Άννα Στυλιανάκη: «Πίσω από δύο ώρες όπερας κρύβονται χρόνια αφοσίωσης»
Η σοπράνο ερμηνεύει τη Μιμή στην «Μποέμ» του Φεστιβάλ Επταπυργίου και μιλά για την μεταφορά του γνωστού έργου στο σήμερα και την όπερα στην Ελλάδα
Για την Άννα Στυλιανάκη, η Μιμή δεν είναι απλώς η εύθραυστη ηρωίδα της «Μποέμ». Είναι ένας χαρακτήρας που όσο περνούν τα χρόνια αποκαλύπτει περισσότερη αξιοπρέπεια, εσωτερική γενναιότητα και πίστη στα μικρά πράγματα.
Η όπερα του Πουτσίνι συναντά το κοινό της Θεσσαλονίκης στον ατμοσφαιρικό χώρο του Επταπυργίου, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Επταπυργίου που διοργανώνει το Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στις 23, 25, 29 Ιουνίου και 1η Ιουλίου. Εκεί η σκηνοθετική ματιά του Αθανάσιου Κολαλά μεταφέρει το πασίγνωστο έργο στο σήμερα, κάνοντας την Μιμή μια μορφή ακόμη πιο αναγνωρίσιμη, έναν άνθρωπο που ζει μέσα στην αβεβαιότητα και αναζητά την αγάπη.
Έχετε επιστρέψει αρκετές φορές στη Μιμή. Τι σας αποκαλύπτει αυτός ο ρόλος όσο περνούν τα χρόνια;
Η Μιμή είναι ένας από τους ρόλους που με συνοδεύουν εδώ και πολλά χρόνια και αυτό που με συναρπάζει είναι ότι κάθε φορά που επιστρέφω σε αυτόν ανακαλύπτω κάτι διαφορετικό, όχι μόνο για τη Μιμή αλλά και για τον εαυτό μου.
Όταν ήμουν νεότερη, με συγκινούσε κυρίως η ρομαντική πλευρά της ιστορίας, ο μεγάλος έρωτας της Μιμής και του Ροντόλφο. Με τα χρόνια, όμως, άρχισα να κατανοώ βαθύτερα τη δύναμη, την αξιοπρέπεια και την εσωτερική γενναιότητα αυτού του χαρακτήρα. Η Μιμή γνωρίζει την ευθραυστότητά της, γνωρίζει τα όριά της, κι όμως επιλέγει να αγαπά, να ελπίζει και να παραμένει ανοιχτή στη ζωή.
Νομίζω ότι όσο μεγαλώνουμε, αντιλαμβανόμαστε περισσότερο την αξία των μικρών πραγμάτων που εκείνη αγαπά της συντροφικότητας, της τρυφερότητας, της ανθρώπινης επαφής. Ίσως γι’ αυτό η Μιμή παραμένει τόσο διαχρονική. Μας θυμίζει ότι η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στον θόρυβο ή στην επίδειξη, αλλά στην καλοσύνη, στην ευαισθησία και στην ικανότητα να αγαπάμε, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες.

Η συγκεκριμένη παραγωγή της «Μποέμ» μεταφέρει την γνωστή όπερα του Πουτσίνι στο σήμερα. Ποια όψη της Μιμής γίνεται πιο αναγνωρίσιμη στη δική μας εποχή;
Νομίζω ότι αυτό που κάνει τη Μιμή τόσο αναγνωρίσιμη και σήμερα είναι η ευαλωτότητά της. Ζούμε σε μια εποχή όπου πολλοί άνθρωποι βιώνουν ανασφάλεια, μοναξιά, οικονομικές δυσκολίες και αβεβαιότητα για το μέλλον. Η Μιμή κουβαλά ακριβώς αυτή την ανθρώπινη διάσταση.
Δεν είναι μια ηρωίδα που ξεχωρίζει λόγω δύναμης ή κοινωνικής θέσης. Είναι ένας απλός άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει, να αγαπήσει και να ονειρευτεί μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Αυτό είναι κάτι που αγγίζει ιδιαίτερα το σημερινό κοινό.
Παράλληλα, η Μιμή μάς θυμίζει την αξία της τρυφερότητας και της ανθρώπινης σύνδεσης. Σε έναν κόσμο που κινείται πολύ γρήγορα και συχνά μας απομονώνει, η ανάγκη της για αγάπη, συντροφικότητα και ουσιαστική επαφή γίνεται ίσως ακόμη πιο επίκαιρη.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι, ακόμη κι όταν η ιστορία μεταφέρεται στο σήμερα, η ουσία της Μιμής παραμένει αναλλοίωτη είναι η υπενθύμιση ότι η ευαισθησία δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη και ότι η ανθρωπιά και η ενσυναίσθηση είναι αυτό που μας κρατά όρθιους στις πιο δύσκολες εποχές.
Η εμπειρία σας στο Lied, με την ακρίβεια που απαιτεί στη φράση και στη σιωπή, επηρεάζει τον τρόπο που ερμηνεύετε Πουτσίνι;
Αναμφίβολα. Το Lied με έχει διδάξει να δίνω μεγάλη σημασία όχι μόνο σε αυτό που λέγεται, αλλά και σε αυτό που δεν λέγεται. Στις παύσεις, στις ανάσες, στις μικρές αλλαγές του χρώματος της φωνής, στις λέξεις που κρύβουν περισσότερα από όσα εκφράζουν.
Ο Πουτσίνι θεωρείται ένας συνθέτης μεγάλων συναισθημάτων και έντονων κορυφώσεων, και βέβαια είναι. Όμως η συγκίνηση στη μουσική του γεννιέται συχνά από πολύ λεπτές και εσωτερικές στιγμές. Εκεί νιώθω ότι η εμπειρία μου στο Lied με βοηθά ιδιαίτερα.
Στον ρόλο της Μιμής, για παράδειγμα, με ενδιαφέρει πάντα να αναζητώ την αλήθεια πίσω από τις λέξεις. Να ακούω τις σιωπές της, τις αμφιβολίες της, την ευαισθησία της. Η Μιμή δεν είναι μόνο οι μεγάλες λυρικές φράσεις. Είναι και οι εύθραυστες στιγμές ανάμεσά τους.
Νομίζω ότι το Lied με έχει κάνει να προσεγγίζω την όπερα με μεγαλύτερη προσοχή στη λεπτομέρεια και με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δύναμη των μικρών πραγμάτων. Και τελικά, πολλές φορές, είναι ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες που αγγίζουν περισσότερο το κοινό.
Τι σημαίνει σήμερα να είσαι λυρική τραγουδίστρια στην Ελλάδα; Είναι ένας χώρος που σου δίνει δυνατότητες ή σε αναγκάζει να βρίσκεις διαρκώς δικούς σου δρόμους;
Το να είσαι λυρική τραγουδίστρια στην Ελλάδα σήμερα σημαίνει να ζεις ανάμεσα στην αγάπη για την τέχνη σου και στην ανάγκη να δημιουργείς συνεχώς νέους δρόμους. Υπάρχουν σημαντικοί θεσμοί, φεστιβάλ και πρωτοβουλίες που προσφέρουν πολύτιμες ευκαιρίες, και γι’ αυτό είμαστε όλοι ευγνώμονες. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχει ουσιαστικά μία μόνο Λυρική Σκηνή στη χώρα, η οποία, όσο σημαντικό έργο κι αν επιτελεί, δεν μπορεί από μόνη της να απορροφήσει το σύνολο των εξαιρετικών Ελλήνων λυρικών καλλιτεχνών.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί τραγουδιστές να αναγκάζονται να αναζητούν επαγγελματικές διεξόδους στο εξωτερικό ή να μοιράζουν τη ζωή και τη δραστηριότητά τους ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες. Είναι μια πραγματικότητα που απαιτεί επιμονή, προσαρμοστικότητα και συνεχή εξέλιξη.
Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο οι λυρικές παραγωγές και οι σταθερές πολιτιστικές δομές στην περιφέρεια. Η Θεσσαλονίκη, επί παραδείγματι , διαθέτει σπουδαίους μουσικούς, τραγουδιστές, εκπαιδευτικά ιδρύματα και ένα κοινό που αγαπά πραγματικά την κλασική μουσική και την όπερα. Θα ήταν ευχής έργον να μπορεί να φιλοξενεί μια πιο συστηματική και μόνιμη λυρική δραστηριότητα.
Γιατί η όπερα δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες. Αφορά το κοινό, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και την ποιότητα ζωής μιας κοινωνίας. Και πιστεύω ότι αξίζει να έχει παρουσία σε κάθε μεγάλη πόλη της χώρας και όχι μόνο στην πρωτεύουσα.

Η όπερα απαιτεί πολύχρονη, σχεδόν αθέατη προετοιμασία. Νιώθετε ότι το κοινό και οι θεσμοί αντιλαμβάνονται τι κρύβεται πίσω από μια εμφάνιση στη σκηνή;
Νομίζω ότι το κοινό αντιλαμβάνεται το αποτέλεσμα, δηλαδή τη συγκίνηση που φτάνει από τη σκηνή στην πλατεία. Ίσως όμως δεν είναι πάντα εύκολο να φανταστεί κανείς τι κρύβεται πίσω από αυτή τη στιγμή.
Η όπερα είναι μια τέχνη που απαιτεί πολλά χρόνια σπουδών, καθημερινή πειθαρχία και συνεχή εξέλιξη. Η φωνή είναι το ίδιο μας το σώμα, επομένως η εκπαίδευση δεν σταματά ποτέ. Ακόμη και μετά από δεκαετίες εμπειρίας, συνεχίζουμε να μελετάμε, να αναζητούμε, να βελτιωνόμαστε.
Πίσω από μια παράσταση υπάρχουν αμέτρητες ώρες ατομικής προετοιμασίας, μουσικής μελέτης, γλωσσικής δουλειάς, σωματικής και ψυχικής προετοιμασίας, αλλά και η συνεργασία δεκάδων ανθρώπων μουσικών, μαέστρων, σκηνοθετών, τεχνικών, ενδυματολόγων, φωτιστών. Η όπερα είναι ίσως από τις πιο σύνθετες μορφές τέχνης. Πιστεύω ότι οι θεσμοί αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο αυτή την πραγματικότητα, αλλά πάντα υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη στήριξη του καλλιτεχνικού έργου και κυρίως της μακρόχρονης διαδικασίας που προηγείται μιας εμφάνισης.
Από την άλλη, θεωρώ ότι αυτή η «αθέατη» προετοιμασία είναι και μέρος της ομορφιάς της δουλειάς μας. Το κοινό βλέπει δύο ή τρεις ώρες επί σκηνής, αλλά πίσω από αυτές τις δύο ώρες κρύβονται χρόνια αφοσίωσης. Και όταν η επικοινωνία με το κοινό είναι αληθινή, νιώθω ότι όλος αυτός ο κόπος δικαιώνεται μέσα σε μια στιγμή.
Μια παραγωγή όπως η “Μποέμ” στο Επταπύργιο μπορεί να φέρει την όπερα πιο κοντά σε ένα κοινό που ίσως δεν θα πήγαινε εύκολα σε μια κλειστή λυρική σκηνή;
Πιστεύω πως ναι. Και μάλιστα αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία αυτής της παραγωγής. Η όπερα πολλές φορές αντιμετωπίζεται ως κάτι μακρινό ή ως μια τέχνη που απευθύνεται σε ένα περιορισμένο κοινό. Στην πραγματικότητα, όμως, μιλά για συναισθήματα και ανθρώπινες ιστορίες που αφορούν όλους μας.
Όταν μια παράσταση όπως η Μποέμ παρουσιάζεται σε έναν τόσο ιδιαίτερο χώρο όπως το Επταπύργιο, αποκτά μια διαφορετική αμεσότητα. Ο θεατής ίσως νιώθει πιο κοντά στο έργο, πιο ελεύθερος να το προσεγγίσει, ακόμη κι αν δεν έχει ξαναδεί όπερα.
Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό να βγαίνει η όπερα από τα στενά όρια μιας λυρικής σκηνής και να συναντά το κοινό σε διαφορετικούς χώρους. Έτσι δημιουργούνται νέοι θεατές, άνθρωποι που ίσως έρχονται από περιέργεια και τελικά ανακαλύπτουν έναν ολόκληρο κόσμο που δεν γνώριζαν.
Και ειδικά η Μποέμ είναι ίσως το ιδανικό έργο για αυτό. Είναι μια ιστορία για τη νεότητα, τον έρωτα, τη φιλία, τα όνειρα, τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Είναι μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη. Γι’ αυτό και, παρόλο που γράφτηκε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα, εξακολουθεί να συγκινεί ανθρώπους κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής προέλευσης.
Αν έστω και ένας θεατής φύγει από το Επταπύργιο με την επιθυμία να ξαναδεί όπερα, τότε έχουμε ήδη πετύχει κάτι πολύ σημαντικό
Τις φωτογραφίες παραχώρησε στο TheOpinion η Άννα Στυλιανάκη και οι διοργανωτές του Φεστιβάλ Επταπυργίου.