Στο μικροσκόπιο οι παιδικές χαρές της Θεσσαλονίκης: Δάπεδα που «βράζουν», ελλιπής σκίαση και χώμα με το «σταγονόμετρο»
Τι έδειξε η αυτοψία των Design Clips - Το «φωτεινό» παράδειγμα της Βαρκελώνης
Προβληματίζουν τα συμπεράσματα μελέτης που εκδόθηκε από το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ σχετικά με τον σχεδιασμό, αλλά και τα υλικά που χρησιμοποιούνται σε πολλές παιδικές χαρές της Θεσσαλονίκης.
Εξοπλισμός και δάπεδα που «βράζουν» με την άνοδο της θερμοκρασίας, χώμα και φυσικά υλικά που απουσιάζουν, τυποποιημένα παιχνίδια που περιορίζουν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα των παιδιών είναι λίγα μόνο από τα ευρήματα της έρευνας που πραγματοποίησαν οι αρχιτέκτονες του Design Clips, τα οποία οδήγησαν στη μελέτη του ιδρύματος Χάινριχ Μπελ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, πολλές από τις παιδικές χαρές στη Θεσσαλονίκη χαρακτηρίζονται από έναν τυπικό και περιορισμένο σχεδιασμό, που εστιάζει κυρίως στην τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας και λιγότερο στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και των συνοδών τους, ούτε λαμβάνει υπόψη τις κλιματικές συνθήκες της πόλης.
Τα προβλήματα που εντοπίζονται συνοψίζονται στα εξής:
- Έλλειψη σκίασης και πρασίνου, με αποτέλεσμα οι χώροι να μην είναι λειτουργικοί για πολλές ώρες, ειδικά το καλοκαίρι.
- Εκτεταμένη χρήση συνθετικών δαπέδων, τα οποία υπερθερμαίνονται και μειώνουν την άνεση και την ασφάλεια.
- Απουσία φυσικών στοιχείων (χώμα, άμμος, δέντρα), που περιορίζει το ελεύθερο και δημιουργικό παιχνίδι.
- Τυποποιημένος εξοπλισμός («δομημένο παιχνίδι»), που καθορίζει τον τρόπο παιχνιδιού και περιορίζει τη φαντασία και την αλληλεπίδραση.

Μ. Σιτζόγλου: Ακολουθείται πολύ ένας τυπικός σχεδιασμός
Από την πλευρά της, η αρχιτέκτονας και ιδρύτρια των Design Clips, Μαρία Σιτζόγλου, μιλώντας στο TheOpinion, διευκρινίζει ότι η καταγραφή που έγινε δεν συνιστά μια πλήρως συστηματική αποτύπωση όλων των παιδικών χαρών της πόλης, αλλά «μια ματιά, μια πιο ελεύθερη προσέγγιση». Παρότι -όπως επισημαίνει- υπάρχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές ασφαλείας, τονίζει πως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για έναν διαφορετικό σχεδιασμό.
Όπως σημειώνει, «ακολουθείται πολύ ένας τυπικός σχεδιασμός. Είναι σαν φασόν όλες οι παιδικές χαρές», καθώς -όπως εξηγεί- επιλέγονται σχεδόν παντού τα ίδια υλικά και ο ίδιος εξοπλισμός, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη ούτε οι κλιματικές συνθήκες ούτε οι πραγματικές ανάγκες των παιδιών και των συνοδών τους.
Η ίδια στέκεται ιδιαίτερα στην εκτεταμένη χρήση τεχνητών δαπέδων και στην απουσία φυσικών στοιχείων, επισημαίνοντας ότι αυτή η επιλογή δεν έχει μόνο αισθητική διάσταση αλλά και πρακτικό αντίκτυπο. «Από τη στιγμή που έχουν χρησιμοποιηθεί αυτά τα υλικά, αυτός ο εξοπλισμός και με τα δέντρα να είναι ανύπαρκτα, καταλήγει αυτός ο χώρος να μην χρησιμοποιείται. Δηλαδή, όντως υπάρχει επίπτωση», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η κ. Σιτζόγλου επισημαίνει ότι τα τεχνητά δάπεδα, έχουν συγκεκριμένη διάρκεια ζωής και απαιτούν τακτική συντήρηση ή αντικατάσταση, στην πράξη αυτό συχνά δεν τηρείται. Όπως τονίζει, η φθορά τους μπορεί να δημιουργήσει και ζητήματα ασφάλειας, καθώς «τα υλικά σκεβρώνουν, ανασηκώνονται και σκληραίνουν με την έκθεση στον ήλιο, χάνοντας την ελαστικότητά τους, δηλαδή τη βασική ιδιότητα που τα καθιστά ασφαλή», δημιουργώντας κινδύνους για τους μικρούς και τους μεγάλους επισκέπτες.
Παράλληλα, αναφέρει ότι η χρήση περισσότερου χώματος, άμμου ή άλλων φυσικών υλικών εξακολουθεί να ξενίζει τόσο τις αρχές όσο και τους ίδιους τους χρήστες, καθώς έχει εμπεδωθεί η αντίληψη ότι μόνο τα πολύχρωμα τεχνητά δάπεδα είναι ασφαλή. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει, το παράδειγμα της Βαρκελώνης -όπου το EPDM, παρόλο που είναι ασφαλές, έχει απαγορευτεί στις παιδικές χαρές- δείχνει ότι υπάρχουν άλλες λύσεις μέσα στο ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο προδιαγραφών. «Η Ισπανία και η Ελλάδα έχουν τους ίδιους κανόνες ασφαλείας και βλέπεις την ευελιξία αν κάποιος το σκεφτεί λίγο διαφορετικά», τονίζει.
Όπως τονίζει, «το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα παιδιά αλλά και όσους τα συνοδεύουν, αφού η έλλειψη σκίασης και οι θερμές επιφάνειες κάνουν συχνά δυσάρεστη ή και επικίνδυνη την παραμονή στον χώρο -ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες», εξηγώντας πως μια διαφορετική προσέγγιση στις παιδικές χαρές περνά αναγκαστικά και μέσα από την ενημέρωση των γονέων και γενικότερα των χρηστών, ώστε να γίνει κατανοητό «γιατί μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικά» και γιατί αυτή η αλλαγή μπορεί τελικά να είναι πιο ωφέλιμη για όλους.
Καν’το όπως η Βαρκελώνη
Η μελέτη χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Βαρκελώνης, μιας πόλης με παρόμοιο κλίμα και θερμοκρασίες με την Θεσσαλονίκη, αλλά με διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά τους χώρους παιχνιδιού.
Ειδικότερα, δίνεται έμφαση στη σκίαση (δέντρα και στέγαστρα) ώστε οι χώροι να είναι λειτουργικοί όλη τη μέρα, συνδυάζονται φυσικές και τεχνητές επιφάνειες, με παρουσία χώματος και φυσικών υλικών. Τα παιχνίδια σχεδιάζονται με τρόπο που ενθαρρύνει το ελεύθερο, δημιουργικό παιχνίδι (π.χ. κορμοί, σχοινιά, φυσικά στοιχεία), με τις παιδικές χαρές να ενσωματώνονται στον αστικό ιστό, χωρίς να απομονώνονται από τον δημόσιο χώρο.

«Στροφή» σε nature-based solutions
Μιλώντας στο TheOpinion ο Διευθυντής στο Γραφείο Θεσσαλονίκης του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, Μιχάλης Γουδής, τονίζει την ανάγκη για κλιματική προσαρμογή των πόλεων και ιδιαίτερα των χώρων που χρησιμοποιούνται από παιδιά.
«Χώροι όπως είναι οι παιδικές χαρές είναι από τους κατεξοχήν χώρους που αφορούν κυρίως ανθρώπους ευαίσθητους σε αυτά τα φαινόμενα, τόσο τα παιδιά όσο και τους φροντιστές τους, που δεν είναι πάντοτε οι γονείς, μπορεί να είναι και ηλικιωμένοι άνθρωποι, παππούδες, γιαγιάδες κτλ. Άρα το πώς μπορούμε να δούμε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι παιδικές χαρές και να σκεφτούμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερα, ώστε τελικά αυτοί οι χώροι να χρησιμοποιούνται περισσότερο και με περισσότερη ασφάλεια από όλες αυτές τις ομάδες πληθυσμού και τελικά να βελτιώνουν και την ποιότητα της καθημερινότητας για εμάς είναι πολύ κομβικό, ειδικά σε μία πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη που βρίσκεται στη Μεσόγειο, που πλήττεται και θα πληγεί πολύ έντονα από την κλιματική κρίση, κυρίως με καύσωνες, πλημμύρες κλπ», σημειώνει αρχικά.
Όπως επισημαίνει, η μελέτη προσεγγίζει τις παιδικές χαρές της πόλης κριτικά και μέσα από δεδομένα και προτείνει αλλαγές στον τρόπο που σκεφτόμαστε για αυτές, ώστε προσαρμοστούν στην τωρινή αλλά και μελλοντική καθημερινότητά μας.

«Στην Ελλάδα πολλούς μήνες έχουμε συνθήκες οι οποίες απαιτούν από αυτούς τους χώρους να έχουν και σκίαση, να έχουν επιφάνειες οι οποίες δεν ανεβάζουν πολύ ψηλές θερμοκρασίες, ιδανικά να έχουν φυσικά υλικά. Διαφορετικά καθίστανται μη προσβάσιμες, δηλαδή θα το βλέπουμε το καλοκαίρι για πάρα πολλές ώρες. Όταν είναι κλειστά τα σχολεία το καλοκαίρι, προφανώς πολλά παιδιά μένουν και με παππούδες και γιαγιάδες και είναι κατεξοχήν η περίοδος που δεν μπορούν να επισκεφθούν πρωινές ώρες, μεσημεριανές ώρες, ίσως και νωρίς το απόγευμα τις παιδικές χαρές. Και αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι το οποίο έτσι απλά μπορούμε να το αποδεχόμαστε», εξηγεί.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «όταν ήρθε η πρόταση αυτή από τις Design Clips και την Αρχιτέκτονα, MSc UrbanDesign και Ιδρύτρια τoυ γραφείου, Μαρία Σιτζόγλου για να το δούμε πιο τεκμηριωμένα, αμέσως θελήσαμε να το υποστηρίξουμε και να δώσουμε έκταση, γιατί είναι κάτι που αφορά την καθημερινότητα όλων μας σε πόλεις σαν τη Θεσσαλονίκη. Και έχουμε αρκετά παραδείγματα, όχι μόνο απαραίτητα από το εξωτερικό, από άλλες πόλεις της Ελλάδος, που μας δείχνουν ότι χωρίς απαραίτητα να αυξάνει κανείς το κόστος ενδεχομένως να μπορείς και με λιγότερα χρήματα κάνοντας τις σωστές επιλογές στα υλικά και πιο πολύ στα φυσικά υλικά, σε nature-based solutions, να έχουμε ένα αποτέλεσμα που μας καλύπτει περισσότερο. Δεν είναι απαραίτητα θέμα οικονομικό το πώς μπορούν να γίνουν οι παιδικές χαρές καλύτερες και πιο κατάλληλες για τις νέες συνθήκες που βιώνουμε».