οδηγήσει ακόμη και σε διαφορετική αξιολόγηση ολόκληρων υποθέσεων.

Η συζήτηση δεν περιορίζεται επομένως σε λογιστικές διαφορές ή τεχνικές λεπτομέρειες, καθώς αφορά το εάν οι αρχικές εκτιμήσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ένα μέρος της δημόσιας εικόνας της υπόθεσης ανταποκρίνονταν πλήρως στα πραγματικά δεδομένα. Εφόσον οι πληροφορίες για την έκθεση επιβεβαιωθούν και υιοθετηθούν από τους αρμόδιους εισαγγελικούς λειτουργούς, θα προκύψει αναπόφευκτα η ανάγκη επανεκτίμησης κρίσιμων πτυχών της δικογραφίας.

Η πολιτική σημασία αυτής της εξέλιξης είναι προφανής, επειδή μέχρι σήμερα η συζήτηση περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το μέγεθος του σκανδάλου ενώ πλέον εισέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για την ποιότητα της τεκμηρίωσής του.

Τα λάθη στις κλήσεις και η εικόνα της προχειρότητας

Η υπόθεση έλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις όταν έγινε γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία απέστειλε σε βουλευτές κλήσεις στις οποίες αναγράφονταν λανθασμένα ποσά. Η ίδια η EPPO απέδωσε το περιστατικό σε γραμματειακό λάθος και προχώρησε σε διορθώσεις. Ωστόσο, η πολιτική και επικοινωνιακή ζημία είχε ήδη προκληθεί.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δύσκολα θα είχε προκαλέσει τόσο μεγάλη συζήτηση εάν επρόκειτο για μια υπόθεση περιορισμένου ενδιαφέροντος. Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όμως, τα λάθη αφορούσαν πρόσωπα με κοινοβουλευτική ιδιότητα και ποσά που σχετίζονταν άμεσα με τον ποινικό χαρακτηρισμό των πράξεων που τους καταλογίζονταν. Έτσι δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι η διαδικασία δεν διέθετε τον βαθμό ακρίβειας που θα περίμενε κανείς σε μια τόσο ευαίσθητη έρευνα.

Η ουσία του προβληματισμού δεν βρίσκεται στο αν ένα λάθος μπορεί να συμβεί. Τέτοιες αστοχίες συμβαίνουν σε όλα τα δικαστικά συστήματα. Το ζήτημα βρίσκεται στο ότι το περιστατικό ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά εξελίξεων που δημιουργούν συνολικά την εικόνα μιας υπόθεσης η οποία βρίσκεται ακόμη στη φάση αναθεώρησης βασικών παραμέτρων της.

Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από τις πληροφορίες περί αλλαγών στα ποσά της ζημίας, από τις δημόσιες αντιδράσεις προσώπων που γνωρίζουν τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και από τη διαρκή συζήτηση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν τα στοιχεία της υπόθεσης.

Σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας, η εικόνα αυτή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για όσους υποστηρίζουν ότι μέρος των κατηγοριών διατυπώθηκε με υπερβολικό τρόπο. Αντίστοιχα, δημιουργεί πρόσθετη πίεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να αποδείξει ότι οι όποιες διορθώσεις δεν επηρεάζουν τον πυρήνα της έρευνας, η οποία την έφερε σε σύγκρουση με την ελληνική κυβέρνηση.

Η παρέμβαση Χαλικιά και η μετατόπιση της πολιτικής συζήτησης

Σε αυτό το νέο περιβάλλον οι δημόσιες παρεμβάσεις της Δήμητρας Χαλικιά αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η πρώην πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Οργανισμού δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση επιμέρους στοιχείων. Υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αγνοεί τη διοικητική και τεχνική πραγματικότητα του συστήματος αγροτικών ενισχύσεων. Η παρέμβασή της λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά ένα σύνθετο θεσμικό οικοδόμημα που διαμορφώθηκε επί σειρά ετών από διαφορετικές κυβερνήσεις, διαφορετικές διοικήσεις και διαφορετικές ευρωπαϊκές ρυθμίσεις.

Η πολιτική επίδραση αυτής της προσέγγισης είναι ήδη ορατή, με συζήτηση μετακινείται σταδιακά από την αναζήτηση ατομικών ευθυνών προς τη διερεύνηση των συστημικών αδυναμιών του μηχανισμού. Η μετατόπιση αυτή δεν απαλάσσει κανέναν a priori ούτε ακυρώνει την ανάγκη αναζήτησης ευθυνών όπου υπάρχουν. Δημιουργεί όμως αναμφίβολα ένα πιο σύνθετο πλαίσιο ερμηνείας των γεγονότων. 

Παράλληλα, προσφέρει στην κυβέρνηση ένα νέο πεδίο άμυνας, καθώς ενώ αρχικά βρισκόταν αντιμέτωπη με κατηγορίες που παρουσιάζονταν ως σχεδόν αυτονόητες, τώρα μπορεί να επικαλείται τις αμφισβητήσεις γύρω από τα ποσά, τις διορθώσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις τεχνικές διαφωνίες που έχουν ανακύψει.

Μια δοκιμασία για το κύρος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Η μεγαλύτερη πολιτική προέκταση της υπόθεσης αφορά τελικά την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η EPPO δημιουργήθηκε για να λειτουργεί ως υπερεθνικός μηχανισμός προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κύρος της στηρίζεται στην εικόνα ανεξαρτησίας, τεχνικής επάρκειας και αυστηρής προσήλωσης στα αποδεικτικά δεδομένα. Μια πολλαπλά εσφαλμένη εισαγγελική διαδικασία εκθέτει και την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καθώς η Λάουρα Κόβεσι ανέλαβε να καλύψει προσωπικά το κύρος της έρευνας, τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ήδη εξελιχθεί σε μια από τις σημαντικότερες δοκιμασίες που έχει αντιμετωπίσει η EPPO στην Ελλάδα. Εάν αποδειχθεί ότι οι αναθεωρήσεις αφορούν περιορισμένες πτυχές της έρευνας και ότι οι βασικές κατηγορίες παραμένουν ισχυρές, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορέσει να υποστηρίξει ότι οι διορθώσεις αποτελούν φυσιολογικό μέρος μιας σύνθετης διαδικασίας. Εάν όμως προκύψουν εκτεταμένες αλλαγές στα ποσά, σημαντικές διαφοροποιήσεις στους ποινικούς χαρακτηρισμούς ή ουσιώδεις αναθεωρήσεις του κατηγορητηρίου, τότε η συζήτηση θα μεταφερθεί αναπόφευκτα στον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν εξαρχής τα στοιχεία, με υπόλογη την ίδια την κυρία Κόβεσι.

Σε αυτή την περίπτωση, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ θα καταγραφεί ως κάτι περισσότερο από ένα σκάνδαλο αγροτικών επιδοτήσεων, μιας και θα αποτελέσει μια υπόθεση αναφοράς για τα όρια, τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις που συνοδεύουν τη λειτουργία ενός νέου ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού σε ένα πεδίο όπου το δίκαιο, η διοίκηση και η πολιτική συγκρούονται καθημερινά.