Γιατί το πετρέλαιο μετριέται σε βαρέλια

Η ιστορία μιας μονάδας που άντεξε δύο αιώνες

Γιατί το πετρέλαιο μετριέται σε βαρέλια

Παρά την τεχνολογική εξέλιξη της παγκόσμιας ενεργειακής βιομηχανίας, μία μονάδα μέτρησης εξακολουθεί να κυριαρχεί όταν γίνεται λόγος για το αργό πετρέλαιο: το βαρέλι.

Είτε πρόκειται για αυξομειώσεις τιμών, είτε για αποφάσεις παραγωγής από πετρελαιοπαραγωγές χώρες, η συγκεκριμένη μονάδα εμφανίζεται σταθερά στις διεθνείς αναφορές. Πίσω από τα 159 λίτρα που αντιστοιχούν σε ένα βαρέλι δεν κρύβεται κάποια σύγχρονη τεχνική σύμβαση, αλλά μια ιστορία που ξεκινά από τις απαρχές της πετρελαϊκής βιομηχανίας τον 19ο αιώνα.

Η απαρχή της χρήσης του βαρελιού ως μονάδας συνδέεται με το 1859, όταν ο Edwin L. Drake πραγματοποίησε μία από τις πρώτες επιτυχημένες γεωτρήσεις πετρελαίου στην πολιτεία της Πενσιλβάνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν ειδικά σχεδιασμένα δοχεία για την αποθήκευση και τη μεταφορά του αργού πετρελαίου. Οι παραγωγοί αξιοποιούσαν τα ξύλινα βαρέλια που ήδη χρησιμοποιούνταν στο εμπόριο για προϊόντα όπως το ουίσκι ή τα αγροτικά αγαθά.

Στο αμερικανικό εμπόριο το βαρέλι είχε ήδη καθιερωθεί ως μονάδα όγκου ίση με 42 γαλόνια. Η πετρελαϊκή βιομηχανία υιοθέτησε αυτή την πρακτική σχεδόν αυτούσια. Δεδομένου ότι ένα αμερικανικό γαλόνι αντιστοιχεί σε περίπου 3,785 λίτρα, ο υπολογισμός οδηγεί σε 158,97 λίτρα, ποσότητα που στρογγυλοποιήθηκε στα 159 λίτρα και παραμένει μέχρι σήμερα το διεθνές πρότυπο για το λεγόμενο «βαρέλι πετρελαίου».

Η επιλογή αυτού του μεγέθους δεν ήταν τυχαία αλλά απολύτως πρακτική. Ένα γεμάτο βαρέλι των 42 γαλονιών ζύγιζε περίπου 136 κιλά, βάρος που μπορούσαν να μετακινήσουν δύο εργάτες χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Μεγαλύτερα δοχεία θα ήταν δύσχρηστα στη μεταφορά, ενώ μικρότερα θα αύξαναν το κόστος μετακίνησης του προϊόντος, καθώς θα απαιτούσαν μεγαλύτερο αριθμό συσκευασιών για τον ίδιο όγκο.

Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι τα μωρά «καταλαβαίνουν» περισσότερα απ’ όσα νομίζαμε

Τα πρώτα βαρέλια, ωστόσο, απείχαν αρκετά από τα σημερινά βιομηχανικά δοχεία. Κατασκευάζονταν από ξύλινες σανίδες που συγκρατούνταν με μεταλλικούς κρίκους και συχνά παρουσίαζαν διαρροές. Οι απώλειες κατά τη μεταφορά ήταν συνηθισμένες, είτε λόγω συρρίκνωσης του ξύλου είτε λόγω εξάτμισης των ελαφρύτερων συστατικών του πετρελαίου. Για τον λόγο αυτό, τα βαρέλια πολλές φορές γεμίζονταν ελαφρώς περισσότερο από το ονομαστικό τους όριο, ώστε ο αγοραστής να παραλάβει τελικά την ποσότητα που είχε συμφωνηθεί.

Η καθιέρωση του βαρελιού ως επίσημου προτύπου ήρθε το 1872, όταν η πετρελαϊκή αυτοκρατορία της Standard Oil υπό την ηγεσία του John D. Rockefeller υιοθέτησε τη συγκεκριμένη μονάδα ως βιομηχανικό στάνταρ. Από εκεί και πέρα, το βαρέλι σταδιακά έπαψε να είναι μόνο φυσικό δοχείο και εξελίχθηκε σε λογιστική μονάδα μέτρησης.

Σήμερα το πετρέλαιο δεν μεταφέρεται σε βαρέλια αλλά κυρίως μέσω αγωγών, δεξαμενόπλοιων και μεγάλων αποθηκευτικών εγκαταστάσεων. Παρ’ όλα αυτά, η παραδοσιακή μονάδα παραμένει κυρίαρχη στη διεθνή αγορά. Ακόμη και χρηματιστήρια ενέργειας όπως το New York Mercantile Exchange συνεχίζουν να διαπραγματεύονται συμβόλαια αργού πετρελαίου με βάση το βαρέλι, αποδεικνύοντας ότι μια πρακτική λύση του 19ου αιώνα μπορεί να επιβιώσει και στον κόσμο της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας.