ΕΛΑΣ και Αλέξης Τσίπρας: η τελική επιστροφή στην πολιτική ταυτότητα, που προσπαθούσε να υπερβεί

Το νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού μοιάζει λιγότερο με μια προσπάθεια επανεκκίνησης της Κεντροαριστεράς και περισσότερο με μια συνειδητή επιστροφή στον ιστορικό, συμβολικό και λαϊκιστικό πυρήνα της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς

ΕΛΑΣ και Αλέξης Τσίπρας: η τελική επιστροφή στην πολιτική ταυτότητα, που προσπαθούσε να υπερβεί
Εκδήλωση για τη παρουσίαση του ονόματος και της ιδρυτικής διακήρυξης του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα στην Πλατεία Θησείου. Τρίτη 26 Μαΐου 2026 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Η ανακοίνωση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα με την ονομασία «ΕΛΑΣ, Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» συνιστά μια από τις πιο αποκαλυπτικές πολιτικές κινήσεις της μεταμνημονιακής περιόδου, όχι μόνο εξαιτίας της επιστροφής του πρώην πρωθυπουργού στην ενεργό κομματική πολιτική, αλλά κυρίως επειδή αποτυπώνει με σαφήνεια το στρατηγικό και ιδεολογικό δίλημμα που τον ακολουθεί από το 2019 και μετά. Για αρκετά χρόνια, ο Τσίπρας έδειχνε να αναζητά έναν νέο πολιτικό ρόλο, περισσότερο θεσμικό, περισσότερο ευρωπαϊκό και λιγότερο ταυτισμένο με το αντιμνημονιακό κύμα που τον ανέδειξε στην εξουσία. Η αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις συντριπτικές ήττες του 2023, οι διεθνείς παρεμβάσεις, οι δημόσιες συζητήσεις για τη δημοκρατία και την ακροδεξιά, η συνολική του προσπάθεια να εμφανιστεί ως ώριμος progressive statesman και η σταδιακή απομάκρυνση από την κεντρική πολιτική σκηνή δημιουργούσαν την εντύπωση ότι επεδίωκε ένα συνολικό rebranding – που είχε μάλιστα διαρρεύσει πως είχε ζητήσει και επαγγελματική βοήθεια επ’ αυτού.

Η ίδρυση, όμως, ενός κόμματος που φέρει το όνομα «ΕΛΑΣ» αλλάζει εκ νέου τα δεδομένα. Το συγκεκριμένο όνομα δεν λειτουργεί απλώς ως πολιτικό brand, αλλά ενεργοποιεί ιστορικές μνήμες, πολιτισμικά αντανακλαστικά και ιδεολογικούς συμβολισμούς που παραπέμπουν άμεσα στην ιστορική Αριστερά, στην Αντίσταση και στη λογική του «λαϊκού αγώνα» απέναντι σε ένα κατεστημένο εξουσίας. Πρόκειται για μια επιλογή τόσο ισχυρά φορτισμένη, ώστε ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική πολιτικής αποφόρτισης που είχε επιχειρηθεί τον τελευταίο καιρό.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο Τσίπρας φαίνεται να κατέληξε σε ένα πολιτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που πολλοί ανέμεναν. Αντί να επιχειρήσει την οριστική μετάβαση προς έναν ευρύ, σοσιαλδημοκρατικό ή κεντροαριστερό φορέα με ασαφέστερη ιδεολογική ταυτότητα, επέλεξε να επανασυνδεθεί με την ιστορική μήτρα που τον γέννησε πολιτικά. Αυτή η επιλογή έχει σαφείς συνέπειες τόσο στο επίπεδο της πολιτικής ταυτότητας όσο και στο επίπεδο της εκλογικής στρατηγικής.

Εκδήλωση για τη παρουσίαση του ονόματος και της ιδρυτικής διακήρυξης του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα στην Πλατεία Θησείου. Τρίτη 26 Μαΐου 2026 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Η αποτυχία του rebranding και η επιστροφή στον ιστορικό εαυτό

Το ενδιαφέρον με την περίπτωση Τσίπρα είναι ότι η προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του δεν υπήρξε μόνο επικοινωνιακή. Υπήρξε και υπαρξιακή, με την έννοια ότι φαινόταν να επιχειρεί να μετασχηματίσει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον ρόλο του μέσα στο πολιτικό σύστημα. Το βιβλίο του λειτούργησε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδρομής. Μέσα από μια πιο ήπια και αναστοχαστική αφήγηση της περιόδου 2015 έως 2019, επιχειρήθηκε μια ιστορική ανανοηματοδότηση της διακυβέρνησής του, με μικρότερη έμφαση στην αντισυστημική έξαρση και μεγαλύτερη έμφαση στην έννοια της δύσκολης αλλά αναγκαίας διαχείρισης.

Ωστόσο, η τελική πολιτική επιλογή του δείχνει ότι αυτή η διαδικασία δεν οδήγησε στην υπέρβαση της παλιάς ταυτότητας, αλλά σε μια μορφή συμφιλίωσης μαζί της. Ο Τσίπρας φαίνεται να συνειδητοποίησε ότι το πολιτικό του κεφάλαιο παραμένει άρρηκτα δεμένο με το ιστορικό και συναισθηματικό φορτίο της κρίσης, της αντιμνημονιακής περιόδου και της ελληνικής Αριστεράς. Η προσπάθεια να μετατραπεί σε έναν ουδέτερο ευρωπαϊκό κεντροαριστερό ηγέτη πιθανόν να του εξασφάλιζε μεγαλύτερη αποδοχή σε τμήματα του μεσαίου χώρου, αλλά ταυτόχρονα αφαιρούσε από το πολιτικό του πρόσωπο εκείνο το στοιχείο που το καθιστούσε μοναδικό και αναγνωρίσιμο.

Το «ΕΛΑΣ» συνιστά, επομένως, μια μορφή επιστροφής. Όχι επιστροφής στο 2012 ως πολιτικό ύφος, αφού απουσιάζουν οι ακραίοι αντιμνημονιακοί τόνοι και η αίσθηση επερχόμενης σύγκρουσης με την Ευρώπη, αλλά επιστροφής στη συμβολική και πολιτισμική ταυτότητα που τον καθόρισε. Η άμεση αναφορά στην Αριστερά και η επιλογή ενός ονόματος που παραπέμπει στην ιστορική μνήμη της Αντίστασης υποδηλώνουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός εγκαταλείπει την αμφισημία που προσπαθούσε να καλλιεργήσει τα τελευταία χρόνια. Δεν επιδιώκει πλέον να διαβάζεται ταυτόχρονα ως ριζοσπάστης και ως μεταρρυθμιστής. Επιλέγει συνειδητά ένα σαφές ιδεολογικό και πολιτισμικό στρατόπεδο.

Αυτή η επιλογή, πάντως, συνοδεύεται και από ένα σημαντικό κόστος. Το rebranding προς έναν πιο θεσμικό και ευρωπαϊκό προσανατολισμό απαιτούσε αποφόρτιση των παλιών συμβόλων και δημιουργία νέων πολιτικών αναφορών που θα επέτρεπαν τη διεύρυνση προς μετριοπαθείς και κεντρώους ψηφοφόρους. Το «ΕΛΑΣ» λειτουργεί αντίστροφα. Ενισχύει τη συσπείρωση του ήδη υπάρχοντος αριστερού και αντιδεξιού ακροατηρίου, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει σε ένα μεγάλο κομμάτι του μεσαίου χώρου τις συγκρούσεις, τις εντάσεις και τα τραύματα της περιόδου 2015.

Ο λαϊκισμός ως πολιτική ταυτότητα και τα όριά του

Η συζήτηση γύρω από το νέο εγχείρημα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα του λαϊκισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2012 έως 2015 αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αριστερού λαϊκισμού στην Ευρώπη της κρίσης. Η συγκρότηση ενός «λαού» απέναντι στις ελίτ, η ηθικοποίηση της πολιτικής σύγκρουσης και η έντονη διαιρετική ρητορική υπήρξαν βασικά χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης. Μετά το 2019, όμως, ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε διαφορετική μορφή. Η αρχική κοινωνική δυναμική υποχώρησε και στη θέση της αναπτύχθηκε σταδιακά ένας έντονος προσωποκεντρισμός.

Ο Τσίπρας μετατράπηκε ολοένα περισσότερο σε μεσσιανική φιγούρα για τον χώρο του. Η πολιτική λειτουργία του κόμματος οργανωνόταν γύρω από την προσδοκία της «επιστροφής» του, ενώ η συλλογική παραγωγή πολιτικής και η οργανική σχέση με κοινωνικά στρώματα αποδυναμώνονταν. Αυτή η εξέλιξη συνέβαλε σημαντικά στην εκλογική και οργανωτική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι προσωποπαγείς σχηματισμοί έχουν τη δυνατότητα να συσπειρώνουν ισχυρά τους ήδη πιστούς οπαδούς τους, αλλά δυσκολεύονται να διευρυνθούν κοινωνικά, ιδίως όταν οι κοινωνικές συνθήκες δεν ευνοούν ριζικές ανατροπές.

Η Ελλάδα του 2026 απέχει πολύ από την Ελλάδα του 2012. Η κοινωνία εμφανίζεται περισσότερο κουρασμένη από την ένταση και περισσότερο προσανατολισμένη στην ανάγκη σταθερότητας. Η οικονομική και πολιτική κανονικότητα, έστω και εύθραυστη, έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πολιτικός μεσσιανισμός δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει ως πλειοψηφικό αφήγημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι στερείται πολιτικής αποτελεσματικότητας. Μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο συσπείρωσης ενός συμπαγούς αντιδεξιού πυρήνα, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία ο χώρος της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς παραμένει κατακερματισμένος και αποδιοργανωμένος. Ο Τσίπρας εξακολουθεί να διαθέτει χαρακτηριστικά που κανείς άλλος στον χώρο της αντιπολίτευσης δεν διαθέτει στον ίδιο βαθμό. Έχει κυβερνητική εμπειρία, υψηλή αναγνωρισιμότητα, ισχυρό ηγετικό αποτύπωμα και ικανότητα να παράγει πολιτική πόλωση.

Η δεύτερη θέση στις εκλογές, επομένως, είναι απολύτως εφικτή υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ένα κόμμα Τσίπρα θα μπορούσε να απορροφήσει σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, να πιέσει μικρότερους αριστερούς σχηματισμούς και να επανασυσπειρώσει ψηφοφόρους που αισθάνονται πολιτικά άστεγοι. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, αφορά τη δυνατότητα μετατροπής αυτής της δυναμικής σε ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα εξουσίας.

Η μάχη για την ηγεμονία στην αντιπολίτευση και τα όρια της διεύρυνσης

Το νέο εγχείρημα του Τσίπρα φαίνεται να αλλάζει τη φύση του πολιτικού του στόχου. Το 2015 επιδίωκε να εκφράσει ένα εθνικό μπλοκ κρίσης, το οποίο ένωνε ετερόκλητες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες γύρω από την ανάγκη ρήξης με το μνημονιακό σύστημα. Σήμερα, ο στόχος μοιάζει περισσότερο με την ανασυγκρότηση ενός ιστορικού και πολιτισμικού μπλοκ Αριστεράς, το οποίο θα αποκτήσει εκ νέου ηγεμονική θέση στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Αυτή η στρατηγική έχει λογική, δεδομένων των συνθηκών. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποστεί βαθιά οργανωτική και ψυχολογική αποδιάρθρωση, ενώ το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να μετατραπεί σε πειστική εναλλακτική εξουσίας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένας ισχυρός και αναγνωρίσιμος ηγέτης μπορεί να αποκτήσει ξανά κεντρικό ρόλο. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η ίδια στρατηγική που ενισχύει την ηγεμονία στον χώρο της Αριστεράς περιορίζει τη δυνατότητα ευρύτερων πολιτικών συνεργασιών.

Το ΠΑΣΟΚ είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει το νέο κόμμα ως ανταγωνιστική προσπάθεια πολιτικής απορρόφησης και όχι ως ισότιμο εταίρο. Παράλληλα, ένα τμήμα του κεντρώου εκλογικού σώματος εξακολουθεί να συνδέει τον Τσίπρα με την περίοδο της μεγάλης αβεβαιότητας και της πολιτικής πόλωσης. Οι ιστορικοί και ιδεολογικοί συμβολισμοί του «ΕΛΑΣ» ενδέχεται να ενισχύσουν αυτή την επιφυλακτικότητα αντί να την αμβλύνουν.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Τσίπρας έχει σήμερα περισσότερες πιθανότητες να εξελιχθεί σε κυρίαρχο ηγέτη της αριστερής αντιπολίτευσης παρά σε φυσικό υποψήφιο πρωθυπουργό μιας ευρείας κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτό δεν συνιστά απαραίτητα αποτυχία. Μπορεί να αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή προσαρμοσμένη στους σημερινούς συσχετισμούς. Ωστόσο, μεταβάλλει ριζικά την κλίμακα και τη φιλοδοξία του εγχειρήματος.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης βρίσκεται ίσως αλλού. Ο Τσίπρας επιχείρησε επί χρόνια να απομακρυνθεί από την πολιτική ταυτότητα που τον ανέδειξε, αναζητώντας μια πιο θεσμική και υπερκομματική εικόνα. Όταν, όμως, ήρθε η στιγμή της επιστροφής, επέλεξε ένα όνομα και μια πολιτική γλώσσα που επαναφέρουν σχεδόν αυτούσια τη βαθύτερη ιστορική και συμβολική του μήτρα. Σαν να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μόνος πολιτικά βιώσιμος Τσίπρας παραμένει εκείνος που συνδέεται οργανικά με την ελληνική Αριστερά, με την αντιδεξιά παράδοση και με το μεγάλο τραύμα της κρίσης.

Το ερώτημα που θα κρίνει την πορεία του νέου κόμματος δεν αφορά μόνο τα εκλογικά ποσοστά. Αφορά κυρίως το αν η ελληνική κοινωνία αναζητά ακόμη πολιτικούς φορείς που υπόσχονται ιστορική δικαίωση και συμβολική αποκατάσταση ή αν έχει εισέλθει οριστικά σε μια εποχή όπου η ανάγκη σταθερότητας, διαχειριστικής επάρκειας και θεσμικής κανονικότητας υπερισχύει των μεγάλων πολιτικών αφηγήσεων.