Από τη Marfin στη Βάγια Νέστορα, πώς αλλάζει η φιλοσοφία των ερευνών για την εγχώρια τρομοκρατία

Από τη Marfin στη Βάγια Νέστορα, πώς αλλάζει η φιλοσοφία των ερευνών για την εγχώρια τρομοκρατία
EUROKINISSI

Η εξιχνίαση δύο υποθέσεων με μεγάλη ιστορική και κοινωνική βαρύτητα αναδεικνύει μια νέα μεθοδολογία στην αντιμετώπιση της πολιτικής βίας, όπου η ανάλυση πληροφοριών, η ψηφιακή εγκληματολογία και η διασταύρωση δεδομένων αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

Η σύλληψη υπόπτων για τη δολοφονική εμπρηστική επίθεση στη Marfin, δεκαέξι χρόνια μετά το έγκλημα που συγκλόνισε τη χώρα, καθώς και οι εξελίξεις στην υπόθεση της δολοφονικής εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη, κατά την οποία έχασε τη ζωή της η Βάγια Νέστορα, αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες επιτυχίες των ελληνικών διωκτικών αρχών των τελευταίων ετών. Η σημασία τους εκτείνεται πολύ πέρα από τη συγκεκριμένη ποινική διάσταση κάθε υπόθεσης, καθώς αναδεικνύει μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται πλέον η έρευνα για εγκλήματα που συνδέονται με τον χώρο της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας.

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι έρευνες ακολούθησαν μια φιλοσοφία που απέχει αισθητά από τις πρακτικές προηγούμενων δεκαετιών. Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες μετατρέπονται σε αποδεικτικό υλικό μέσα από μια σύνθετη διαδικασία αξιολόγησης και διασταύρωσης.

Η πληροφορία ως αφετηρία μιας ολοκληρωμένης έρευνας

Στην υπόθεση της Marfin, οι μέχρι σήμερα πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η επανενεργοποίηση της δικογραφίας δεν στηρίχθηκε σε κάποιο νέο φυσικό πειστήριο. Η αφορμή φέρεται να υπήρξε μια πληροφορία που αξιολογήθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και οδήγησε στην εκ νέου εξέταση ολόκληρου του υλικού της υπόθεσης.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από εγκληματολογική άποψη. Η πληροφορία δεν αντιμετωπίστηκε ως απόδειξη, ούτε ως στοιχείο που μπορούσε να οδηγήσει αυτομάτως σε διώξεις. Αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης μιας πολυεπίπεδης ερευνητικής διαδικασίας, κατά την οποία εξετάστηκαν εκ νέου βίντεο, φωτογραφίες, καταθέσεις και κάθε διαθέσιμο στοιχείο που είχε συγκεντρωθεί ήδη από το 2010.

Η λογική αυτή ακολουθεί μια διεθνώς καθιερωμένη πρακτική στις έρευνες για σοβαρά εγκλήματα. Οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι ανακριτικές αρχές αξιοποιούν κάθε πληροφορία που μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, ενώ η αξιοπιστία της κρίνεται μέσα από τη διασταύρωσή της με αντικειμενικά δεδομένα. Η τελική εικόνα διαμορφώνεται σταδιακά, καθώς κάθε νέο εύρημα προστίθεται σε ένα ευρύτερο σύνολο στοιχείων.

Η ίδια φιλοσοφία φαίνεται ότι εφαρμόστηκε και στην υπόθεση της Βάγιας Νέστορα, όπου οι έρευνες αναπτύχθηκαν αμέσως μετά την επίθεση, με αξιοποίηση βιντεοληπτικού υλικού, τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και πληροφοριών που συνδέονταν με το ευρύτερο επιχειρησιακό περιβάλλον των υπόπτων.

Η ψηφιακή εγκληματολογία αλλάζει τα δεδομένα

Η τεχνολογική πρόοδος των τελευταίων δύο δεκαετιών έχει μεταβάλει ουσιαστικά τις δυνατότητες των διωκτικών αρχών. Υλικό το οποίο παλαιότερα θεωρούνταν χαμηλής αποδεικτικής αξίας μπορεί πλέον να υποστεί επεξεργασία με σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία, ώστε να αποκαλυφθούν λεπτομέρειες που δεν ήταν δυνατό να αξιολογηθούν κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος.

Στην περίπτωση της Marfin, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η συγκριτική εξέταση της ενδυμασίας, των σακιδίων, των υποδημάτων, της σωματοδομής και του τρόπου κίνησης των δραστών. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που μεμονωμένα έχουν περιορισμένη αποδεικτική ισχύ, αποκτούν όμως διαφορετική βαρύτητα όταν εξετάζονται σε συνδυασμό με άλλα δεδομένα.

Η σύγχρονη εγκληματολογία αντιμετωπίζει την εικόνα ως φορέα πληροφορίας. Κάθε καρέ ενός βίντεο περιλαμβάνει δεκάδες στοιχεία που μπορούν να συγκριθούν με άλλο οπτικό υλικό, με δημόσιες εμφανίσεις υπόπτων ή με δεδομένα από διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η τεχνολογία επιτρέπει την ανάλυση αυτού του υλικού με ταχύτητα και ακρίβεια που πριν από είκοσι χρόνια ήταν αδύνατες.

Παράλληλα, η αξιοποίηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, γεωγραφικών πληροφοριών και ψηφιακών ιχνών δημιουργεί ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογείται η συμπεριφορά κάθε εμπλεκομένου. Η εγκληματολογική έρευνα μετατρέπεται έτσι σε διαδικασία σύνθεσης πολλών διαφορετικών ειδών πληροφορίας, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται και ενισχύουν τη συνολική αξιολόγηση.

Η συμβολή του ελληνικού FBI και η ενοποίηση της επιχειρησιακής γνώσης

Η δημιουργία της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, η οποία έχει επικρατήσει να αποκαλείται ελληνικό FBI, αποσκοπεί στην ενοποίηση υπηρεσιών με διαφορετική εξειδίκευση κάτω από ενιαίο επιχειρησιακό συντονισμό.

Η οργανωτική αυτή επιλογή δημιουργεί σημαντικά πλεονεκτήματα. Αναλυτές πληροφοριών, στελέχη της ψηφιακής εγκληματολογίας, ερευνητές οικονομικών στοιχείων, ειδικοί στις τηλεπικοινωνίες και έμπειροι ανακριτικοί υπάλληλοι συνεργάζονται στο ίδιο επιχειρησιακό πλαίσιο και αξιοποιούν κοινές βάσεις δεδομένων και κοινά πληροφοριακά εργαλεία.

Η ενοποίηση αυτή επιτρέπει τη γρήγορη διασταύρωση στοιχείων που στο παρελθόν θα βρίσκονταν κατανεμημένα σε διαφορετικές υπηρεσίες. Κάθε πληροφορία μπορεί να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με παλαιότερες δικογραφίες, με δεδομένα από άλλες έρευνες και με ευρήματα που έχουν συγκεντρωθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης η δυνατότητα συστηματικής επανεξέτασης ανεξιχνίαστων υποθέσεων. Τα λεγόμενα cold cases αποτελούν πλέον ξεχωριστό αντικείμενο αστυνομικής έρευνας σε πολλές χώρες και η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η ίδια λογική αρχίζει να εφαρμόζεται και στην Ελλάδα. Η ύπαρξη εξειδικευμένων ομάδων που μπορούν να αφιερώσουν χρόνο και τεχνικά μέσα στην αναθεώρηση παλαιών δικογραφιών αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες εξιχνίασης εγκλημάτων που παρέμεναν ανεπίλυτα επί σειρά ετών.

Οι αναλογίες και οι διαφορές με την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη

Η σύγκριση με την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για την κορυφαία επιτυχία των ελληνικών διωκτικών αρχών απέναντι στην εγχώρια τρομοκρατία.

Υπάρχουν ορισμένες κοινές παράμετροι. Και στις δύο περιπτώσεις οι αρχές προχώρησαν στη χαρτογράφηση σχέσεων, στη συγκέντρωση μεγάλου όγκου στοιχείων και στη σύνθεση μιας συνολικής εικόνας γύρω από τη δράση των εμπλεκομένων. Η συνεργασία πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων υπήρξε επίσης βασικό χαρακτηριστικό και των δύο ερευνών.

Οι διαφορές προκύπτουν κυρίως από την εξέλιξη της τεχνολογίας και της οργανωτικής φιλοσοφίας. Η εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη ξεκίνησε από ένα τυχαίο γεγονός, τον τραυματισμό του Σάββα Ξηρού κατά την προετοιμασία βομβιστικής επίθεσης, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για μια ευρύτερη έρευνα. Στη συνέχεια αξιοποιήθηκαν βαλλιστικά ευρήματα, γιάφκες, χειρόγραφα, καταθέσεις, τηλεφωνικά στοιχεία και φυσικά πειστήρια, τα οποία επέτρεψαν στις αρχές να αποκαλύψουν τη δομή της οργάνωσης.

Στις πρόσφατες υποθέσεις η αφετηρία βρίσκεται στην οργανωμένη ανάλυση πληροφοριών και στην επανεξέταση ήδη γνωστού υλικού. Η τεχνολογία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των δυνατοτήτων της έρευνας, καθώς προσφέρει νέα εργαλεία επεξεργασίας εικόνας, ανάλυσης επικοινωνιών και διασύνδεσης δεδομένων.

Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την εξέλιξη της εγκληματολογικής επιστήμης διεθνώς. Η σύγχρονη έρευνα αξιοποιεί την τεχνολογία ώστε να συνθέτει σταδιακά ένα ολοκληρωμένο αποδεικτικό οικοδόμημα, μέσα στο οποίο κάθε στοιχείο αποκτά το πραγματικό του βάρος σε συνάρτηση με όλα τα υπόλοιπα.

Η νέα εποχή στην αντιμετώπιση της πολιτικής βίας

Οι πρόσφατες εξελίξεις δημιουργούν την εικόνα μιας σημαντικής θεσμικής ωρίμανσης των ελληνικών διωκτικών αρχών. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας συνοδεύεται από αλλαγές στην επιχειρησιακή κουλτούρα, στη συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών και στη συστηματική ανάλυση πληροφοριών.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης δεν κρίνεται αποκλειστικά από τον αριθμό των συλλήψεων. Αποτυπώνεται επίσης στην ικανότητα των αρχών να διατηρούν ενεργές έρευνες επί σειρά ετών, να αξιοποιούν κάθε νέο στοιχείο που προκύπτει και να επανεξετάζουν παλαιές υποθέσεις με σύγχρονα μέσα.

Παράλληλα, η πορεία κάθε υπόθεσης υπενθυμίζει ότι η προανακριτική διαδικασία αποτελεί μόνο το πρώτο στάδιο της ποινικής δικαιοσύνης. Το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων θα αξιολογηθεί από τα αρμόδια δικαστήρια, τα οποία έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνουν την επάρκειά τους και να αποφανθούν για την ενοχή ή την αθωότητα των κατηγορουμένων.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η Ελλάδα ακολουθεί πλέον τις διεθνείς τάσεις στην αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, όπου η πληροφορία, η ψηφιακή εγκληματολογία και η διεπιστημονική συνεργασία συνθέτουν ένα ενιαίο ερευνητικό πλαίσιο. Η μετάβαση αυτή ενισχύει τις δυνατότητες εξιχνίασης ακόμη και των πιο σύνθετων εγκλημάτων και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε υποθέσεις που επί πολλά χρόνια θεωρούνταν ανεπίλυτες να μπορούν πλέον να επανεξετάζονται με αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας.