Αθηνά Αρσένη στο TheOpinion: «Η Ιθάκη γίνεται το υλικό πάνω στο οποίο θα δουλέψουν οι καλλιτέχνες»
Η Αθηνά Αρσένη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεατρικού Φεστιβάλ Ιθάκης, μιλάει στο TheOpinion και στη Δέσποινα Δαϊλιάνη.
Ανοίγει σήμερα η αυλαία για το Θεατρικό Φεστιβάλ Ιθάκης, το οποίο επιστρέφει για πέμπτη χρονιά, με ένα πλούσιο πρόγραμμα που επικεντρώνεται στη θεματική «Τοπίο – Σώμα».
«Σα βγεις», λοιπόν, «στον πηγαιμό για την Ιθάκη, ο δρόμος θα ‘ναι γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις». Θα ‘ναι γεμάτος θέατρο, τέχνη, δημιουργία και συναντήσεις, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Αθηνάς Αρσένη και του Κώστα Γάκη.
Στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ, θα τιμηθούν για τη συνολική προσφορά τους στο θέατρο ο διεθνώς αναγνωρισμένος σκηνοθέτης, Θεόδωρος Τερζόπουλος, μία από τις κορυφαίες μορφές του σύγχρονου παγκόσμιου θεάτρου, και η ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτις, Άννα Βαγενά, για τη διαχρονική συμβολή της στον ελληνικό πολιτισμό.
Η Άννα Βαγενά αναφέρει στο TheOpinion: «Η Ιθάκη είναι ένα όμορφο νησί, με τον πολιτισμό και την ιστορία του. Ευχαριστώ θερμά τη διοργάνωση για αυτήν την τιμή.
Επίσης, χαίρομαι πάρα πολύ που βραβεύομαι μαζί με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο. Είναι ένας σημαντικός θεατράνθρωπος. Οι θεατρικές δουλειές και των δύο αφορούν το σύνολο, έχοντας κοινωνικό και πολιτικό στόχο. Είμαστε καλλιτέχνες, ταγμένοι σε μια ιδεολογία.
Έχω δημιουργήσει δύο θέατρα, το Θεσσαλικό και το Μεταξουργείο. Έχω ανεβάσει και σκηνοθετήσει αμέτρητες παραστάσεις, και ασχολούμαι και με τη συγγραφή.
Όλα αυτά τα χρόνια βαδίζω στον δρόμο που γνωρίζω, με τους ίδιους τρόπους και τις ίδιες αρχές. Σε κάθε θεατρική δουλειά που έκανα, είτε μόνη μου είτε μαζί με τον σύζυγό μου, Λουκιανό Κηλαηδόνη, χρειάστηκε να καταβάλω προσωπικό κόπο, να κάνω θυσίες και να αναλάβω το οικονομικό ρίσκο. Και πάντα φρόντιζα να πληρώνονται όλοι οι άνθρωποι που εργάζονταν δίπλα μου.
Αυτά σας τα αναφέρω, καθώς ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει για ποιον λόγο βραβεύεται ένας άνθρωπος».

Αθηνά, πίσω από κάθε θεσμό υπάρχoυν άνθρωποι που τον οραματίζονται και τον υπηρετούν. Πώς η επαγγελματική σου πορεία σε έφερε ως εδώ;
Σπούδασα θέατρο και μουσική στην Αγγλία και συνέχισα με μεταπτυχιακές σπουδές στο σωματικό θέατρο. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, το 2008, ίδρυσα τη θεατρική ομάδα «Λωτοφάγοι» και, για περισσότερο από μία δεκαετία, δούλεψα στην Αθήνα ως θεατροπαιδαγωγός. Παράλληλα, δημιουργούσα παραστάσεις και εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες, συνεργαζόμενη με επαγγελματίες ηθοποιούς και διαφορετικούς θεατρικούς χώρους.
Ζω μόνιμα στην Ιθάκη από το 2015, αλλά η πανδημία ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ένα σημείο καμπής. Σταμάτησαν οι συνεχείς μετακινήσεις στην Αθήνα και άρχισα να στρέφω όλο και περισσότερο τη δημιουργική μου ενέργεια εδώ.
Μέσα από την ενασχόλησή μου με την τοπική αυτοδιοίκηση και τον πολιτισμό, αρχίσαμε, σταδιακά, να χτίζουμε μια πιο έντονη πολιτιστική ζωή στο νησί. Σήμερα, πέρα από τις δράσεις του δήμου, συνεχίζω μέσα από τους «Λωτοφάγους» να σχεδιάζω εκπαιδευτικά και καλλιτεχνικά προγράμματα, φέρνοντας το θέατρο σε διάλογο με τη μουσική, τη λογοτεχνία, το μουσείο και την τεχνολογία.
Έζησες, με έναν τρόπο, την πρώτη περίοδο του Θεατρικού Φεστιβάλ Ιθάκης και, πλέον, έχεις αναλάβει τα ηνία της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, γεγονός που σήμανε και την αναγέννησή του. Πώς μετατρέπεται αυτή η μνήμη σε «πυξίδα» για το παρόν, αλλά και για το μέλλον του;
Για μένα, το Θεατρικό Φεστιβάλ Ιθάκης έχει μια πολύ προσωπική αφετηρία. Το έζησα ως παιδί. Ο πατέρας μου ήταν τότε δήμαρχος της Ιθάκης και θυμάμαι το Φεστιβάλ όχι ως κάτι μακρινό ή θεσμικό, αλλά ως μέρος της καθημερινότητάς μας: ανθρώπους του θεάτρου να έρχονται στο νησί, βραδιές παραστάσεων, συζητήσεις, μια Ιθάκη γεμάτη καλλιτέχνες. Από εδώ πέρασαν σημαντικές προσωπικότητες, κάποιοι, μάλιστα, στα πρώτα βήματα της πορείας τους.
Ίσως, λοιπόν, η ανάγκη να το αναβιώσω να υπήρχε μέσα μου πολύ πριν το καταλάβω. Όταν, ύστερα από περίπου είκοσι χρόνια απουσίας, αποφασίσαμε να του δώσουμε ξανά ζωή, δεν ήθελα να αντιγράψουμε το παλιό Φεστιβάλ. Ήθελα να κρατήσουμε τη μνήμη του και να δημιουργήσουμε κάτι σημερινό: έναν θεσμό που ενώνει παράσταση, εκπαίδευση και νέα δημιουργία. Νομίζω ότι η διαδρομή μου —από το θέατρο και την εκπαίδευση μέχρι την Ιθάκη και την πολιτιστική διοργάνωση— κατέληξε κάπως φυσικά εδώ.
Από το παλιό Φεστιβάλ υπάρχουν πράγματα που θέλαμε οπωσδήποτε να διατηρήσουμε. Ένα από αυτά είναι οι μεγάλες προσωπικότητες του θεάτρου που πέρασαν από την Ιθάκη. Αυτό παραμένει και σήμερα ένας σημαντικός στόχος μας, να έρχονται, δηλαδή, στο νησί άνθρωποι που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στον ελληνικό πολιτισμό, να συναντούν τους νεότερους καλλιτέχνες και να έχουμε την ευκαιρία να τους τιμούμε για την προσφορά τους.
Διατηρήσαμε, επίσης, την ιδέα του διαγωνισμού, αλλά τη μεταμορφώσαμε. Το παλιό Φεστιβάλ είχε έντονο το στοιχείο του ερασιτεχνικού θεάτρου και φιλοξενούσε θιάσους από όλη την Ελλάδα. Εμείς δεν θέλαμε να αναπαράγουμε ακριβώς εκείνο το μοντέλο. Άλλωστε, υπάρχουν σήμερα πολλά και πολύ αξιόλογα φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου. Θέλαμε να αναζητήσουμε ποια θα μπορούσε να είναι η σύγχρονη ταυτότητα της Ιθάκης.
Γι’ αυτό και οι δύο πρώτες διοργανώσεις της αναβίωσης, το 2022 και το 2023, ήταν για εμάς περισσότερο πειραματικές και ερευνητικές. Αναζητούσαμε τη δομή και την ταυτότητα του νέου Φεστιβάλ, συζητούσαμε με καλλιτέχνες και ανθρώπους του πολιτισμού, και αναρωτιόμασταν: τι έχει να πει, σήμερα, ένα σύγχρονο θεατρικό φεστιβάλ στην Ιθάκη;
Πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της ταυτότητας έχει παίξει και η καλλιτεχνική συνδιεύθυνση με τον Κώστα Γάκη. Το Φεστιβάλ, όπως είναι σήμερα, το έχουμε οραματιστεί και εξελίξει μαζί. Η εμπειρία του, οι γνώσεις του και η καλλιτεχνική του ματιά έχουν συμβάλει ουσιαστικά σε αυτό που έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε, μέσα από έναν συνεχή διάλογο και μια κοινή διάθεση να δοκιμάζουμε καινούργια πράγματα.
Μέσα από αυτήν τη διαδικασία άρχισε να διαμορφώνεται αυτό που είμαστε σήμερα. Θέλαμε να μιλήσουμε για την εξέλιξη του σύγχρονου θεάτρου και τη νέα δημιουργία, αλλά και για κάτι που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό: την αποκέντρωση του πολιτισμού.
Ο σύγχρονος πολιτισμός δεν μπορεί να αφορά μόνο την Αθήνα. Πρέπει να δημιουργούνται ισχυροί θεσμοί και στην περιφέρεια, και ιδιαίτερα στη νησιωτική Ελλάδα. Επιπλέον, θέλαμε να συναντηθούν οι γενιές, οι νέοι ηθοποιοί με τους έμπειρους επαγγελματίες, η εκπαίδευση με την πράξη, η καινούργια ματιά με την εμπειρία.
Οπότε, για μένα, η μνήμη λειτουργεί ως «πυξίδα» ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Δεν μας λέει να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Μας θυμίζει από πού ξεκινήσαμε, ώστε να αποφασίσουμε προς τα πού θέλουμε να πάμε.
Η καλλιτεχνική συνάντησή σου με τον Κώστα Γάκη φαίνεται πως υπήρξε καθοριστική για τη νέα εποχή του Φεστιβάλ…
Ο Κώστας είναι ένας άνθρωπος βαθιά ανθρώπινος και γειωμένος. Έχει μια σημαντική διαδρομή στο θέατρο, μεγάλη εμπειρία και γνώση, αλλά τίποτα από αυτά δεν μπαίνει ανάμεσα στον ίδιο και στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεται. Παραμένει κοντά στον ηθοποιό, ανοιχτός στις ιδέες, διαθέσιμος να ακούσει και να συνομιλήσει. Αυτό, για μένα, είναι πολύ σημαντικό.
Μεταξύ μας υπάρχει πολύ καλή επικοινωνία, αλληλοκατανόηση και, πάνω απ’ όλα, αμοιβαίος σεβασμός. Νομίζω, επίσης, ότι λειτουργούμε καλά μαζί, γιατί συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον.
Εγώ βρίσκομαι στην Ιθάκη και ασχολούμαι περισσότερο με το κομμάτι της υλοποίησης: τη σύνδεση με την τοπική κοινωνία, την οργάνωση, τις χρηματοδοτήσεις, τη φιλοξενία· όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα, που χρειάζονται, για να μπορέσει, τελικά, ένα φεστιβάλ να πραγματοποιηθεί. Ο Κώστας, από την Αθήνα, βρίσκεται πολύ κοντά στην καλλιτεχνική πραγματικότητα του θεάτρου, στους δημιουργούς και στις νέες τάσεις. Ενώνουμε, λοιπόν, δύο διαφορετικές θέσεις και δύο διαφορετικές εμπειρίες προς έναν κοινό στόχο.
Αυτή η συνεργασία δεν περιορίζεται μόνο στις ημέρες του Φεστιβάλ. Τον περασμένο Φεβρουάριο κάναμε, για πρώτη φορά, ένα βήμα που για εμάς ήταν πολύ σημαντικό. Βγάλαμε το Θεατρικό Φεστιβάλ Ιθάκης έξω από την Ιθάκη και το φέραμε στην Αθήνα, στο Θέατρο Καλλιρρόης.
Εκεί, αισθανθήκαμε ότι αρχίζει να δημιουργείται γύρω του μια πραγματική κοινότητα. Ήρθαν άνθρωποι που το είχαν γνωρίσει στην Ιθάκη, αλλά και νέοι καλλιτέχνες. Ακόμα πιο συγκινητικό ήταν ότι, συμμετέχοντες προηγούμενων ετών, ήρθαν για να παρακολουθήσουν και να στηρίξουν τις νεότερες ομάδες. Υπάρχει, δηλαδή, μια συνέχεια, μια σχέση που δεν τελειώνει όταν κλείνει η αυλαία κάθε διοργάνωσης.
Τελικά, ίσως εκεί να βρίσκεται και η πραγματική «χημεία» μας: αγαπάμε και οι δύο πάρα πολύ αυτό που κάνουμε. Πιστεύουμε σε αυτό το Φεστιβάλ και δίνουμε πραγματικά την ψυχή μας για να το βλέπουμε κάθε χρόνο να μεγαλώνει.
Το Φεστιβάλ έχει εξελιχθεί σε έναν τόπο συνάντησης, έρευνας και εκπαίδευσης. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το γεγονός ότι η Ιθάκη δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, αλλά ως συνδημιουργός της καλλιτεχνικής διαδικασίας;
Για μένα, αυτό είναι, ίσως, ένα από τα στοιχεία που κάνουν το Φεστιβάλ πραγματικά Θιακό. Θα μπορούσαμε να διοργανώνουμε παραστάσεις σε ένα θέατρο, να τελειώνουν και ο καθένας να επιστρέφει στο σπίτι του. Δεν είναι, όμως, αυτό που θέλουμε να κάνουμε.
Η Ιθάκη βρίσκεται στο πρώτο πλάνο. Ειδικά φέτος, με τη θεματική «Τοπίο – Σώμα», γίνεται η ίδια το υλικό πάνω στο οποίο θα δουλέψουν οι καλλιτέχνες. Και όταν λέω Ιθάκη, δεν εννοώ μόνο το φυσικό της τοπίο. Είναι οι χώροι της, η ιστορία της, οι άνθρωποί της, η αγορά, η καθημερινότητα, οι αφηγήσεις και οι μνήμες της.
Οι συμμετέχοντες θα μπουν μέσα στην πραγματική ζωή του νησιού. Θα συναντήσουν ανθρώπους, θα ακούσουν ιστορίες, θα παρατηρήσουν, θα κινηθούν μέσα στον τόπο και όλο αυτό θα γίνει υλικό για τη δημιουργία τους. Στο εργαστήριο του Κώστα Γάκη, για παράδειγμα, αυτή η διαδικασία θα οδηγήσει σε μια τελική performance που δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί με τον ίδιο τρόπο οπουδήποτε αλλού. Θα έχει γεννηθεί εδώ και θα κουβαλά μέσα της την Ιθάκη.
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα. Η Ιθάκη έχει ένα συμβολικό βάρος που ξεπερνά κατά πολύ τη γεωγραφία της. Υπάρχει η πραγματική Ιθάκη, αλλά και η Ιθάκη που κουβαλά ο καθένας μέσα του: η Ιθάκη της επιστροφής, της αναζήτησης, του ταξιδιού, του προσωπικού προορισμού. Οπότε, φέτος θα συναντηθούν η Ιθάκη που κατοικούμε και η Ιθάκη που κουβαλάμε μέσα μας. Από αυτήν τη συνάντηση θέλουμε να προκύψει η δημιουργία.
Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν θα έλεγα ότι είναι απλώς «συνδημιουργός». Είναι το υλικό μας. Είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η έρευνα και στο οποίο επιστρέφει η καλλιτεχνική πράξη.
Ποια είναι η σχέση των κατοίκων με το Φεστιβάλ και πώς αλλάζει η καθημερινότητα του νησιού τις ημέρες της διοργάνωσης;
Νομίζω ότι, πλέον, οι Θιακοί περιμένουν τον Σεπτέμβρη και το Φεστιβάλ. Περιμένουν να δουν θέατρο, να παρακολουθήσουν ένα εργαστήριο ή μια συζήτηση, αλλά και να κουβεντιάσουν μετά γι’ αυτό που είδαν. Αυτό, για μένα, είναι από τα μεγαλύτερα κέρδη αυτών των πέντε χρόνων.
Ο θεατής δεν έρχεται απλώς να παρακολουθήσει μια παράσταση και να φύγει. Μετά τις παραστάσεις, ανοίγουμε τη συζήτηση και ο κόσμος μιλά, ρωτά, διαφωνεί, λέει τη γνώμη του. Πέρυσι, για παράδειγμα, συζητούσαμε για τους ήρωες και τους αντιήρωες, για το τι σημαίνει τελικά «ηρωικό». Φέτος, μέσα από το «Τοπίο – Σώμα», θα ανοίξουμε μια διαφορετική συζήτηση γύρω από τον τόπο, το σώμα, τη μνήμη και την αφήγηση.
Βέβαια, η συμμετοχή δεν σταματά εκεί. Οι κάτοικοι παίρνουν μέρος στα εργαστήρια, παρακολουθούν τις δράσεις και στο διαγωνιστικό τμήμα. Έχουν ενεργό ρόλο στην αξιολόγηση, ψηφίζοντας και βαθμολογώντας τις παραστάσεις. Νιώθουν, δηλαδή, ότι το Φεστιβάλ τούς αφορά και ότι έχουν θέση μέσα σε αυτό.
Αλλά, ίσως, το πιο όμορφο συμβαίνει, όταν τελειώνει η παράσταση. Μετά μπορεί να βρεθούμε όλοι μαζί σε ένα καφέ, σε μια ταβέρνα ή σε ένα μπαρ. Ο θεατής, που πριν από λίγο παρακολουθούσε έναν ηθοποιό πάνω στη σκηνή, κάθεται τώρα δίπλα του και συνεχίζουν την κουβέντα. Στην Ιθάκη οι αποστάσεις είναι μικρές και αυτό καταργεί, με έναν πολύ φυσικό τρόπο, την απόσταση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο κοινό.
Έτσι, το Φεστιβάλ μπαίνει πραγματικά στην καθημερινότητα του νησιού. Φέτος, πιστεύω ότι αυτό θα είναι εντονότερο, γιατί η ίδια η θεματική μάς οδηγεί έξω από τις αίθουσες και ακόμα πιο βαθιά μέσα στην κοινότητα.
Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες του φετινού προγράμματος και ποιες στιγμές ξεχωρίζεις; Τι σηματοδοτεί για τη διοργάνωση η παρουσία και η βράβευση του Θεόδωρου Τερζόπουλου και της Άννας Βαγενά;
Δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω στιγμές, γιατί φέτος νιώθω ότι το ενδιαφέρον βρίσκεται περισσότερο στη διαδρομή των δέκα ημερών. Από το πρωί μέχρι το βράδυ θα συμβαίνουν πράγματα: εργαστήρια για παιδιά, εφήβους και ενήλικες, συναντήσεις με φοιτητές και πανεπιστημιακούς, παραστάσεις, προβολές, συζητήσεις, το διαγωνιστικό των νέων δημιουργών.
Για πρώτη φορά ανοίγουμε τόσο έντονα το Φεστιβάλ και σε άλλες τέχνες: στον κινηματογράφο, στη φωτογραφία, στον χορό, στην κίνηση. Θα ήθελα κάποιος να μπορεί να έρθει στην Ιθάκη και πραγματικά να ζει μέσα στο Φεστιβάλ, όσο αυτό διαρκεί.
Φυσικά, υπάρχουν δύο στιγμές με ιδιαίτερο συμβολισμό: η βράβευση της Άννας Βαγενά στην έναρξη και του Θεόδωρου Τερζόπουλου στη λήξη. Ίσως μου αρέσει που βρίσκονται ακριβώς εκεί, στην αρχή και στο τέλος, γιατί ανάμεσά τους θα έχει μεσολαβήσει όλη αυτή η νέα δημιουργία. Δύο άνθρωποι με τεράστια διαδρομή στο ελληνικό θέατρο πλαισιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, δέκα ημέρες, στις οποίες δίνουμε πολύ χώρο και στη νέα γενιά.
Αυτό που περιμένω, όμως, περισσότερο δεν είναι απαραίτητα μια συγκεκριμένη παράσταση ή μια βράβευση. Είναι αυτά που δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε· μια κουβέντα που θα ξεκινήσει μετά από μια παράσταση, μια γνωριμία ανάμεσα σε δύο καλλιτέχνες που μπορεί αύριο να γίνει συνεργασία, ένας νέος ηθοποιός που θα δοκιμάσει κάτι για πρώτη φορά, ένα παιδί που μπορεί να ανακαλύψει ότι αγαπά το θέατρο.
Το πρόγραμμα μπορούμε να το σχεδιάσουμε μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Αυτό που θα γεννηθεί, όμως, όταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι βρεθούν για μερικές ημέρες μαζί στην Ιθάκη, δεν μπορούμε να το προβλέψουμε. Και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι ενός ζωντανού φεστιβάλ.
Ποια είναι η άποψή σου για την «Οδύσσεια» του Christopher Nolan και για τον τρόπο με τον οποίο ένας δημιουργός αυτού του μεγέθους προσεγγίζει σήμερα τον ομηρικό μύθο;
Με συγκινεί κάθε φορά που ένας καλλιτέχνης, από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, επιστρέφει στην «Οδύσσεια» και βρίσκει κάτι καινούργιο να πει μέσα από αυτήν. Ίσως γιατί είμαι Ιθακήσια και μεγάλωσα με αυτήν την ιστορία. Από παιδί ήξερα τον Οδυσσέα ως τον βασιλιά της Ιθάκης, τον άνθρωπο που ταξίδεψε, χάθηκε, γνώρισε έναν ολόκληρο κόσμο και, τελικά, προσπάθησε να επιστρέψει στην πατρίδα και στην οικογένειά του.
Αυτό που με άγγιξε ιδιαίτερα στην ταινία του Nolan είναι η αντιπολεμική διάσταση, που εγώ, τουλάχιστον, διάβασα μέσα της. Με συγκίνησε, που μια τόσο μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή επιστρέφει σε ένα κείμενο σχεδόν τριών χιλιάδων χρόνων και, μέσα από αυτό, μπορεί ακόμη να μας κάνει να σκεφτούμε τι αφήνει πίσω του ένας πόλεμος.
Υπάρχει μια στιγμή προς το τέλος, στη συνάντηση του Οδυσσέα με την Πηνελόπη, όπου έρχεται αντιμέτωπος με το βάρος της καταστροφής της Τροίας και με τη δική του συμμετοχή σε αυτήν. Εκεί, το μυαλό μου πήγε αναπόφευκτα στο «σήμερα», στις εικόνες ολοκληρωτικής καταστροφής που βλέπουμε στη Γάζα. Σκέφτηκα πόσο τρομακτικό είναι ότι έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια και ο άνθρωπος εξακολουθεί να καταστρέφει πόλεις, ζωές και ολόκληρες κοινωνίες μέσα από τον πόλεμο.
Και, ίσως, αυτό είναι τελικά που κάνει την «Οδύσσεια» τόσο σπουδαία: δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε εποχή μπορεί να επιστρέψει σε αυτήν και να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό της. Ο Nolan την πήρε και την αφηγήθηκε με τα εργαλεία ενός σύγχρονου κινηματογραφιστή, φέρνοντας ξανά αυτήν την ιστορία μπροστά σε ένα τεράστιο παγκόσμιο κοινό.
Προσωπικά, πέρασα υπέροχα αυτές τις σχεδόν τρεις ώρες. Εύχομαι αυτή η ταινία να γίνει η αφορμή να διαβάσουν ξανά τον Όμηρο ακόμα περισσότεροι καλλιτέχνες και να δημιουργήσουν τη δική τους «Οδύσσεια».
Θα ήθελα, όμως, να δω και κάτι επιπλέον: περισσότερη έρευνα και δημιουργία γύρω από την «Οδύσσεια» και από την ίδια την Ελλάδα —κινηματογραφική, θεατρική, ιστορική και αρχαιολογική. Και θα ήθελα να δω και την ίδια την πολιτεία να δείχνει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αρχαιολογική έρευνα και τις ανασκαφές στην Ιθάκη, αλλά και για τα μουσεία του νησιού, ώστε αυτός ο τεράστιος πολιτιστικός πλούτος να αναδειχθεί περισσότερο.
Δεν πρόκειται απλώς για ένα σπουδαίο ελληνικό κείμενο ή για έναν μύθο που ανήκει στο παρελθόν, αλλά για μια πολιτιστική κληρονομιά που εξακολουθεί να αφορά ολόκληρο τον κόσμο. Θεωρώ ότι η ίδια η Ιθάκη αξίζει να βρίσκεται πολύ περισσότερο στο επίκεντρο αυτής της έρευνας και της διεθνούς συζήτησης.

Πληροφορίες
Θεατρικό Φεστιβάλ Ιθάκης, 17 – 26 Σεπτεμβρίου 2026
Διοργάνωση: Δήμος Ιθάκης
Συνδιοργάνωση: Περιφέρεια Ιονίων Νήσων και Περιφερειακή Ένωση Δήμων Ιονίων Νήσων
Το Φεστιβάλ υλοποιείται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, και του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.