Στο ΜΟΔ Εδεσσας οι Τούρκοι για τους πυροβολισμούς κατά της ΕΥΠ – Προηγήθηκαν δυο διακοπές
Μετά από δύο διακοπές της διαδικασίας και χωρίς να έχει μεσολαβήσει αναβολή, σήμερα, Δευτέρα 19 Ιανουαρίου, ξεκινά ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Έδεσσας η εκδίκαση της υπόθεσης των πυροβολισμών κατά πρακτόρων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, περιστατικό που σημειώθηκε σε πρατήριο καυσίμων στην περιοχή της Θέρμης Θεσσαλονίκης στις 27 Μαΐου.
Η υπόθεση είχε αρχικά προσδιοριστεί για τις 12 Ιανουαρίου. Κατά την πρώτη συνεδρίαση αποφασίστηκε διακοπή της διαδικασίας και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τις 16 Ιανουαρίου. Και κατά τη δεύτερη συνεδρίαση, η διαδικασία διεκόπη εκ νέου λόγω παρέλευσης του ωραρίου, με αποτέλεσμα η εκδίκαση να ξεκινά ουσιαστικά σήμερα.
Στο εδώλιο κάθονται τρεις άνδρες, υπήκοοι Τουρκίας, οι οποίοι φέρονται να συνδέονται με την ομάδα «Duran». Σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, κατά περίπτωση, για απόπειρα ανθρωποκτονίας και συνέργεια σε αυτή σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, οι τρεις κατηγορούμενοι φέρονται να εμπλέκονται σε ένοπλο επεισόδιο που σημειώθηκε έξω από πρατήριο καυσίμων στους Ταγαράδες Θεσσαλονίκης. Το όχημα στο οποίο επέβαιναν, ένα ασημί τζιπ, τελούσε υπό διακριτική παρακολούθηση από την ΕΥΠ, στο πλαίσιο επιχειρησιακής δραστηριότητας που σχετιζόταν με τη συλλογή πληροφοριών. Κατά την εξέλιξη των γεγονότων, και σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο οδηγός του οχήματος κατέβηκε, έβγαλε όπλο και πυροβόλησε τρεις φορές προς το όχημα στο οποίο επέβαιναν πράκτορες της ΕΥΠ. Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν εκ νέου στο όχημά τους και αποχώρησαν από το σημείο. Από το περιστατικό δεν προέκυψε τραυματισμός, ωστόσο οι πράξεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την άσκηση βαριών ποινικών διώξεων.
Μετά το περιστατικό, τον χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Στο πλαίσιο της έρευνας, λίγες ημέρες αργότερα εντοπίστηκε και συνελήφθη ο ένας εκ των τριών κατηγορουμένων στη Βυρσίνη Ροδόπης, περιοχή κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία, έπειτα από οργανωμένη επιχείρηση με τη συνδρομή της ΕΚΑΜ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, μετά τη σύλληψή του φέρεται να παρείχε πληροφορίες που συνέβαλαν στον εντοπισμό του οχήματος που χρησιμοποιήθηκε στο περιστατικό.
Οι δύο άλλοι κατηγορούμενοι είχαν ήδη αποχωρήσει από την ελληνική επικράτεια. Έπειτα από συνεργασία των ελληνικών Αρχών με τις Αρχές της Βουλγαρίας, εντοπίστηκαν τις πρώτες πρωινές ώρες της Τρίτης 3 Ιουνίου στο χωριό Σβιλένγκραντ, κοντά στα σύνορα της Βουλγαρίας με την Τουρκία. Ακολούθησε η προβλεπόμενη διαδικασία για την έκδοση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης και την έκδοσή τους στην Ελλάδα, όπου οδηγήθηκαν ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών Αρχών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των διωκτικών Αρχών, η υπόθεση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της δράσης οργανωμένων εγκληματικών ομάδων τουρκικής προέλευσης, οι οποίες τα τελευταία χρόνια απασχολούν τις ελληνικές και ευρωπαϊκές Αρχές. Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερης βαρύτητας λόγω της φύσης των κατηγοριών και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν οι πράξεις, ενώ παρακολουθείται στενά από τις αρμόδιες δικαστικές και διωκτικές Αρχές.