Νέα δεδομένα για τα φάρμακα της παχυσαρκίας: Πιθανή δράση και στους εθισμούς δείχνουν οι έρευνες
Οι επιστήμονες διαπιστώνουν πλέον ότι η δράση τους δεν περιορίζεται στο μεταβολικό σύστημα, αλλά επεκτείνεται και στον εγκέφαλο
Μια απρόσμενη επιστημονική παρατήρηση φαίνεται να ανοίγει νέους δρόμους στην αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, καθώς φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την παχυσαρκία ενδέχεται να επηρεάζουν και τη συμπεριφορά που σχετίζεται με τον εθισμό.
Το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στρέφεται πλέον στη διερεύνηση του κατά πόσο οι ίδιες θεραπείες μπορούν να περιορίσουν την επιθυμία για ουσίες όπως το αλκοόλ, η νικοτίνη ή ακόμη και τα οπιοειδή.
Αφορμή για τη νέα αυτή κατεύθυνση αποτέλεσαν πραγματικά περιστατικά ασθενών, τα οποία περιγράφει ο κλινικός επιδημιολόγος Ziyad Al-Aly από το Washington University in St. Louis. Όπως αναφέρει, ασθενείς που λάμβαναν φάρμακα για τον διαβήτη ή την απώλεια βάρους παρατήρησαν ότι η επιθυμία τους για εθιστικές συνήθειες μειώθηκε αισθητά, ακόμη και χωρίς συνειδητή προσπάθεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, άνθρωποι που προσπαθούσαν επί χρόνια να διακόψουν το κάπνισμα ή την κατανάλωση αλκοόλ ανέφεραν ξαφνική απώλεια ενδιαφέροντος μετά την έναρξη της θεραπείας.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται φάρμακα που βασίζονται στη δράση της ορμόνης GLP-1, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη. Αν και αρχικά αναπτύχθηκαν για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν ευρέως και για τη διαχείριση του σωματικού βάρους. Οι επιστήμονες διαπιστώνουν πλέον ότι η δράση τους δεν περιορίζεται στο μεταβολικό σύστημα, αλλά επεκτείνεται και στον εγκέφαλο.
Αυξάνεται το κάπνισμα και το άτμισμα των νέων στην Ελλάδα – Τι συνιστούν οι ειδικοί
Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι υποδοχείς της GLP-1 εντοπίζονται σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή, το κίνητρο και το στρες, δηλαδή στα ίδια νευρωνικά κυκλώματα που εμπλέκονται στους εθισμούς. Μέσω αυτών των μηχανισμών, τα φάρμακα φαίνεται να επηρεάζουν τη δραστηριότητα της ντοπαμίνης, μειώνοντας την ένταση της ανταμοιβής που συνδέεται με εθιστικές ουσίες και καθιστώντας τες λιγότερο ελκυστικές.
Τα πρώτα ευρήματα από μελέτες είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Σε ανάλυση δεδομένων από περισσότερους από 600.000 ασθενείς με διαβήτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρατηρήθηκε ότι όσοι λάμβαναν τα συγκεκριμένα φάρμακα εμφάνιζαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά επιπλοκών που σχετίζονται με εξαρτήσεις. Συγκεκριμένα, καταγράφηκαν λιγότεροι θάνατοι από χρήση ουσιών, μειωμένες υπερδοσολογίες και λιγότερες νοσηλείες, ενώ παράλληλα μειώθηκε και ο κίνδυνος εμφάνισης νέων διαταραχών εξάρτησης.
Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν και από άλλες διεθνείς έρευνες, ενώ μικρότερες κλινικές δοκιμές δείχνουν ότι η σεμαγλουτίδη μπορεί να περιορίσει τόσο την επιθυμία όσο και την κατανάλωση αλκοόλ. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη περισσότερες από δώδεκα κλινικές μελέτες που εξετάζουν τη χρήση των φαρμάκων αυτών ως πιθανή θεραπεία για διαφορετικές μορφές εθισμού.
Παρά τα αισιόδοξα δεδομένα, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα πριν τα φάρμακα αυτά εγκριθούν για τη συγκεκριμένη χρήση. Παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα σχετικά με τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα, τη διατήρηση των αποτελεσμάτων μετά τη διακοπή της θεραπείας, αλλά και τις πιθανές επιδράσεις στη συμπεριφορά και τα κίνητρα των ασθενών.
Ωστόσο, η μέχρι τώρα εικόνα δημιουργεί προσδοκίες για μια σημαντική εξέλιξη στον τομέα της θεραπείας εξαρτήσεων. Αν επιβεβαιωθούν τα ευρήματα, τα φάρμακα GLP-1 θα μπορούσαν να αποτελέσουν την πρώτη θεραπευτική προσέγγιση που στοχεύει ταυτόχρονα σε πολλαπλές μορφές εθισμού, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο αντιμετώπισης ενός από τα πιο σύνθετα προβλήματα δημόσιας υγείας.