Ελλάδα και Αίγυπτος: Μια στρατηγική πέρα από τo τουρκολιβυκό μνημόνιο

Η νέα κινητικότητα για την ελληνοαιγυπτιακή ΑΟΖ, η απάντηση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και η αυτοτελής γεωπολιτική σημασία της συνεργασίας Αθήνας και Καΐρου

Ελλάδα και Αίγυπτος: Μια στρατηγική πέρα από τo τουρκολιβυκό μνημόνιο
Eurokinissi

Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις σημαντικότερες εκκρεμότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η άμεση κινητοποίηση της Αθήνας, η αντίδραση του Καΐρου και κυρίως η συμφωνία των δύο χωρών να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για την επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) δημιουργούν νέα διπλωματικά δεδομένα. Παράλληλα, αναδεικνύουν ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσον η ελληνική προσέγγιση με την Αίγυπτο αποτελεί μια συγκυριακή απάντηση στην τουρκική πολιτική ή εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική με αυτοτελείς επιδιώξεις.

Η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία. Η αντιμετώπιση των τουρκικών διεκδικήσεων αποτελεί ασφαλώς βασική παράμετρο της ελληνικής διπλωματίας, ωστόσο η αναγωγή κάθε περιφερειακής πρωτοβουλίας στην αντιπαράθεση με την Άγκυρα περιορίζει την κατανόηση των πραγματικών συμφερόντων της χώρας. Η Αίγυπτος διαθέτει γεωπολιτικό βάρος, οικονομικές δυνατότητες και περιφερειακή επιρροή που καθιστούν τη συνεργασία μαζί της σημαντική ανεξάρτητα από την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η λιβυκή απόφαση και η νέα κινητικότητα για την ΑΟΖ

Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου, στις 20 Οκτωβρίου, από το κοινοβούλιο που εδρεύει στην ανατολική Λιβύη αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται από την πολιτική πλευρά που επί χρόνια αμφισβητούσε τη συμφωνία της Άγκυρας με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Η μεταβολή αυτή αντανακλά την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής και στο στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ, περιορίζοντας τα περιθώρια της Αθήνας να αξιοποιεί τις εσωτερικές λιβυκές αντιθέσεις. Η ελληνική απάντηση εκδηλώθηκε σε περισσότερα επίπεδα. Το Υπουργείο Εξωτερικών επανέλαβε ότι το μνημόνιο παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας και παραγνωρίζει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαίωσε την αντίθεσή της, ενώ η Ελλάδα προχώρησε σε ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Παράλληλα, η Αίγυπτος απέρριψε τη λιβυκή απόφαση, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία Τουρκίας και Λιβύης προσβάλλει και τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα.

Η σημαντικότερη εξέλιξη, ωστόσο, καταγράφηκε στις 22 Οκτωβρίου. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Αιγύπτιος ομόλογός του, Μπαντρ Αμπντελαττί, συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για τη γεωγραφική επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης του 2020, με το ενδιαφέρον να στρέφεται προς τις θαλάσσιες περιοχές ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, στην κατεύθυνση της Κύπρου. Η εξέλιξη αυτή χρειάζεται, πάντως, να αποτιμηθεί με ακρίβεια. Οι δύο χώρες δεν έχουν καταλήξει σε νέα συμφωνία, ούτε έχουν δημοσιοποιηθεί πρόσθετες συντεταγμένες. Η πολιτική βούληση για συνέχιση των συνομιλιών συνιστά πρόοδο, αλλά η πραγματική επέκταση της οριοθέτησης προϋποθέτει σύγκλιση επί συγκεκριμένης γεωγραφικής χάραξης.

Η συμφωνία του Αυγούστου 2020, η οποία καλύπτει τμήμα της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ του 26ου και του 28ου ανατολικού μεσημβρινού, αναγνώρισε στην πράξη την επήρεια ελληνικών νησιών στον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών. Αποτέλεσε έτσι μια έμπρακτη εφαρμογή της ελληνικής θέσης απέναντι στην τουρκική αμφισβήτηση. Ωστόσο, ο μερικός χαρακτήρας της άφησε εκκρεμή την οριοθέτηση ανατολικότερα, όπου οι γεωγραφικές και διπλωματικές δυσκολίες είναι μεγαλύτερες.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ζήτημα της επήρειας της Ρόδου και του Καστελλόριζου, καθώς και η ενδεχόμενη σύνδεση των οριοθετήσεων στην ευρύτερη περιοχή με την Κύπρο. Πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν προσεκτική διαπραγμάτευση, με δεδομένες τις διαφορετικές προσεγγίσεις για τη χάραξη των θαλάσσιων ορίων. Η πολιτική εγγύτητα Αθήνας και Καΐρου δημιουργεί ευνοϊκότερο περιβάλλον, χωρίς να προδικάζει την έκβαση.

Μια σχέση με βαθύτερες γεωπολιτικές ρίζες

Η συνεργασία Ελλάδας και Αιγύπτου δεν γεννήθηκε ως αντίδραση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου απέκτησε οργανωμένη μορφή ήδη από το 2014, όταν πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο η πρώτη σύνοδος κορυφής. Έκτοτε, διαμορφώθηκε ένα σταθερό πλαίσιο πολιτικών διαβουλεύσεων, οικονομικών πρωτοβουλιών και συνεργασίας στην ασφάλεια. Η εξέλιξη αυτή επισφραγίστηκε τον Μάιο του 2025, με την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων σε Στρατηγική Εταιρική Σχέση, κατά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στην Αθήνα. Η συμφωνία προβλέπει εμβάθυνση των δεσμών στην εξωτερική πολιτική, στην άμυνα, στην ενέργεια, στο εμπόριο και στις επενδύσεις.

Η γεωγραφική θέση της Αιγύπτου εξηγεί σε σημαντικό βαθμό αυτή την επιλογή. Η χώρα συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα, τον αραβικό κόσμο και την αφρικανική ενδοχώρα. Η Διώρυγα του Σουέζ αποτελεί κομβική αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ το Κάιρο διατηρεί σημαντικό διπλωματικό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής, ιδίως στο Παλαιστινιακό και στη διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων. Για την Ελλάδα, η σχέση αυτή προσφέρει τη δυνατότητα ουσιαστικότερης παρουσίας σε μια γεωγραφική περιοχή όπου συγκεντρώνονται κρίσιμα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Επιπλέον, η συνεργασία με την Αίγυπτο ενισχύει την ελληνική δυνατότητα παρέμβασης στις ευρωμεσογειακές σχέσεις, αξιοποιώντας τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις παραδοσιακές επαφές της με τον αραβικό κόσμο.

Η αμοιβαιότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση αυτής της στρατηγικής. Το Κάιρο αναζητεί ευρωπαϊκές επενδύσεις, πρόσβαση σε αγορές και διεθνή στήριξη για την οικονομική του ανάπτυξη. Η Αθήνα μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικός εταίρος σε αυτή την προσπάθεια, χωρίς να υποκαθιστά την αυτοτελή εξωτερική πολιτική της Αιγύπτου.

Ενέργεια, οικονομία και περιφερειακή ασφάλεια

Η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυνατοτήτων που υπερβαίνουν τις θαλάσσιες διεκδικήσεις. Η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση GREGY, ισχύος 3.000 μεγαβάτ, αποσκοπεί στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της Αιγύπτου προς την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή αγορά.

Εφόσον ολοκληρωθεί, το έργο μπορεί να συμβάλει στη διαφοροποίηση του ευρωπαϊκού ενεργειακού εφοδιασμού, να ενισχύσει τις επενδύσεις σε υποδομές και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες για την ελληνική οικονομία. Η σημασία του συνδέεται με τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των δύο χωρών. Παράλληλα, οι αιγυπτιακές εγκαταστάσεις υγροποίησης φυσικού αερίου δημιουργούν προοπτικές συνεργασίας με την Κύπρο και την Ελλάδα. Η δυνατότητα μεταφοράς φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο προς τις ευρωπαϊκές αγορές, μέσω υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων υποδομών, εντάσσεται στην προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών και των διαδρομών εφοδιασμού.

Σημαντική είναι και η ευρωπαϊκή διάσταση. Η στρατηγική εταιρική σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αιγύπτου, που ανακοινώθηκε το 2024, συνοδεύεται από χρηματοδοτικό και επενδυτικό πακέτο 7,4 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2024–2027. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει ενεργότερα σε πρωτοβουλίες που αφορούν τις μεταφορές, τις υποδομές, τη μετανάστευση και την περιφερειακή ανάπτυξη. Στον τομέα της ασφάλειας, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και οι τακτικές επαφές των αρμόδιων υπουργείων έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο συνεργασίας που αφορά την προστασία θαλάσσιων διαδρομών, την αντιμετώπιση διασυνοριακών απειλών και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Οι πρωτοβουλίες αυτές δημιουργούν αμοιβαία συμφέροντα με διάρκεια, ανεξάρτητα από τις μεταβολές στις σχέσεις της Τουρκίας με τις γειτονικές χώρες.

Η προσέγγιση Καΐρου και Άγκυρας αλλάζει την εξίσωση

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η Αίγυπτος επιδιώκει ταυτόχρονα τη βελτίωση των σχέσεών της με την Τουρκία. Η αποκατάσταση των διπλωματικών επαφών των προηγούμενων ετών εξελίχθηκε σε ουσιαστική προσέγγιση, με την επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Κάιρο τον Φεβρουάριο του 2026 να επιβεβαιώνει τη νέα δυναμική. Οι δύο χώρες προωθούν την οικονομική συνεργασία, την ανάπτυξη του εμπορίου και τη συνεννόηση σε περιφερειακά ζητήματα, παρά τις διαφορές που εξακολουθούν να τις χωρίζουν. Η Αίγυπτος απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει λειτουργικές σχέσεις με την Άγκυρα.

Αυτή η πραγματικότητα καθιστά προβληματική οποιαδήποτε αντίληψη της ελληνοαιγυπτιακής συνεργασίας ως μόνιμου αντιτουρκικού συνασπισμού. Το Κάιρο αξιολογεί τις περιφερειακές του σχέσεις με βάση τα δικά του συμφέροντα και διατηρεί την ευχέρεια να συνεργάζεται με διαφορετικούς εταίρους, ακόμη και όταν μεταξύ τους υφίστανται σοβαρές αντιθέσεις. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να λαμβάνει υπόψη αυτή την πολυδιάστατη αιγυπτιακή πολιτική. Η καλλιέργεια υπερβολικών προσδοκιών για αυτόματη στήριξη σε κάθε ελληνοτουρκική διαφορά θα μπορούσε να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις, ιδίως κατά τις διαπραγματεύσεις για την επέκταση της ΑΟΖ.

Αντιθέτως, η ανάπτυξη κοινών οικονομικών, ενεργειακών και διπλωματικών συμφερόντων προσφέρει σταθερότερη βάση συνεργασίας. Όσο περισσότερα συγκεκριμένα οφέλη προκύπτουν και για τις δύο πλευρές, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο διατήρησης και εμβάθυνσης της στρατηγικής τους σχέσης.

Από την αντίδραση στη μακροπρόθεσμη στρατηγική

Η ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται μπροστά σε μια ευρύτερη πρόκληση: να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις τουρκικές διεκδικήσεις, χωρίς να επιτρέπει στην Άγκυρα να καθορίζει το σύνολο των περιφερειακών της προτεραιοτήτων. Η προσέγγιση με την Αίγυπτο προσφέρει χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανάγκης. Εάν κάθε ελληνική πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως απάντηση σε κάποια τουρκική ενέργεια, υποβαθμίζεται το αυτοτελές περιεχόμενό της και δημιουργείται η εντύπωση ότι η Αθήνα κινείται αποκλειστικά αντιδραστικά.

Η εμβάθυνση των σχέσεων με το Κάιρο, αντίθετα, μπορεί να ενταχθεί σε μια συνεκτική στρατηγική ενίσχυσης της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με συγκεκριμένες οικονομικές επιδιώξεις, διπλωματικές συνεργασίες και θεσμικές πρωτοβουλίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ αποκτά διπλή σημασία. Αφενός, μπορεί να ενισχύσει την ελληνική θέση απέναντι στις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις. Αφετέρου, θα αποτελέσει συνέχεια μιας διαδικασίας οριοθέτησης που αποσκοπεί στη νομική σαφήνεια, στην προβλεψιμότητα και στη δημιουργία ασφαλέστερων συνθηκών για την αξιοποίηση των θαλάσσιων πόρων.

Η πρόοδος θα κριθεί από την ουσία των διαπραγματεύσεων και τη δυνατότητα των δύο κυβερνήσεων να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή χάραξη, με σεβασμό στο Δίκαιο της Θάλασσας. Οι κοινές δηλώσεις αποτελούν αναγκαίο πολιτικό υπόβαθρο, αλλά η διπλωματική αποτελεσματικότητα προϋποθέτει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η συνεργασία Ελλάδας και Αιγύπτου έχει, συνεπώς, προοπτική που εκτείνεται πολύ πέρα από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ενέργεια, οι επενδύσεις, οι θαλάσσιες μεταφορές, η ασφάλεια και η σχέση Ευρώπης και Βόρειας Αφρικής συνθέτουν ένα πεδίο κοινών συμφερόντων με μακροπρόθεσμη σημασία.

Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να μετατρέψει αυτή τη γεωπολιτική σύγκλιση σε σταθερή και παραγωγική συνεργασία, με αποτελέσματα που θα αντέχουν στις μεταβολές των περιφερειακών συσχετισμών. Η αντιμετώπιση των τουρκικών διεκδικήσεων παραμένει σημαντική επιδίωξη, αλλά η ελληνική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο αποκτά μεγαλύτερο βάθος όταν στηρίζεται σε μια θετική στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης, περιφερειακής διασύνδεσης και διεθνούς συνεργασίας.