Από την αποτροπή στη διπλωματική πρωτοβουλία: Τι πέτυχε η Ελλάδα στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ

Από την αποτροπή στη διπλωματική πρωτοβουλία: Τι πέτυχε η Ελλάδα στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
EUROKINISSI

Η Άγκυρα φιλοξένησε μια Σύνοδο που επιβεβαίωσε τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ στη Συμμαχία, ενώ η ελληνική παρέμβαση ανέδειξε το casus belli ως ζήτημα αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ και ενίσχυσε τη θέση της χώρας στις μελλοντικές συζητήσεις για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα ασφαλείας μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η αναβάθμιση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, μέσα στο οποίο η Συμμαχία καλείται να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της.

Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις εργασίες της Συνόδου, καθώς η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό άξονα της συλλογικής άμυνας. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επιχείρησε να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της θέση, προβάλλοντας τον ρόλο της ως αναντικατάστατου περιφερειακού παράγοντα.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η Ελλάδα επέλεξε να ακολουθήσει μια διαφορετική διαδρομή. Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν περιορίστηκε στην επανάληψη των πάγιων ελληνικών θέσεων. Αντιθέτως, επιδίωξε να εντάξει το ελληνικό αφήγημα στη συνολική συζήτηση για την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ, τις σχέσεις καλής γειτονίας και τον σεβασμό των κοινών κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη μέλη. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή, η οποία μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο σημαντική από οποιαδήποτε συγκυριακή διπλωματική επιτυχία.

Η αμερικανική στρατηγική παραμένει σταθερή

Ο Ντόναλντ Τραμπ αποχωρεί από τη Σύνοδο έχοντας επιτύχει βασικούς στόχους της αμερικανικής πολιτικής. Οι ευρωπαϊκές χώρες επιβεβαίωσαν ότι θα συνεχίσουν την ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων, γεγονός που ανταποκρίνεται στη διαχρονική επιδίωξη της Ουάσιγκτον για μεγαλύτερη συμμετοχή των Ευρωπαίων στο κόστος της συλλογικής άμυνας.

Παράλληλα, η επαναβεβαίωση της προσήλωσης στο Άρθρο 5 ενίσχυσε το μήνυμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό εγγυητή της ασφάλειας της Συμμαχίας. Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εξελίξεις απαιτούν σαφείς στρατηγικές επιλογές και υψηλό επίπεδο συντονισμού μεταξύ των συμμάχων.

Η αμερικανική διοίκηση διατήρησε επίσης ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία. Η στάση αυτή εντάσσεται στη μακροχρόνια αμερικανική στρατηγική, καθώς η γεωγραφική θέση της χώρας, ο ρόλος της στη Μαύρη Θάλασσα και η επιρροή της στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες για τον σχεδιασμό της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η επιλογή αυτή συνοδεύεται από πολιτικές και θεσμικές εκκρεμότητες, οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων.

Η Ελλάδα άλλαξε το πλαίσιο της συζήτησης

Η σημαντικότερη ελληνική επιτυχία στη Σύνοδο αφορά τον τρόπο με τον οποίο τέθηκε το ζήτημα του casus belli. Η ελληνική διπλωματία επέλεξε να αναδείξει ότι η διατήρηση επίσημης απειλής πολέμου εναντίον κράτους μέλους του ΝΑΤΟ αφορά τη συνοχή και την αξιοπιστία της ίδιας της Συμμαχίας.

Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο μιας διμερούς διαφοράς στο επίπεδο των κοινών αρχών που δεσμεύουν όλα τα κράτη μέλη. Η Ελλάδα ανέδειξε ότι η απειλή χρήσης βίας απέναντι σε σύμμαχο δημιουργεί ένα θεσμικό ζήτημα, το οποίο συνδέεται με τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με τις σχέσεις καλής γειτονίας και με την αμοιβαία εμπιστοσύνη που απαιτεί η αποτελεσματική λειτουργία της Συμμαχίας.

Η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να θέσει το θέμα με αυτόν τον τρόπο αποτυπώνει μια ώριμη διπλωματική στρατηγική. Αντί να επιδιώξει μια επικοινωνιακή αντιπαράθεση με την Τουρκία, παρουσίασε ένα επιχείρημα που δύσκολα μπορεί να απορριφθεί από τους συμμάχους, καθώς στηρίζεται στις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί το ΝΑΤΟ.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη αξία για την ελληνική εξωτερική πολιτική, επειδή δημιουργεί ένα νέο σημείο αναφοράς στις μελλοντικές συζητήσεις. Όσο περισσότερο οι ελληνικές θέσεις συνδέονται με τη συνολική αξιοπιστία της Συμμαχίας, τόσο μεγαλύτερο πολιτικό βάρος αποκτούν στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.

Τα F-35 αποκτούν νέα πολιτική διάσταση

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία της Συνόδου αφορά τη σύνδεση της συζήτησης για τα F-35 με τη συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στους συμμάχους της. Η ελληνική πλευρά ανέδειξε ότι η πρόσβαση σε προηγμένα οπλικά συστήματα συνδέεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής αξιοπιστίας και σεβασμού των κοινών δεσμεύσεων.

Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός εξοπλιστικού προγράμματος. Η Αθήνα κατέστησε σαφές ότι η διατήρηση του casus belli και η επίκληση των σχέσεων καλής γειτονίας αποτελούν στοιχεία που επηρεάζουν το συνολικό πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις για την αμυντική συνεργασία.

Η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη συζήτηση από διαφορετική αφετηρία. Η απόκτηση των F-35, σε συνδυασμό με τα Rafale, τις φρεγάτες Belharra, τον εκσυγχρονισμό των F-16 και τη συνολική αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων, έχει ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική της ισχύ. Η εικόνα αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας, καθώς οι διπλωματικές πρωτοβουλίες συνοδεύονται από μια συνεπή πολιτική επένδυσης στην εθνική άμυνα και στη συλλογική ασφάλεια.

Η Τουρκία διατηρεί τη γεωπολιτική της αξία, χωρίς να περιορίζονται οι εκκρεμότητες

Η Άγκυρα επιχείρησε να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και τον περιφερειακό της ρόλο, προκειμένου να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στους Ευρωπαίους συμμάχους. Η σημασία της στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στις ενεργειακές διαδρομές παραμένει δεδομένη και επηρεάζει τις στρατηγικές επιλογές της Δύσης.

Η πραγματικότητα αυτή εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την τουρκική ηγεσία. Ωστόσο, οι προσπάθειες αποκατάστασης των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων εξακολουθούν να συνοδεύονται από πολιτικές δυσκολίες, οι οποίες συνδέονται τόσο με τις αποφάσεις του Κογκρέσου όσο και με τη συνολική συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στους συμμάχους της.

Η διατήρηση του casus belli, οι κατά καιρούς αναθεωρητικές τοποθετήσεις και η επιμονή σε πρακτικές που δημιουργούν εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η τουρκική πολιτική από σημαντικό μέρος της δυτικής κοινότητας. Πρόκειται για παράγοντες που δύσκολα μπορούν να παραμεριστούν στις μελλοντικές αποφάσεις.

Η ελληνική στρατηγική αποκτά μεγαλύτερο διπλωματικό βάθος

Η μεγαλύτερη επιτυχία της Ελλάδας στη Σύνοδο της Άγκυρας δεν αποτυπώνεται σε κάποιο μεμονωμένο ανακοινωθέν ούτε σε μια θεαματική διπλωματική εξέλιξη. Αφορά τη σταδιακή μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται πλέον οι ελληνικές θέσεις.

Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ακολουθήσει μια συνεκτική στρατηγική, η οποία συνδυάζει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος με την ενεργητική διπλωματία. Οι επενδύσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις, η ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και άλλους συμμάχους, καθώς και η σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, έχουν δημιουργήσει ένα ισχυρότερο διπλωματικό υπόβαθρο για την προώθηση των ελληνικών θέσεων.

Η παρέμβαση στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ αποτελεί συνέχεια αυτής της στρατηγικής. Η Ελλάδα επιδίωξε να αναδείξει ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου συνδέεται με τον σεβασμό των κοινών κανόνων και ότι η αξιοπιστία της Συμμαχίας προϋποθέτει σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ όλων των μελών της.

Αυτή η επιλογή ενισχύει σταδιακά το πολιτικό κεφάλαιο της χώρας. Όσο η Ελλάδα προβάλλει τις θέσεις της μέσα από το πρίσμα της θεσμικής συνέπειας, της διεθνούς νομιμότητας και της συλλογικής ασφάλειας, τόσο ισχυρότερη γίνεται η παρουσία της στις κρίσιμες συζητήσεις που θα διαμορφώσουν την επόμενη ημέρα του ΝΑΤΟ. Η Σύνοδος της Άγκυρας επιβεβαίωσε ότι η Αθήνα διαθέτει πλέον τα μέσα να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση αυτής της ατζέντας και να προωθεί τις εθνικές της επιδιώξεις μέσα από μια στρατηγική που συνδυάζει την αποτρεπτική ισχύ με την πολιτική αξιοπιστία.