Δέκα χρόνια μετά το Brexit: Το ακριβό τίμημα μιας μεγάλης πολιτικής αυταπάτης
Μια δεκαετία μετά την απόφαση για το Brexit, η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες μιας επιλογής που μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί πλέον λανθασμένη.
Στις 23 Ιουνίου 2016, το Ηνωμένο Βασίλειο πήρε μια απόφαση που επρόκειτο να αλλάξει την πορεία του για δεκαετίες. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφηκε τότε ως θρίαμβος της λαϊκής βούλησης απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στις προειδοποιήσεις των ειδικών. Οι υποστηρικτές του Brexit μιλούσαν για μια χώρα που θα ανακτούσε τον έλεγχο των συνόρων της, θα ενίσχυε τη δημοκρατική λογοδοσία, θα απελευθέρωνε τις οικονομικές της δυνατότητες και θα επανακαθόριζε τη θέση της στον κόσμο ως μια πραγματικά παγκόσμια δύναμη.
Δέκα χρόνια αργότερα, η ιστορική αποτίμηση είναι πολύ πιο καθαρή από ό,τι ήταν στα χρόνια της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Βρετανία παραμένει μια μεγάλη οικονομία και μια σημαντική δημοκρατία, όμως το Brexit άφησε πίσω του μια χώρα με χαμηλότερη αναπτυξιακή δυναμική, βαθύτερες πολιτικές διαιρέσεις και εμφανώς μειωμένη εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις που συνόδευσαν την εκστρατεία υπέρ της εξόδου. Η μεγάλη πολιτική νίκη του ευρωσκεπτικισμού εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς ο λαϊκισμός μπορεί να κερδίσει μια ιστορική μάχη και να χάσει τη δοκιμασία της πραγματικότητας.
Η οικονομία πλήρωσε το κόστος της απομάκρυνσης από τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου
Η οικονομική συζήτηση γύρω από το Brexit υπήρξε εξαρχής το πιο αμφιλεγόμενο πεδίο της δημόσιας αντιπαράθεσης. Οι υποστηρικτές της εξόδου υποστήριζαν ότι η Βρετανία θα αξιοποιούσε την ανεξαρτησία της για να αναπτύξει νέες εμπορικές σχέσεις, να προσελκύσει επενδύσεις και να μετατραπεί σε ένα ακόμη πιο ανταγωνιστικό οικονομικό κέντρο. Η πραγματικότητα της τελευταίας δεκαετίας ακολούθησε διαφορετική πορεία.
Το σημαντικό στοιχείο δεν είναι ότι η βρετανική οικονομία οδηγήθηκε σε κατάρρευση. Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η χώρα απώλεσε ένα σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων της. Ο Economist εκτιμά ότι το κόστος του Brexit αντιστοιχεί περίπου στο 2,5% του ΑΕΠ, ενώ άλλοι οργανισμοί και ερευνητικά κέντρα τοποθετούν την απώλεια ακόμη υψηλότερα. Πρόκειται για ένα μόνιμο βάρος που επηρεάζει τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τις εξαγωγές και τελικά το βιοτικό επίπεδο.
Η συμμετοχή στην ενιαία αγορά αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της βρετανικής οικονομίας. Η έξοδος από αυτό το πλαίσιο αύξησε το κόστος συναλλαγών, περιόρισε τη δυνατότητα πολλών επιχειρήσεων να δραστηριοποιούνται απρόσκοπτα στην ευρωπαϊκή αγορά και αποθάρρυνε επενδυτικές αποφάσεις που βασίζονταν ακριβώς στη γεωοικονομική θέση της Βρετανίας ως πύλης προς την Ευρώπη.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται σήμερα σε μια οικονομία που συνεχίζει να παράγει πλούτο, αλλά με αισθητά χαμηλότερη δυναμική από εκείνη που θα μπορούσε να έχει. Οι υποσχέσεις για μια νέα εποχή οικονομικής άνθησης δεν επαληθεύτηκαν ποτέ. Αντίθετα, η χώρα βρέθηκε να διαχειρίζεται τις συνέπειες μιας επιλογής που μείωσε τις αναπτυξιακές της δυνατότητες χωρίς να δημιουργήσει ισοδύναμα οφέλη.
Το Brexit διέλυσε τις σταθερές του βρετανικού πολιτικού συστήματος
Οι οικονομικές συνέπειες υπήρξαν σημαντικές, όμως οι πολιτικές αποδείχθηκαν βαθύτερες. Για πολλές δεκαετίες, το βρετανικό πολιτικό σύστημα αποτελούσε υπόδειγμα σταθερότητας. Τα δύο μεγάλα κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία μέσα σε ένα πλαίσιο προβλέψιμων κανόνων και θεσμικής συνέχειας.
Το δημοψήφισμα του 2016 λειτούργησε ως σημείο καμπής. Η διαχείριση του Brexit οδήγησε σε διαδοχικές κυβερνητικές κρίσεις, εσωκομματικές συγκρούσεις και πρωτοφανή πολιτική αστάθεια. Μέσα στα δέκα αυτά χρόνια, η χώρα γνώρισε μια αλληλουχία έξι πρωθυπουργών -και όλα δείχνουν πως ετοιμάζεται και ο έβδομος- όπου όλοι τους δυσκολεύτηκαν να διαμορφώσουν μια συνεκτική στρατηγική για το μέλλον, επιτείνοντας το πολιτικό αδιέξοδο.
Οι Συντηρητικοί, οι οποίοι ταυτίστηκαν περισσότερο από κάθε άλλη πολιτική δύναμη με το Brexit, βγήκαν από αυτή τη διαδικασία βαθιά αποδυναμωμένοι, στο χειρότερο αποτέλεσμά τους από το 1830. Το Reform UK απορρόφησε σημαντικό μέρος της εκλογικής τους βάσης, ενώ οι Εργατικοί κλήθηκαν να διαχειριστούν ένα εκλογικό σώμα με αντιφατικές εμπειρίες και προσδοκίες και στις ημέρες μας πλέον δείχνουν και αυτοί τα όριά τους, έπειτα από μια σαρωτική νίκη του 2024 που αποδεικνύεται πύρρειος.
Η μεγαλύτερη πολιτική συνέπεια αφορά ίσως τη μεταβολή των ίδιων των όρων της δημόσιας συζήτησης. Το Brexit ενίσχυσε μια κουλτούρα πολιτικής αντιπαράθεσης στην οποία οι απλουστευτικές υποσχέσεις απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις σύνθετες λύσεις. Η λογική ότι πολύπλοκα προβλήματα μπορούν να λυθούν μέσω μιας και μόνο πολιτικής απόφασης αποδείχθηκε ιδιαίτερα ελκυστική κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος. Τα γεγονότα της επόμενης δεκαετίας ανέδειξαν τα όρια αυτής της προσέγγισης.
Οι κοινωνικές πληγές παραμένουν ανοιχτές
Το Brexit άφησε επίσης βαθύ αποτύπωμα στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Οι διαιρέσεις που ανέδειξε δεν εξαφανίστηκαν μετά την ολοκλήρωση της εξόδου. Αντιθέτως, μετατράπηκαν σε μόνιμα χαρακτηριστικά της βρετανικής δημόσιας ζωής.
Η ψήφος του 2016 αποκάλυψε διαφορετικές αντιλήψεις για την παγκοσμιοποίηση, την εθνική ταυτότητα, τη μετανάστευση και το μέλλον της χώρας. Οι διαφορές ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις και στην επαρχία, ανάμεσα στις νεότερες και στις μεγαλύτερες γενιές, καθώς και ανάμεσα σε διαφορετικά μορφωτικά και επαγγελματικά στρώματα απέκτησαν νέα πολιτική σημασία.
Ιδιαίτερα οι νεότεροι Βρετανοί αντιμετωπίζουν το Brexit ως μια επιλογή που περιόρισε ευκαιρίες τις οποίες θεωρούσαν δεδομένες. Η δυνατότητα σπουδών, εργασίας και εγκατάστασης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αποτελούσε για δεκαετίες μέρος της καθημερινής πραγματικότητας εκατομμυρίων πολιτών. Η απώλεια αυτών των δυνατοτήτων συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας γενιάς που βλέπει την ευρωπαϊκή συνεργασία με πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνον που κυριάρχησε το 2016.
Παράλληλα, η υπόσχεση για αποτελεσματικότερο έλεγχο της μετανάστευσης δεν οδήγησε στα αποτελέσματα που περίμεναν πολλοί ψηφοφόροι. Οι μεταναστευτικές ροές συνέχισαν να αποτελούν κεντρικό πολιτικό ζήτημα, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ότι το βασικό επιχείρημα της εκστρατείας υπέρ της εξόδου δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Η μεταμέλεια των Βρετανών ως η σκληρότερη πολιτική ετυμηγορία
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών παρουσιάζουν μια σταθερή εικόνα. Η πλειοψηφία των Βρετανών θεωρεί πλέον ότι το Brexit υπήρξε λανθασμένη επιλογή. Η μεταστροφή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προέκυψε από κάποια συγκυριακή κρίση ή από μια αλλαγή κυβέρνησης. Αποτελεί προϊόν μιας δεκαετούς εμπειρίας κατά την οποία οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις υποσχέσεις με τα αποτελέσματα.
Η κοινωνική απογοήτευση αφορά κυρίως τη διάψευση των προσδοκιών. Οι υποσχέσεις για ταχύτερη ανάπτυξη, μεγαλύτερη ευημερία, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και αποτελεσματικότερο έλεγχο κρίσιμων ζητημάτων δεν κατάφεραν να μετατραπούν σε απτή πολιτική πραγματικότητα.
Αυτός είναι ο λόγος που η μεταβολή της κοινής γνώμης έχει βαθύτερο χαρακτήρα από μια απλή αλλαγή πολιτικής προτίμησης. Πρόκειται για μια συλλογική επαναξιολόγηση ενός ιστορικού εγχειρήματος που παρουσιάστηκε ως λύση σε προβλήματα τα οποία αποδείχθηκαν πολύ πιο σύνθετα από όσο υποστήριζαν οι πρωταγωνιστές του.
Η μεγάλη προειδοποίηση του λαϊκισμού για την Ευρώπη
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit έχει αποκτήσει σημασία που υπερβαίνει τα βρετανικά σύνορα. Αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη δοκιμή των ιδεών που κυριάρχησαν στον ευρωπαϊκό αντισυστημικό και αντιευρωπαϊκό λόγο κατά τη δεκαετία του 2010.
Η υπόσχεση ήταν απλή και πολιτικά ελκυστική. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα επέτρεπε στη Βρετανία να ανακτήσει τον έλεγχο του μέλλοντός της και να εισέλθει σε μια νέα περίοδο ευημερίας και ισχύος. Δέκα χρόνια αργότερα, η χώρα διαθέτει μεγαλύτερη θεσμική αυτονομία, όμως παράλληλα αντιμετωπίζει ένα μετρήσιμο οικονομικό κόστος, ένα κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα και μια κοινωνία που αμφισβητεί ολοένα περισσότερο την ορθότητα της επιλογής του 2016.
Η μεγαλύτερη πολιτική νίκη του ευρωσκεπτικισμού μετατράπηκε έτσι σε μια διαρκή υπενθύμιση των ορίων του. Το Brexit απέδειξε ότι η δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει σε ιστορικές ανατροπές και ότι οι λαϊκιστικές αφηγήσεις μπορούν να κινητοποιήσουν εκατομμύρια πολίτες. Απέδειξε επίσης ότι η πραγματικότητα παραμένει ο τελικός κριτής κάθε πολιτικής υπόσχεσης. Και η ετυμηγορία της πρώτης δεκαετίας είναι πολύ πιο αυστηρή από εκείνη που εξέδωσαν οι κάλπες τον Ιούνιο του 2016.